Το τρίγωνο

ΣΤΑ ΤΕΛΗ του 19ου αιώνα διαμορφώνεται το τρίγωνο θρησκεία-επιστήμη-τεχνολογία. Στη μία κορυφή αυτού του τριγώνου βρίσκεται η επιστήμη. Πριν τον 19ο αιώνα και σε πολλές περιπτώσεις κατά τη διάρκειά του δεν μιλάμε για επιστήμη, αλλά για φυσική φιλοσοφία, φυσική ιστορία, χημεία, μαθηματικά, αστρονομία κλπ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1830, ένας καθηγητής του Πανεπιστημίου του Cambridge  είχε την περίεργη ιδέα να χρησιμοποιήσει έναν κοινό όρο για τους ανθρώπους που ασχολούνται με όλα αυτά τα ετερόκλητα αντικείμενα. Ο William Whewell εισάγει στην αγγλική γλώσσα τον νεολογισμό scientist.

Οι αντιδράσεις –φιλολογικές και φιλοσοφικές– είναι πολλές. Τι κοινό έχουν οι φυσικοί φιλόσοφοι με τους ανθρώπους που ασχολούνται με τα φαινόμενα της ζωής και την ιστορία της Γης (τους δύο κλάδους που απαρτίζουν τη φυσική ιστορία) ή με όσους προσπαθούν να μετατρέψουν την προβληματική κληρονομιά της αλχημείας σε έγκυρη εμπειρική γνώση; Μολονότι μπορεί να διασταυρώνονται σε κάποιες επιμέρους μεθοδολογικές επιλογές (κυρίως στη χρήση του πειράματος), οι περιοχές του κόσμου που ερευνούν και το είδος της γνώσης που παράγουν είναι ριζικά διαφορετικό. Υπό ποια έννοια, λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι ονομάζονται συλλήβδην «επιστήμονες»; Αφήστε που η λέξη scientist είναι ένας κακόηχος νεολογισμός που κάνει πολλούς να σκέφτονται ότι πιθανότατα έχει εισαχθεί από τα εκφυλισμένα αμερικανικά αγγλικά! Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι πολλά από τα άτομα που επρόκειτο να μείνουν στην ιστορία ως μεγάλοι επιστήμονες του 19ου αιώνα εξέφρασαν την απέχθειά τους για τον όρο.

Η διαμάχη διαρκεί μέχρι τα τέλη του αιώνα, αλλά στο τέλος ο όρος θα επικρατήσει. Και ο βασικός λόγος γι’ αυτό είναι ότι πίσω από το γλωσσοπλαστικό εγχείρημα του Whewell υπάρχει μια πειστική κοινωνική ατζέντα. Οι επιστήμονες έχουν όντως κάτι κοινό. Μπορεί να διαφέρουν ως προς τα γνωστικά αντικείμενα και τη μεθοδολογία της έρευνας, αλλά είναι έντιμοι άντρες, οι οποίοι προσπαθούν να γνωρίσουν τον κόσμο μέσω ενός κοινού ηθικού κώδικα: Είναι αμερόληπτοι, αποστασιοποιημένοι, αφιλοκερδείς, αφοσιωμένοι στην αναζήτηση της μίας και μοναδικής αλήθειας για τη φύση. Η επινόηση του Whewell δεν είναι ένας απλός νεολογισμός ούτε καν ένα επαγγελματικός προσδιορισμός, αλλά ένας όρος που περιγράφει έναν κοινωνικό ρόλο. Το κοινό που έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται με τα διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα είναι η αρρενωπή τους στάση απέναντι στη γνώση: Είναι σοβαροί, υπεύθυνοι, αυστηροί και αφήνουν έξω από την έρευνά τους τα συναισθήματα και τις προσωπικές τους προτιμήσεις: είναι αντικειμενικοί.

