Κώδικες

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΟΤΙ ο άνθρωπος μοιάζει πολύ περισσότερο με τις μηχανές απ’ ό,τι τα ζώα. Αυτό φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο και επικοινωνούν με αυτό που δεν είναι ο εαυτός τους. Οι άνθρωποι για να γνωρίσουν, να κατανοήσουν και να επικοινωνήσουν χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Έναν πολύ ακριβή κώδικα, στο πλαίσιο του οποίου καθετί που υπάρχει στον κόσμο μετατρέπεται σε λέξεις. Σε λέξεις μετατρέπονται και οι προθέσεις, οι προτροπές, τα συναισθήματα. Με άλλα λόγια, οτιδήποτε αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντος για τον άνθρωπο μετατρέπεται σε λέξεις. Κι οι λέξεις αυτές συναρθρώνονται με συγκεκριμένους τρόπους, οι οποίοι είναι επίσης φορείς μηνυμάτων. Ένας τρόπος συναρμογής κάποιων λέξεων μπορεί να δηλώνει κάτι και ένας διαφορετικός τρόπος συναρμογής των ίδιων λέξεων μπορεί να δηλώνει κάτι διαφορετικό.

Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους μέσω αυτού του κώδικα. Για να υπάρξουν για τον εαυτό τους («να σκεφτούν»), να υπάρξουν με τους άλλους («να επικοινωνήσουν») και να υπάρξουν εντός του κόσμου («να γνωρίσουν» και «να ενεργήσουν») πρέπει να χρησιμοποιήσουν τον κώδικα της γλώσσας. Έναν κώδικα τον οποίο μαθαίνουν από πολύ νωρίς να χρησιμοποιούν και του οποίου τη γνώση πρέπει να διατηρούν και να βελτιώνουν σε όλη τους τη ζωή. Μάλιστα, η ανάγκη όλο και μεγαλύτερου ελέγχου της ζωής τους, έχει οδηγήσει τους ανθρώπους στην παραγωγή όλο και πιο εξειδικευμένων κωδίκων που αφορούν επιμέρους πλευρές του κοινού τους βίου: Δίκαιο, επιστήμη, πίστη κλπ. Οι άνθρωποι, στην ιστορική τους εξέλιξη, μοιάζουν όλο και περισσότερο με μηχανικά συστήματα, τα οποία επιδιώκουν να βελτιώσουν τη λειτουργικότητά τους μέσω της διαρκούς αναβάθμισης των συστημάτων κωδικοποίησης και μετάδοσης των πληροφοριών που αφορούν τις διάφορες όψεις της ζωής τους.

Τα ζώα δεν μπορούν να το κάνουν αυτό, ασφαλώς. Δεν έχουν γλώσσα, δεν έχουν έννοιες και οι ικανότητες κωδικοποίησης που διαθέτουν είναι στοιχειώδεις και στατικές. Θα πρέπει, ωστόσο, να παραδεχτούμε ότι έχουν επαρκή αντίληψη του κόσμου (σε πλείστες περιπτώσεις πολύ ακριβέστερη από εκείνη του ανθρώπου) και ικανότητες επικοινωνίας που κι αυτές συχνά υπερβαίνουν εκείνες του ανθρώπου (οι άνθρωποι ποτέ δεν θα φτάσουν τον συγχρονισμό ενός σμήνους πουλιών). Αναγνωρίζουν το περιβάλλον τους, υπακούν σε εντολές, ξεχωρίζουν τους φίλους από τους εχθρούς και είναι σε θέση να δημιουργούν σχέσεις εμπιστοσύνης. Παραδοσιακά, αυτές οι ικανότητες θεωρήθηκαν απόδειξη του γεγονότος ότι τα ζώα είναι (πολύ εξελιγμένα, ομολογουμένως) μηχανικά αυτόματα. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να ενεργούν αποτελεσματικά όντα τα οποία δεν διαθέτουν αυτεπίγνωση, νοητικές λειτουργίες και ένα σχέδιο ζωής στον κόσμο. Αργότερα, αυτός ο αυτοματισμός ονομάστηκε ένστικτο, αλλά σήμαινε βασικά το ίδιο πράγμα. Αυτοματοποιημένες, γενετικά κωδικοποιημένες αποκρίσεις στα διάφορα είδη ερεθισμάτων. Αυτό ενέτασσε τα ζώα σε μια επίφαση ζωής, αλλά όχι στην αυθεντική πολυδιάστατη ζωή που αποτελούσε μοναδικό προνόμιο του ανθρώπου. Αν κάτι έφερνε κοντά τα δύο είδη ζωής, αυτό ήταν τα βιώματα στο βαθύ ζωικό επίπεδο της ύπαρξης: ο πόνος και η επιθυμία αποφυγής του, η ηδονή και η επιθυμία επίτευξής της. Πέραν αυτού, τα ζώα περιορίζονται στο επίπεδο του αυτοματισμού, ενώ οι άνθρωποι κρατούν για τον εαυτό τους το επίπεδο της ελευθερίας και της δημιουργικότητας.

