Διαπραγμάτευση

Η ΛΕΞΗ που έχει ακουστεί περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Κατά περίπτωση, μπορεί να συνδέεται με επίθετα που δηλώνουν υποταγή και υποχωρητικότητα ή υπερηφάνεια και μαχητικότητα. Πάντα, όμως, μοιάζει να αναφέρεται σε μια κατάσταση προσωρινή, η οποία θα κρίνει αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει: η διαπραγμάτευση οφείλει να έχει μια έκβαση. Καλή ή κακή, αναπτυξιακή ή υφεσιακή, εντός ή εκτός της ευρωζώνης, πάντως μια μόνιμη κατάσταση, που θα διαδεχθεί την προσωρινή διελκυστίνδα μεταξύ των διαπραγματευόμενων μερών.

Πού γίνεται η διαπραγμάτευση, όμως; Ποιος είναι ο τόπος της διαπραγμάτευσης; Ποια η γλώσσα της και ποιες οι μονάδες μέτρησης και οι ανταλλακτικές αξίες βάσει των οποίων αποτιμώνται τα διακυβεύματα;

Ο Peter Galison έχει εισαγάγει στην ιστορία της επιστήμης τον όρο «ζώνη συνδιαλλαγών» για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν διαφορετικοί κλάδοι της ίδιας επιστήμης ή διαφορετικές επιστήμες γύρω από ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Η ζώνη συνδιαλλαγών είναι ένας τόπος, όχι ένα όριο ανάμεσα σε διαφορετικές επικράτειες. Έχει τη δική της ζωή, η οποία διέπεται από ένα καθεστώς διαπραγμάτευσης, ένα σύνολο κανόνων, δηλαδή, που είναι το μόνο πράγμα στο οποίο τα διαπλεκόμενα μέρη συμφωνούν εκ των προτέρων. Επίσης έχει κατοίκους. Ενώ υπάρχουν άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν στη ζώνη συνδιαλλαγών, υπάρχουν κι άλλοι που η θέση και η εργασία τους είναι εκεί. Ένα πολύμορφο ανθρώπινο δυναμικό που αντλεί πόρους και κύρος από την ίδια τη διαπραγμάτευση.

Οι άνθρωποι στις ζώνες συνδιαλλαγών μιλούν γλώσσες pidgin. Πρόκειται για απλουστευμένες μορφές επικοινωνίας, οι οποίες προέρχονται από τη μίξη δύο ή περισσότερων γλωσσών και επιτρέπουν τη συνεννόηση, χωρίς όμως να διαβιβάζουν με ακρίβεια τα νοήματα. Αξίες και νοήματα είναι ρευστά στις ζώνες συνδιαλλαγών. Η μία πλευρά είναι αδύνατο να γνωρίσει επακριβώς το εννοιολογικό και αξιακό σύστημα της άλλης, πολύ δε περισσότερο να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες αντιστοιχίσεις και αναγωγές. Αυτό το κενό επικοινωνίας το αναπληρώνουν οι κοινές «μονάδες» – είτε πρόκειται για πραγματικές μονάδες μέτρησης είτε για αντικείμενα που έχουν συμβολική σημασία και για τις δύο πλευρές. Τόσο οι γλώσσες pidgin όσο και οι μονάδες είναι και οι ίδιες προϊόντα διαπραγμάτευσης.

Οι ζώνες συνδιαλλαγών είναι κόσμοι ολόκληροι. Τα λιμάνια, οι αποικιακοί καταυλισμοί, τα εμπορικά παζάρια υπήρξαν ανέκαθεν τέτοιοι κόσμοι. Εσχάτως έχουμε την πολυτέλεια να ζούμε την εμπειρία μιας διαπραγμάτευσης μεταξύ «θεσμών» που αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο τις πολιτικές προτεραιότητες του ευρωπαϊκού χώρου. Ανεξάρτητα από την όποια συγκυριακή κατάληξη, η διαπραγμάτευση αυτή τείνει να αποκτήσει τα μόνιμα χαρακτηριστικά μιας ζώνης συνδιαλλαγών. Δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς κακό με τις ζώνες συνδιαλλαγών· η συγκεκριμένη εξέλιξη, όμως, κληροδοτεί στην Ευρώπη έναν θεσμό κι ένα πολιτικό προσωπικό που επιχειρεί να διαιωνίσει την ύπαρξή του και να επιβάλει τη νομιμότητά του στις παρυφές του πολιτικού συστήματος. Τι προοιωνίζεται άραγε αυτό για το μέλλον της Ευρώπης;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 13, στις 11.3.2017.