Ο 19ος αιώνας είναι η περίοδος που εδραιώνεται η κοινωνική φιγούρα του επιστήμονα. Και η επιστήμη, όπως την εννοούμε σήμερα, είναι το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας. Μέχρι τότε, η επιστήμη –ο όρος science στα αγγλικά, scientia στα λατινικά– δήλωνε κάτι αρκετά διαφορετικό: την καλή γνώση μιας τέχνης ή μιας δεξιότητας, όπως είναι ο χορός ή η ζαχαροπλαστική. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, αυτό αλλάζει. Η επιστήμη γίνεται σταδιακά αυτό που κάνουν οι επιστήμονες. Από τη σημερινή προοπτική, αυτό συνιστά μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή: Ο επιστήμονας δεν είναι ο άνθρωπος που ασκεί την επιστήμη· η επιστήμη είναι αυτό που ασκούν οι επιστήμονες. Επιστήμη, με άλλα λόγια, είναι αυτό που κάνει μια κοινωνική ομάδα, η οποία έχει μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στα ζητήματα της γνώσης. Πρώτα εμφανίζεται ο κοινωνικός ρόλος και μετά το κοινωνικό πεδίο. Η συνήθης αφήγηση είναι ότι στη διάρκεια του 19ου αιώνα ωρίμασαν οι επιστήμες της φυσικής, της βιολογίας, της χημείας, της γεωλογίας κλπ. και αυτή η ωρίμανση σηματοδότησε την εμφάνιση της σύγχρονης επιστήμης. Η αλήθεια όμως είναι ότι η φυσική, η βιολογία, η χημεία, η γεωλογία κλπ. έγιναν επιστήμες επειδή, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, αυτοί που τις ασκούσαν αναγνωρίστηκαν ως επιστήμονες· ως άνθρωποι, δηλαδή, που ήταν αφοσιωμένοι στην αναζήτηση της φυσικής αλήθειας με αμεροληψία και αντικειμενικότητα.

* * *

Έγραφα, όμως, στην αρχή αυτού του σημειώματος ότι στα τέλη του 19ου αιώνα διαμορφώνεται ένα τρίγωνο. Η επιστήμη συνυπάρχει ανταγωνιστικά με τη χριστιανική θρησκεία και με την τέχνη των μηχανικών, από τις οποίες και επιδιώκει να οριοθετηθεί. Η χριστιανική θρησκεία, συγκροτημένη μέσα από αιώνες δογματικών διαμαχών έχει επεκτείνει τη δικαιοδοσία της και στο πεδίο της γνώσης. Σε θεσμικό επίπεδο, αυτό αποτυπώνεται στην κεντρική θέση που καταλαμβάνει στα curricula των σχολείων και των πανεπιστημίων. Η φυσική φιλοσοφία και η φυσική ιστορία παραδοσιακά είχαν καλή και παραγωγική σχέση με τη θρησκεία. Από τη στιγμή, όμως, που εδραιώνεται ο διακριτός κοινωνικός ρόλος του επιστήμονα –από τη στιγμή, δηλαδή, που ο φυσικός φιλόσοφος παύει να υπηρετεί το αποστολικό έργο της χριστιανικής Εκκλησίας και αποκτά αυτόνομη κοινωνική υπόσταση– προκύπτει και η ανάγκη της οριοθέτησης. Οι επιστήμονες αφοσιώνονται στην οικοδόμηση μιας φυσικής γνώσης που θα θεμελιώνεται στον λόγο και την εμπειρία και η επιστήμη διεκδικεί την είσοδό της στα curricula των σχολείων ανταγωνιστικά προς τη θρησκεία. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται και το ιδεολογικό σχήμα περί προαιώνιας διαμάχης μεταξύ θρησκείας και επιστήμης, το οποίο υποστηρίζεται από την έκδοση σχετικών ιστορικών μονογραφιών που γνωρίζουν μεγάλη διάδοση στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Η επιστήμη δεν αποστασιοποιείται απλώς από τη θρησκεία· οριοθετείται από αυτήν αναδρομικά.