Πώς αισθάνονται, όμως, τα ζώα τον κόσμο; Πώς επικοινωνούν μεταξύ τους και με τους ανθρώπους; Γιατί ειδικά το γεγονός ότι επικοινωνούν με προβλέψιμο τρόπο με την απρόβλεπτη («ελεύθερη») συμπεριφορά των ανθρώπων δηλώνει ότι επικοινωνούν με την πραγματική σημασία της λέξης: Λαμβάνουν και αποκωδικοποιούν μηνύματα και προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με το περιεχόμενο αυτών των μηνυμάτων. Τα ζώα, πράγματι, δεν έχουν έννοιες και λέξεις ή, ακριβέστερα, σύμφωνα με τη θεωρία του umwelt του Jacob Uexküll, οι έννοιες που έχουν αντιστοιχούν σε έναν άλλο κόσμο από εκείνον που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι σίγουρα δεν κάνουν προσπάθεια να γεφυρώσουν τους διαφορετικούς κόσμους. Ενεργούν με τον τρόπο που ξέρουν να ενεργούν: Δίνουν εντολές με τη γλώσσα, εκφράζουν τα συναισθήματά τους με τη γλώσσα, ορίζουν τις δυνατότητες δράσης και αλληλεπίδρασης με τη γλώσσα. Αυτά που γεφυρώνουν πραγματικά τους δύο κόσμους είναι τα ζώα. Τα ζώα δεν ακούν λέξεις, δεν καταλαβαίνουν νοήματα, δεν «βλέπουν» τα ίδια αντικείμενα που βλέπουν οι άνθρωποι. Ωστόσο, είναι σε θέση να συλλάβουν το ηχητικό κύμα που φτάνει σε αυτά και να εξαγάγουν την πληροφορία ή τη συγκινησιακή παρότρυνση που περιέχει, να διαβάσουν τη γλώσσα του σώματος μιας άλλης οντότητας πριν καν αυτή αρχίσει να εκφράζεται και να διακρίνουν τις διαθέσεις που τα αφορούν, να δουν το περιβάλλον μέσω των αντιληπτικών ικανοτήτων μιας άλλης μορφής ζωής και να καταλάβουν τι έχει πραγματικά σημασία γι’ αυτήν. Με λίγα λόγια, τα ζώα είναι σε θέση να συλλάβουν και να επεξεργαστούν την κυμαινόμενη, ασαφή, χονδροειδώς κωδικοποιημένη πληροφορία που εμφανίζεται στο περιβάλλον τους και να εξαγάγουν το affect, τη συγκινησιακή επίδραση που περιέχεται σε αυτή και είναι η μόνη μορφή που μπορεί να γεφυρώσει τους δύο κόσμους. Εδώ, επομένως, δεν μιλάμε για έναν μηχανικό αυτοματισμό, αλλά για μια αυθεντική «περιβαλλοντική ερμηνευτική». Οι ικανότητες που απαιτούνται για την επιτέλεση αυτής της λειτουργίας δεν περιορίζονται στη γνώση μιας βάσης (εννοιολογικών) δεδομένων και ενός κώδικα, αλλά περιλαμβάνουν επίσης την ενσυναίσθηση, τη συναισθηματική νοημοσύνη και την εποπτική αντίληψη του κόσμου ως ευμετάβλητου πεδίου δυνατοτήτων – ιδιότητες που στην περίπτωση του ανθρώπου έχουν περισταλεί αποφασιστικά, εξαιτίας της ηγεμονίας του λόγου.

Ο Friedrich Schlegel έγραφε ότι ο άνθρωπος είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο κόσμος στοχάζεται δημιουργικά τον εαυτό του. Τα ζώα είναι, πιθανότατα, ένας άλλος. Και, μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πολλά αυτά που χάνουμε, στην γνώση και την εμπειρία, από το γεγονός ότι αδυνατούμε να μετάσχουμε αυτού του τρόπου.

Αναφορές
Φρήντριχ Σλέγκελ, Φιλοσοφικά Θραύσματα. Κριτική και αισθητική στον πρώιμο γερμανικό ρομαντισμό. Εισαγωγικό σημείωμα και μετάφραση Σπύρος Δοντάς. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2025, σελ. 216.