Image credit: Max Ernst, Οι ανθρωποι δεν θα ξερουν τιποτα απο αυτο, 1923.

Μέτρηση

Η ΗΘΙΚΗ της επιστήμης θεμελιώνεται στην αντικειμενικότητα και η αντικειμενικότητα στη μέτρηση. Δεν είναι τόσο απλό, αλλά «στο τέλος της ημέρας», όπως συνηθίζουμε να λέμε τελευταία, έτσι είναι. Η αποβολή από την επιστημονική πρακτική της υποκειμενικότητας, άρα και της ενδεχόμενης προσωπικής ιδιοτέλειας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση μιας ηθικά ακέραιης επιστήμης. Και ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να εμπιστευθούμε τους αριθμούς. Οι αριθμοί είναι ψυχροί, αδιάφοροι, και γι’ αυτό εγγενώς ηθικοί.

Η μετατροπή της πραγματικότητας σε αριθμούς, ωστόσο, δεν είναι μια τετριμμένη διαδικασία. Η μέτρηση είναι πολύ περισσότερα πράγματα από τη σύγκριση ενός μεγέθους με ένα άλλο. Έχει προϋποθέσεις που δεν τις σκεφτόμαστε: Ένα μέγεθος που χρησιμοποιείται ως κοινό μέτρο σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης· μια δεξιότητα που είναι επίσης κοινή σε όσους πραγματοποιούν μετρήσεις και περιορίζει δραστικά τα περιθώρια των προσωπικών επιλογών· κι ακόμα, τη μεταφυσική παραδοχή ότι ο κόσμος είναι σταθερός και η τιμή που παίρνουμε από τη μέτρηση ενός μεγέθους δεν επηρεάζεται από τις «διαθέσεις» αυτού που μετράμε.

Το ενδιαφέρον είναι ότι καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν θεμελιώνεται στην ίδια την επιστήμη. Για τη μεταφυσική παραδοχή της σταθερότητας και της συνέχειας της ύπαρξης αυτό είναι προφανές: πρέπει να προσφύγουμε στον φιλοσοφικό στοχασμό. Όμως εκεί θα συναντήσουμε, ας πούμε, τον σκεπτικισμό του Χιουμ, που συνδέει αυτές τις αντιλήψεις με τις προσδοκίες του υποκειμένου και όχι με τον κόσμο: η μέτρηση δεν αποτυπώνει τη φύση όπως είναι, αλλά προβάλλει σε αυτή ένα ιδεώδες κανονικότητας, για το οποίο δεν διαθέτουμε καμία βεβαιότητα. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι λίγο καλύτερα σε σχέση με τις μονάδες και τις διαδικασίες της μέτρησης. Όμως οι ιστορικοί των επιστημών έχουν φέρει στο φως πολλές περιπτώσεις συγκρούσεων μέσω των οποίων οι διάφορες τοπικές μονάδες παραχώρησαν τη θέση τους σε «έγκυρες» διεθνείς μονάδες και η τεχνογνωσία των τοπικών ειδημόνων αντικαταστάθηκε από «αδιάβλητες» διαδικασίες μέτρησης. Οι συγκρούσεις αυτές δεν είναι επιστημονικές, αλλά πρωτίστως πολιτικές και πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της αποικιοκρατίας και της ιμπεριαλιστικής επέκτασης του κεφαλαίου. Χωρίς κοινές μονάδες μέτρησης και χωρίς την περιθωριοποίηση των τοπικών ειδημόνων δεν μπορεί να εδραιωθεί ο έλεγχος πάνω στις συναλλαγές και ένα κοινό ήθος εμπορίου.

Η μέτρηση ήταν και παραμένει μια διαδικασία συναλλαγής με τον φυσικό κόσμο. Ο στόχος της είναι να δώσει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ανα-μετρηθεί με την αταξία και την τυχαιότητα που τον περιβάλλει. Αυτό όμως δεν τη θωρακίζει απέναντι στους περιορισμούς, τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης. Και, υπό αυτή την έννοια, είναι αμφίβολο αν μπορεί να εγγυηθεί την ηθική ακεραιότητα της επιστημονικής γνώσης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 10, στις 28.1.2017.

IMAGE CREDIT: Gregor Reisch, Margarita philosophica (1503).