Η κίνηση αυτή συνοδεύεται από τη γνωσιολογική υποβάθμιση της θρησκείας. Η θρησκεία περιορίζεται στον χώρο των προσωπικών πεποιθήσεων, ο οποίος αποτελεί τμήμα της ιδιωτικής σφαίρας. Κάθε άνθρωπος μπορεί να πιστεύει ό,τι κρίνει σωστό· όλοι όμως οφείλουν να αποδέχονται και να συμφωνούν με τις οικουμενικά έγκυρες αλήθειες της επιστήμης. Και σε αυτό ακριβώς έγκειται η καίρια μετατόπιση που εξασφαλίζει τη γνωσιολογική ανωτερότητα της επιστήμης: Η οικουμενικότητα, που μέχρι τον 18ο αιώνα αποτελούσε μοναδικό προνόμιο του (χριστιανικού) δόγματος, αποσυνδέεται από αυτό και αφομοιώνεται από τον λόγο της επιστήμης, προσδίδοντάς του το κύρος που μέχρι τότε κατείχαν οι υπερβατικές αλήθειες της θρησκείας. Όπως συνέβη με τη νομιμοποίηση του πειράματος και των μαθηματικών, που είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα, η εδραίωση της σύγχρονης επιστήμης δεν πραγματοποιείται χάρη στην αυταπόδεικτη γνωσιολογική της ανωτερότητα, αλλά μέσω μιας διαδικασίας μεταφοράς κοινωνικού κύρους, που της επιτρέπει να οικειοποιηθεί τη θέση και την επιρροή ενός ήδη εδραιωμένου –του πλέον εδραιωμένου– κοινωνικού θεσμού.

* * *

Η τρίτη κορυφή του τριγώνου είναι οι μηχανικοί. Οι μηχανικοί του 19ου αιώνα προέρχονται από μεσαία ή κατώτερα κοινωνικά στρώματα και είναι συνήθως αυτοδίδακτοι. Η ενασχόλησή τους με τις μηχανικές τέχνες αποβλέπει στον πλουτισμό. Είναι ευφυείς άνθρωποι οι οποίοι, ζώντας στην καρδιά της βιομηχανικής επανάστασης, επιχειρούν να επωφεληθούν από την ανάγκη της αστικής τάξης για αποδοτικές μηχανές. Προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους, όμως, πρέπει να πείσουν ότι διαθέτουν την ικανότητα να ελέγχουν αποτελεσματικά τις δυνάμεις της φύσης και να κατασκευάζουν μηχανικές διατάξεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του αναδυόμενου βιομηχανικού καπιταλισμού. Ότι δεν είναι, δηλαδή, ευκαιριακοί εφευρέτες, αλλά επιστήμονες, η προσοχή των οποίων είναι στραμμένη στα πρακτικά προβλήματα της κοινωνίας. Σε ένα πλαίσιο όπου η επιστήμη κερδίζει σταδιακά όλο και μεγαλύτερη κοινωνική αναγνώριση, οι μηχανικοί προσπαθούν να δείξουν ότι δεν υστερούν σε κοινωνικό status από τους επιστήμονες. Τους μιμούνται φτιάχνοντας επιστημονικές εταιρείες και οργανώνοντας διαλέξεις για τη διαφώτιση του κοινού – σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, της εργατικής τάξης. Ο σκοπός αυτών των δραστηριοτήτων είναι να προβάλουν το αφιλοκερδές ενδιαφέρον των μηχανικών για τις πρακτικές τέχνες και την κοινωνική χρησιμότητα των κατασκευών τους.

Από την πλευρά τους, οι επιστήμονες κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν την ταύτιση με τους μηχανικούς. Θεωρούν ότι οι τελευταίοι είναι ιδιοτελείς, αμόρφωτοι και αδιάφοροι για το υπερβατικό ιδεώδες της αλήθειας στο οποίο είναι αφοσιωμένοι οι ίδιοι. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται σήμερα, στην εποχή της συγχώνευσης επιστήμης και τεχνολογίας, μεγάλο μέρος της προσπάθειας που κάνουν οι επιστήμονες για να εδραιώσουν την κοινωνική τους θέση είναι αφιερωμένο στην οριοθέτησή τους από τους μηχανικούς: Οι επιστήμονες δεν λερώνουν τα χέρια τους με τη «λάσπη του εργοστασίου» και δεν αποβλέπουν στον προσωπικό πλουτισμό. Είναι ευγενείς, ανιδιοτελείς και ο μοναδικός στόχος της εργασίας τους είναι η αποκάλυψη της φυσικής αλήθειας.