Image Credit: Giovanni Battista Bracelli, Bizzarie di varie figure, 1624.

Επί παντός

ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ 2020 έγραφα για την αλαζονεία των experts, που θεωρούν τον εαυτό τους ειδικό όχι μόνο στο επιστημονικό ή τεχνολογικό πεδίο που υπηρετούν, αλλά σε κάθε ζήτημα που απασχολεί την κοινωνία. Τότε το παράδειγμά μου ήταν το φιλοσοφικά αμφιλεγόμενο βιβλίο του απερχόμενου προέδρου της Δημοκρατίας Από την Επαλήθευση στην Επιλάθευση, καθώς και συγκεκριμένοι συνάδελφοί μου από το πανεπιστήμιο που παρουσιάζονται ως επαΐοντες σε όλα τα πιθανά θέματα επιστημονικής πολιτικής, από την πολεοδομία μέχρι τις βιοϊατρικές επιστήμες. Τόλμησα επίσης να υπαινιχθώ ότι αρκετοί από αυτούς τους συναδέλφους μου αντλούν την ειδημοσύνη τους από την εργασία αφανών υποψηφίων διδακτόρων οι οποίοι, μη διαθέτοντας κοινωνικό κύρος και αναγνωρισιμότητα, χάνονται στον συνωστισμό ονομάτων που συνοδεύουν τις επιστημονικές δημοσιεύσεις. Εν πάση περιπτώσει, αναφερόμουν στα κακώς κείμενα και τις μικροπολιτικές του πανεπιστημίου. Αλλά ήταν Μάρτιος.

Αυτό που ακολούθησε δεν μπορούσε να το φανταστεί κανείς. Η διαχείριση της πανδημίας COVID-19 (που είχε ήδη ξεσπάσει, αλλά οι συνέπειές της έγιναν εμφανείς στα καθ’ ημάς μετά τις ειδούς του Μαρτίου) αποτέλεσε το μεγαλύτερο πείραμα βιοπολιτικής στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και το πλαίσιο στο οποίο έλαμψαν οι experts. Η κοινωνία, κυριολεκτικά, παραδόθηκε στα χέρια των ειδημόνων, οι οποίοι ανέλαβαν να διαχειριστούν όλα τα ζητήματα, από τη διάγνωση και τη νοσηλεία των πασχόντων μέχρι τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, την αστική κινητικότητα, την εκπαίδευση και την οικονομία. Κάποιοι και κάποιες ίσως ισχυριστούν ότι δεν θα έπρεπε να μας ξενίζει η ηγεμονική παρουσία των ειδημόνων στη δημόσια σφαίρα, εφόσον επρόκειτο για έκτακτη συνθήκη. Ωστόσο, από πουθενά δεν συνάγεται ότι στις έκτακτες συνθήκες (που όλο και πληθαίνουν, τελευταία) οι δημοκρατικές διαδικασίες οφείλουν να παραχωρούν τη θέση τους στον άτεγκτο και μονοδιάστατο ορθολογισμό της επιστήμης. Το ζήτημα είναι άλλο, όμως. Οι ειδήμονες που ανέλαβαν de facto την καθοδήγηση της κοινωνίας ήταν, στην πλειονότητά τους, γιατροί. Γιατροί ήταν αυτοί που στελέχωναν τις συμβουλευτικές επιτροπές του κράτους, γιατροί ήταν αυτοί που έβγαιναν στα τηλεοπτικά παράθυρα και κούναγαν το δάχτυλο στον κόσμο, γιατροί ήταν αυτοί που έκαναν εκτίμηση κινδύνου στις διάφορες σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Δεν κλήθηκαν, για παράδειγμα, φυσικοί για να κάνουν εκτίμηση του κινδύνου μετάδοσης του ιού μέσω αερολυμάτων, ψυχολόγοι για να εκτιμήσουν τις πιθανές ψυχολογικές επιπτώσεις του εγκλεισμού, επιστήμονες της εκπαίδευσης για να βρουν τρόπους να συνεχιστεί η λειτουργία των εκπαιδευτικών θεσμών, κοινωνιολόγοι, επιτέλους, για να γνωμοδοτήσουν γι’ αυτό που ήταν πάνω απ’ όλα μια πρωτόγνωρη κοινωνική κρίση… Κλήθηκαν γιατροί, επιδημιολόγοι (αρκετοί από τους οποίους, ομολογουμένως, δεν ήταν γιατροί) και λίγοι χημικοί που έτυχε να ασχολούνται με ζητήματα δημόσιας υγείας. Και, όπως διαπιστώσαμε σε μια πρόσφατη έρευνα, αυτοί οι άνθρωποι πιέστηκαν να λειτουργήσουν ως ερασιτέχνες κοινωνικοί επιστήμονες – ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι και ανθρωπολόγοι (όπως θυμόμαστε από τις εξορμήσεις ιατρικών ομάδων σε δομές μεταναστών και σε καταυλισμούς Ρομά).