Τοπική γνώση

«ΜΠΟΡΕΙ ΣΤΑ ΜΕΡΗ σας οι πέτρες να μην είναι ζωντανές, αλλά εδώ γεννιούνται και μεγαλώνουν, γι’ αυτό είναι ζωντανές». Μια ανησυχητική δήλωση. Την κάνει ένας ιθαγενής από την πολιτεία Acre της Βραζιλίας και αναφέρεται, προφανώς, σε μια τοπική πεποίθηση. Εκ πρώτης όψεως, ο ανησυχητικός χαρακτήρας της δήλωσης έγκειται στο ότι υπάρχουν άνθρωποι τον 20ό αιώνα που πιστεύουν ότι οι πέτρες είναι ζωντανές. Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει εγκαταλείψει προ πολλού τον ανιμισμό και η εκπαίδευση έχει αναλάβει να απαλλάξει τον κόσμο από την άγνοια και τις προκαταλήψεις.

Βεβαίως, η καλοπροαίρετη ανθρωπολόγος θα αποδώσει τη δήλωση σε ένα τοπικό σύστημα σημασιών και συμβόλων, που εκφράζει με λειτουργικό τρόπο τα φαινόμενα της καθημερινής ζωής. Κατά μία έννοια, η δήλωση είναι μεταφορική: Δεν αποδίδει στις πέτρες ζωή, αλλά την ικανότητα να μετασχηματίζονται. Αυτό «προφανώς» αφορά τα γεωλογικά φαινόμενα της περιοχής, που όπως γνωρίζουμε από την εποχή που ο Δαρβίνος περιηγείτο τη Νότια Αμερική εμφανίζουν εντυπωσιακά μεγαλύτερη ένταση από άλλες περιοχές του κόσμου. Άρα, αναφέρεται στις αλλαγές που προκαλεί στο φυσικό περιβάλλον η ηφαιστειακή δραστηριότητα και, από αυτή την άποψη, θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και «πρωτοεπιστημονική».

Ωστόσο, ο πραγματικά ανησυχητικός χαρακτήρας της δήλωσης βρίσκεται αλλού: Ο άνθρωπος που την εκφέρει, τη στιγμή ακριβώς που την εκφέρει, παραιτείται από κάθε αξίωση οικουμενικότητας. Οι πέτρες είναι ζωντανές εδώ. Αλλού μπορεί να μην είναι. Όχι επειδή οι πέτρες σε άλλα μέρη ανήκουν σε άλλο είδος, αλλά επειδή δεν είναι απαραίτητο ό,τι ισχύει σε μια περιοχή του κόσμου να ισχύει και οπουδήποτε αλλού. Μπορεί κάλλιστα να ισχύει πάντα, αλλά όχι παντού.

Αν δούμε τη δήλωση του κατοίκου της Acre υπό το πρίσμα της επιστημονικής μεθόδου λοιπόν, τότε πρόκειται για μια δήλωση που επέχει θέση τοπικού φυσικού νόμου. Είναι βέβαιο ότι πίσω από την πεποίθηση «είναι ζωντανές» υπάρχουν ακριβείς εμπειρικές παρατηρήσεις που αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι πέτρες μεγαλώνουν, τις ποσοτικές διαστάσεις του φαινομένου και τον τρόπο με τον οποίο αυτό επιδρά στο ευρύτερο περιβάλλον. Η τοπική γνώση είναι πάντα εξόχως εμπειρική. Τι σημαίνει όμως τοπικός φυσικός νόμος; Η αξίωση της οικουμενικότητας είναι σύμφυτη με την έννοια του φυσικού νόμου, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της δυτικής σκέψης. Η επιστήμη είναι ο ηγεμονικός λόγος που ενοποιεί τον κόσμο μέσω της αναγωγής του σε κανονικότητες που έχουν διαχρονική και υπερτοπική ισχύ. Αυτήν ακριβώς την παραδοχή αποσταθεροποιεί το «βλέμμα από την περιφέρεια»: Αν επιτρέψουμε στη ματιά του μη δυτικού να εισχωρήσει στο ιερό της επιστήμης, τότε η επίκληση της οικουμενικότητας χάνει την «αυτονόητη» γνωσιολογική της υπεροχή και μετατρέπεται σε όχημα επιβολής πολιτικής και πολιτιστικής ηγεμονίας στο όνομα μιας εξωανθρώπινης και αντικειμενικής «φυσικότητας».

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 6, στις 3.12.2016.