Αν εξαιρέσουμε τα άτομα για τα οποία η πανδημία λειτούργησε ως ευκαιρία για τα 15 λεπτά παγκόσμιας αναγνώρισης που είχε προβλέψει ο Andy Warhol, η πλειονότητα του υγειονομικού προσωπικού πιέστηκε από το κράτος να αναλάβει αυτό το ευρύ φάσμα ανοίκειων καθηκόντων. Ποια ήταν η λογική πίσω από αυτή την απαίτηση; Η απάντηση βρίσκεται στο παρελθόν και συγκεκριμένα στη διαδικασία συγκρότησης της σύγχρονης επιστήμης, η οποία έλαβε χώρα τον 19ο αιώνα. Έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα ότι το διάστημα μεταξύ 1830 και 1900 διαμορφώνεται σταδιακά η έννοια και η κοινωνική φιγούρα του επιστήμονα. Επιστήμονας είναι κάποιος όχι επειδή ασχολείται με ένα συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο, αλλά επειδή το κάνει με έναν συγκεκριμένο τρόπο: Με αμεροληψία και αντικειμενικότητα. Επιστήμονας είναι ο άνθρωπος που μπορεί να προσεγγίζει τη φυσική αλήθεια ανεπηρέαστος από συναισθήματα, αισθητικές προτιμήσεις και ηθικές αναστολές (επιστήμονες ήταν αυτοί που έκαναν τις ζωοτομές). Το αν η φυσική αλήθεια αφορά τους ζωντανούς οργανισμούς, το γήινο ανάγλυφο, τις τροχιές των ουρανίων σωμάτων ή την ανθρώπινη ευφυΐα είναι δευτερεύον. Το σημαντικό είναι ότι οι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτά τα ζητήματα είναι σε θέση να χρησιμοποιούν έναν μαθηματικό τρόπο σκέψης και να προβαίνουν στη μεθοδική εκτέλεση πειραμάτων, προκειμένου να αποκαλύπτουν την αντικειμενική δομή του κόσμου. Γι’ αυτό και πάγια απαίτηση του (λίγο μεταγενέστερου) λογικού θετικισμού ήταν η εφαρμογή του μεθοδολογικού μονισμού: Όλες οι επιστήμες οφείλουν να ακολουθούν την ίδια μέθοδο (τη μέθοδο των φυσικών επιστημών) προκειμένου να θεωρούνται επιστήμες.

Από αυτή την κουλτούρα αναδύεται και η φιγούρα του επιστήμονα ως ειδήμονα. Το να είναι κάποιος επιστήμονας, και δη επιστήμονας με μεγάλη εξειδίκευση στο πεδίο του (άρα, με μεγάλη μεθοδολογική εμβάθυνση και εμπειρία), τον καθιστά κατάλληλο να εκφέρει άποψη και σε κάθε άλλο επιστημονικό πεδίο. Αυτό που του λείπει είναι τα δεδομένα. Αν του δοθούν οι απαραίτητες πληροφορίες, ο expert σε ένα πεδίο μπορεί να γίνει expert και σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο ή, έστω, να συνομιλήσει ως ίσος προς ίσον με τους ανθρώπους που είναι ειδήμονες σε αυτό: Μία φορά ειδήμων, πάντα (και παντού) ειδήμων.

Δεν είναι παράξενο, επομένως, που το κράτος απαίτησε από τους λοιμωξιολόγους, τους πνευμονολόγους και τους αιματολόγους να λειτουργήσουν ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι και ψυχολόγοι. Ευθύνη του ίδιου του κράτους ήταν να εξασφαλίσει τις ροές πληροφορίας που θα εφοδίαζαν αυτούς του ειδήμονες με τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να φέρουν εις πέρας το ετερογενές έργο τους. Το γεγονός, μάλιστα, ότι συνδύαζαν την ιατρική ιδιότητα με εκείνες που απαιτούνταν για τη διαχείριση της κοινωνικής κρίσης έκανε το συγκεκριμένο μοντέλο ιδιαιτέρως ελκυστικό (και οικονομικό). Κι έτσι επήλθε η ιατρικοποίηση μιας από τις μεγαλύτερες κοινωνικές κρίσεις που γνώρισε η χώρα.

Το μοντέλο αυτό δεν εφαρμόστηκε μόνο στην Ελλάδα ούτε μόνο στην πανδημία. Αποτελεί ένα καθολικό πρότυπο. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτό το πρότυπο θεμελιώνεται σε μια αφελή θετικιστική αντίληψη, η οποία πηγάζει από τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε ο κοινωνικός ρόλος του επιστήμονα τον 19ο αιώνα. Παρά τη συχνή επίκληση της ανάγκης για διεπιστημονικότητα, η φιγούρα του ειδήμονα, που αντιπροσωπεύει περισσότερο έναν καθολικό τρόπο σκέψης παρά την εξειδικευμένη γνώση ενός συγκεκριμένου επιστημονικού ή τεχνολογικού πεδίου, παραμένει ελκυστική. Πολλές φορές, μάλιστα, η επίκληση της ανάγκης για διεπιστημονικότητα υπονοεί, ακριβώς, τη δυνατότητα των ειδημόνων να είναι ειδήμονες σε όλα. Όμως, οι κρίσεις με τις οποίες ερχόμαστε, πλέον, όλο και συχνότερα αντιμέτωποι είναι πρωτίστως κοινωνικές. Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα μιας συγκεκριμένης ομάδας ειδημόνων, αλλά ολόκληρης της κοινωνίας. Και αυτό, με τη σειρά του, καθιστά επιτακτική τη ανάγκη για επιστημολογική ταπεινότητα: Αν πρόκειται να διαχειριστούμε αποτελεσματικά και δημοκρατικά τις επερχόμενες κρίσεις, οι ειδήμονες οφείλουν αφενός να αναγνωρίσουν τους επιστημολογικούς και μεθοδολογικούς περιορισμούς των γνωστικών τους πεδίων και, αφετέρου, να αποδεχτούν το γεγονός ότι η πιθανολογούμενη ειδημοσύνη τους δεν προσδίδει στον πολιτικό τους λόγο μεγαλύτερο κύρος από τον λόγο των υπόλοιπων κοινωνικών υποκειμένων.

Image Credits: Henri Matisse, Femme au tabouret, 1914 | Umberto Boccioni, Head Against the Light, 1912

Το τρίγωνο

ΣΤΑ ΤΕΛΗ του 19ου αιώνα διαμορφώνεται το τρίγωνο θρησκεία-επιστήμη-τεχνολογία. Στη μία κορυφή αυτού του τριγώνου βρίσκεται η επιστήμη. Πριν τον 19ο αιώνα και σε πολλές περιπτώσεις κατά τη διάρκειά του δεν μιλάμε για επιστήμη, αλλά για φυσική φιλοσοφία, φυσική ιστορία, χημεία, μαθηματικά, αστρονομία κλπ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1830, ένας καθηγητής του Πανεπιστημίου του Cambridge  είχε την περίεργη ιδέα να χρησιμοποιήσει έναν κοινό όρο για τους ανθρώπους που ασχολούνται με όλα αυτά τα ετερόκλητα αντικείμενα. Ο William Whewell εισάγει στην αγγλική γλώσσα τον νεολογισμό scientist.

Οι αντιδράσεις –φιλολογικές και φιλοσοφικές– είναι πολλές. Τι κοινό έχουν οι φυσικοί φιλόσοφοι με τους ανθρώπους που ασχολούνται με τα φαινόμενα της ζωής και την ιστορία της Γης (τους δύο κλάδους που απαρτίζουν τη φυσική ιστορία) ή με όσους προσπαθούν να μετατρέψουν την προβληματική κληρονομιά της αλχημείας σε έγκυρη εμπειρική γνώση; Μολονότι μπορεί να διασταυρώνονται σε κάποιες επιμέρους μεθοδολογικές επιλογές (κυρίως στη χρήση του πειράματος), οι περιοχές του κόσμου που ερευνούν και το είδος της γνώσης που παράγουν είναι ριζικά διαφορετικό. Υπό ποια έννοια, λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι ονομάζονται συλλήβδην «επιστήμονες»; Αφήστε που η λέξη scientist είναι ένας κακόηχος νεολογισμός που κάνει πολλούς να σκέφτονται ότι πιθανότατα έχει εισαχθεί από τα εκφυλισμένα αμερικανικά αγγλικά! Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι πολλά από τα άτομα που επρόκειτο να μείνουν στην ιστορία ως μεγάλοι επιστήμονες του 19ου αιώνα εξέφρασαν την απέχθειά τους για τον όρο.

Η διαμάχη διαρκεί μέχρι τα τέλη του αιώνα, αλλά στο τέλος ο όρος θα επικρατήσει. Και ο βασικός λόγος γι’ αυτό είναι ότι πίσω από το γλωσσοπλαστικό εγχείρημα του Whewell υπάρχει μια πειστική κοινωνική ατζέντα. Οι επιστήμονες έχουν όντως κάτι κοινό. Μπορεί να διαφέρουν ως προς τα γνωστικά αντικείμενα και τη μεθοδολογία της έρευνας, αλλά είναι έντιμοι άντρες, οι οποίοι προσπαθούν να γνωρίσουν τον κόσμο μέσω ενός κοινού ηθικού κώδικα: Είναι αμερόληπτοι, αποστασιοποιημένοι, αφιλοκερδείς, αφοσιωμένοι στην αναζήτηση της μίας και μοναδικής αλήθειας για τη φύση. Η επινόηση του Whewell δεν είναι ένας απλός νεολογισμός ούτε καν ένα επαγγελματικός προσδιορισμός, αλλά ένας όρος που περιγράφει έναν κοινωνικό ρόλο. Το κοινό που έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται με τα διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα είναι η αρρενωπή τους στάση απέναντι στη γνώση: Είναι σοβαροί, υπεύθυνοι, αυστηροί και αφήνουν έξω από την έρευνά τους τα συναισθήματα και τις προσωπικές τους προτιμήσεις: είναι αντικειμενικοί.

Ο 19ος αιώνας είναι η περίοδος που εδραιώνεται η κοινωνική φιγούρα του επιστήμονα. Και η επιστήμη, όπως την εννοούμε σήμερα, είναι το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας. Μέχρι τότε, η επιστήμη –ο όρος science στα αγγλικά, scientia στα λατινικά– δήλωνε κάτι αρκετά διαφορετικό: την καλή γνώση μιας τέχνης ή μιας δεξιότητας, όπως είναι ο χορός ή η ζαχαροπλαστική. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, αυτό αλλάζει. Η επιστήμη γίνεται σταδιακά αυτό που κάνουν οι επιστήμονες. Από τη σημερινή προοπτική, αυτό συνιστά μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή: Ο επιστήμονας δεν είναι ο άνθρωπος που ασκεί την επιστήμη· η επιστήμη είναι αυτό που ασκούν οι επιστήμονες. Επιστήμη, με άλλα λόγια, είναι αυτό που κάνει μια κοινωνική ομάδα, η οποία έχει μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στα ζητήματα της γνώσης. Πρώτα εμφανίζεται ο κοινωνικός ρόλος και μετά το κοινωνικό πεδίο. Η συνήθης αφήγηση είναι ότι στη διάρκεια του 19ου αιώνα ωρίμασαν οι επιστήμες της φυσικής, της βιολογίας, της χημείας, της γεωλογίας κλπ. και αυτή η ωρίμανση σηματοδότησε την εμφάνιση της σύγχρονης επιστήμης. Η αλήθεια όμως είναι ότι η φυσική, η βιολογία, η χημεία, η γεωλογία κλπ. έγιναν επιστήμες επειδή, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, αυτοί που τις ασκούσαν αναγνωρίστηκαν ως επιστήμονες· ως άνθρωποι, δηλαδή, που ήταν αφοσιωμένοι στην αναζήτηση της φυσικής αλήθειας με αμεροληψία και αντικειμενικότητα.

* * *

Έγραφα, όμως, στην αρχή αυτού του σημειώματος ότι στα τέλη του 19ου αιώνα διαμορφώνεται ένα τρίγωνο. Η επιστήμη συνυπάρχει ανταγωνιστικά με τη χριστιανική θρησκεία και με την τέχνη των μηχανικών, από τις οποίες και επιδιώκει να οριοθετηθεί. Η χριστιανική θρησκεία, συγκροτημένη μέσα από αιώνες δογματικών διαμαχών έχει επεκτείνει τη δικαιοδοσία της και στο πεδίο της γνώσης. Σε θεσμικό επίπεδο, αυτό αποτυπώνεται στην κεντρική θέση που καταλαμβάνει στα curricula των σχολείων και των πανεπιστημίων. Η φυσική φιλοσοφία και η φυσική ιστορία παραδοσιακά είχαν καλή και παραγωγική σχέση με τη θρησκεία. Από τη στιγμή, όμως, που εδραιώνεται ο διακριτός κοινωνικός ρόλος του επιστήμονα –από τη στιγμή, δηλαδή, που ο φυσικός φιλόσοφος παύει να υπηρετεί το αποστολικό έργο της χριστιανικής Εκκλησίας και αποκτά αυτόνομη κοινωνική υπόσταση– προκύπτει και η ανάγκη της οριοθέτησης. Οι επιστήμονες αφοσιώνονται στην οικοδόμηση μιας φυσικής γνώσης που θα θεμελιώνεται στον λόγο και την εμπειρία και η επιστήμη διεκδικεί την είσοδό της στα curricula των σχολείων ανταγωνιστικά προς τη θρησκεία. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται και το ιδεολογικό σχήμα περί προαιώνιας διαμάχης μεταξύ θρησκείας και επιστήμης, το οποίο υποστηρίζεται από την έκδοση σχετικών ιστορικών μονογραφιών που γνωρίζουν μεγάλη διάδοση στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Η επιστήμη δεν αποστασιοποιείται απλώς από τη θρησκεία· οριοθετείται από αυτήν αναδρομικά.

Η κίνηση αυτή συνοδεύεται από τη γνωσιολογική υποβάθμιση της θρησκείας. Η θρησκεία περιορίζεται στον χώρο των προσωπικών πεποιθήσεων, ο οποίος αποτελεί τμήμα της ιδιωτικής σφαίρας. Κάθε άνθρωπος μπορεί να πιστεύει ό,τι κρίνει σωστό· όλοι όμως οφείλουν να αποδέχονται και να συμφωνούν με τις οικουμενικά έγκυρες αλήθειες της επιστήμης. Και σε αυτό ακριβώς έγκειται η καίρια μετατόπιση που εξασφαλίζει τη γνωσιολογική ανωτερότητα της επιστήμης: Η οικουμενικότητα, που μέχρι τον 18ο αιώνα αποτελούσε μοναδικό προνόμιο του (χριστιανικού) δόγματος, αποσυνδέεται από αυτό και αφομοιώνεται από τον λόγο της επιστήμης, προσδίδοντάς του το κύρος που μέχρι τότε κατείχαν οι υπερβατικές αλήθειες της θρησκείας. Όπως συνέβη με τη νομιμοποίηση του πειράματος και των μαθηματικών, που είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα, η εδραίωση της σύγχρονης επιστήμης δεν πραγματοποιείται χάρη στην αυταπόδεικτη γνωσιολογική της ανωτερότητα, αλλά μέσω μιας διαδικασίας μεταφοράς κοινωνικού κύρους, που της επιτρέπει να οικειοποιηθεί τη θέση και την επιρροή ενός ήδη εδραιωμένου –του πλέον εδραιωμένου– κοινωνικού θεσμού.

* * *

Η τρίτη κορυφή του τριγώνου είναι οι μηχανικοί. Οι μηχανικοί του 19ου αιώνα προέρχονται από μεσαία ή κατώτερα κοινωνικά στρώματα και είναι συνήθως αυτοδίδακτοι. Η ενασχόλησή τους με τις μηχανικές τέχνες αποβλέπει στον πλουτισμό. Είναι ευφυείς άνθρωποι οι οποίοι, ζώντας στην καρδιά της βιομηχανικής επανάστασης, επιχειρούν να επωφεληθούν από την ανάγκη της αστικής τάξης για αποδοτικές μηχανές. Προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους, όμως, πρέπει να πείσουν ότι διαθέτουν την ικανότητα να ελέγχουν αποτελεσματικά τις δυνάμεις της φύσης και να κατασκευάζουν μηχανικές διατάξεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του αναδυόμενου βιομηχανικού καπιταλισμού. Ότι δεν είναι, δηλαδή, ευκαιριακοί εφευρέτες, αλλά επιστήμονες, η προσοχή των οποίων είναι στραμμένη στα πρακτικά προβλήματα της κοινωνίας. Σε ένα πλαίσιο όπου η επιστήμη κερδίζει σταδιακά όλο και μεγαλύτερη κοινωνική αναγνώριση, οι μηχανικοί προσπαθούν να δείξουν ότι δεν υστερούν σε κοινωνικό status από τους επιστήμονες. Τους μιμούνται φτιάχνοντας επιστημονικές εταιρείες και οργανώνοντας διαλέξεις για τη διαφώτιση του κοινού – σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, της εργατικής τάξης. Ο σκοπός αυτών των δραστηριοτήτων είναι να προβάλουν το αφιλοκερδές ενδιαφέρον των μηχανικών για τις πρακτικές τέχνες και την κοινωνική χρησιμότητα των κατασκευών τους.

Από την πλευρά τους, οι επιστήμονες κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν την ταύτιση με τους μηχανικούς. Θεωρούν ότι οι τελευταίοι είναι ιδιοτελείς, αμόρφωτοι και αδιάφοροι για το υπερβατικό ιδεώδες της αλήθειας στο οποίο είναι αφοσιωμένοι οι ίδιοι. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται σήμερα, στην εποχή της συγχώνευσης επιστήμης και τεχνολογίας, μεγάλο μέρος της προσπάθειας που κάνουν οι επιστήμονες για να εδραιώσουν την κοινωνική τους θέση είναι αφιερωμένο στην οριοθέτησή τους από τους μηχανικούς: Οι επιστήμονες δεν λερώνουν τα χέρια τους με τη «λάσπη του εργοστασίου» και δεν αποβλέπουν στον προσωπικό πλουτισμό. Είναι ευγενείς, ανιδιοτελείς και ο μοναδικός στόχος της εργασίας τους είναι η αποκάλυψη της φυσικής αλήθειας.

Από τη στιγμή, όμως, που αυτή η φυσική αλήθεια έχει πάψει να υπηρετεί τη δόξα του Δημιουργού (και μάλιστα επιχειρείται η όσο το δυνατόν πιο αυστηρή οριοθέτηση της επιστήμης από τη θρησκεία), η έννοια της κοινωνικής χρησιμότητας που εισήχθη από τους μηχανικούς δεν ακούγεται καθόλου άσχημα στ’ αυτιά των επιστημόνων. Έτσι, οι επιστήμονες οριοθετούνται μεν από τους μηχανικούς, αλλά οικειοποιούνται από αυτούς την αξίωση της κοινωνικής χρησιμότητας: Η επιστήμη δεν είναι μόνο οικουμενική, αλλά και χρήσιμη. Και μάλιστα, λόγω της σύνδεσής της με το υπερβατικό ιδεώδες της αλήθειας, είναι χρήσιμη με έναν τρόπο που ποτέ δεν θα γίνουν χρήσιμες οι μηχανικές τέχνες. Μεριμνά για το γενικό καλό και επινοεί καθολικές λύσεις, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως ηθικό πρότυπο για τα άτομα και ως οργανωτικό πρότυπο για την κοινωνία.

* * *

Η επιστήμη, με την έννοια που έχει σήμερα, συγκροτείται στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας κατά την οποία, όμως, δεν διαμορφώνεται η επιστήμη καθαυτή, αλλά ο κοινωνικός ρόλος του επιστήμονα: επιστήμη είναι αυτό που κάνουν οι επιστήμονες. Βασική μέριμνα των επιστημόνων είναι η οριοθέτηση του νεότευκτου κοινωνικού τους πεδίου από δύο γειτονικές περιοχές που εμπλέκονται κι αυτές στα ζητήματα της γνώσης: τη θρησκεία και τις τέχνες του μηχανικού. Η οριοθέτηση γίνεται με πολιτικά, ιδεολογικά και κοινωνικά μέσα. Με την αντικατάσταση της θρησκείας από την επιστήμη στον πυρήνα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, με την επινόηση της προαιώνιας αντιπαλότητας μεταξύ επιστήμης και θρησκείας και με την ηθική και γνωσιολογική αποστασιοποίηση των επιστημόνων από το πρακτικό, εμπορικό πνεύμα των μηχανικών. Όμως και εδώ, όπως και στην περίπτωση του πειράματος και των μαθηματικών που είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα, ενεργοποιούνται διαδικασίες μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Η επιστήμη γίνεται οικουμενική οικειοποιούμενη την οικουμενικότητα του χριστιανικού δόγματος και εδραιώνει τη θέση της στην καρδιά της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας οικειοποιούμενη την υπόσχεση της κοινωνικής ωφελιμότητας από την κουλτούρα των μηχανικών.

Σήμερα δεν διανοούμαστε να αμφισβητήσουμε τον άρρηκτο δεσμό της επιστήμης με τη φυσική αλήθεια, όπως δεν διανοούμαστε να αμφισβητήσουμε τον οικουμενικό της χαρακτήρα και τη κοινωνική της χρησιμότητα. Αν εστιάσουμε στις διαδικασίες με τις οποίες απέκτησε αυτά τα χαρακτηριστικά όμως, τότε η επιστήμη μετατρέπεται σε μια κοινωνική ενδεχομενικότητα, η οποία κατόρθωσε να εδραιώσει τη θέση της μέσω της μεταφοράς κοινωνικού κύρους από άλλες ήδη εδραιωμένες κοινωνικές μορφές. Αυτό δεν είναι κακό ούτε πρωτοφανές. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αναδύονται συχνά νέες κοινωνικές μορφές. Εκείνο που είναι άκρως προβληματικό, όμως, είναι ότι η συγκεκριμένη κοινωνική ενδεχομενικότητα μας έπεισε πως είναι το τέλος της Ιστορίας – η μοναδικά και οριστικά έγκυρη μέθοδος μέσω της οποίας μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο.

Image credit: Jolan Gross Bettelheim, Industrial Section, 1936.