Από τη στιγμή, όμως, που αυτή η φυσική αλήθεια έχει πάψει να υπηρετεί τη δόξα του Δημιουργού (και μάλιστα επιχειρείται η όσο το δυνατόν πιο αυστηρή οριοθέτηση της επιστήμης από τη θρησκεία), η έννοια της κοινωνικής χρησιμότητας που εισήχθη από τους μηχανικούς δεν ακούγεται καθόλου άσχημα στ’ αυτιά των επιστημόνων. Έτσι, οι επιστήμονες οριοθετούνται μεν από τους μηχανικούς, αλλά οικειοποιούνται από αυτούς την αξίωση της κοινωνικής χρησιμότητας: Η επιστήμη δεν είναι μόνο οικουμενική, αλλά και χρήσιμη. Και μάλιστα, λόγω της σύνδεσής της με το υπερβατικό ιδεώδες της αλήθειας, είναι χρήσιμη με έναν τρόπο που ποτέ δεν θα γίνουν χρήσιμες οι μηχανικές τέχνες. Μεριμνά για το γενικό καλό και επινοεί καθολικές λύσεις, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως ηθικό πρότυπο για τα άτομα και ως οργανωτικό πρότυπο για την κοινωνία.

* * *

Η επιστήμη, με την έννοια που έχει σήμερα, συγκροτείται στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας κατά την οποία, όμως, δεν διαμορφώνεται η επιστήμη καθαυτή, αλλά ο κοινωνικός ρόλος του επιστήμονα: επιστήμη είναι αυτό που κάνουν οι επιστήμονες. Βασική μέριμνα των επιστημόνων είναι η οριοθέτηση του νεότευκτου κοινωνικού τους πεδίου από δύο γειτονικές περιοχές που εμπλέκονται κι αυτές στα ζητήματα της γνώσης: τη θρησκεία και τις τέχνες του μηχανικού. Η οριοθέτηση γίνεται με πολιτικά, ιδεολογικά και κοινωνικά μέσα. Με την αντικατάσταση της θρησκείας από την επιστήμη στον πυρήνα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, με την επινόηση της προαιώνιας αντιπαλότητας μεταξύ επιστήμης και θρησκείας και με την ηθική και γνωσιολογική αποστασιοποίηση των επιστημόνων από το πρακτικό, εμπορικό πνεύμα των μηχανικών. Όμως και εδώ, όπως και στην περίπτωση του πειράματος και των μαθηματικών που είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα, ενεργοποιούνται διαδικασίες μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Η επιστήμη γίνεται οικουμενική οικειοποιούμενη την οικουμενικότητα του χριστιανικού δόγματος και εδραιώνει τη θέση της στην καρδιά της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας οικειοποιούμενη την υπόσχεση της κοινωνικής ωφελιμότητας από την κουλτούρα των μηχανικών.

Σήμερα δεν διανοούμαστε να αμφισβητήσουμε τον άρρηκτο δεσμό της επιστήμης με τη φυσική αλήθεια, όπως δεν διανοούμαστε να αμφισβητήσουμε τον οικουμενικό της χαρακτήρα και τη κοινωνική της χρησιμότητα. Αν εστιάσουμε στις διαδικασίες με τις οποίες απέκτησε αυτά τα χαρακτηριστικά, όμως, τότε η επιστήμη μετατρέπεται σε μια κοινωνική ενδεχομενικότητα, η οποία κατόρθωσε να εδραιώσει τη θέση της μέσω της μεταφοράς κοινωνικού κύρους από άλλες ήδη εδραιωμένες κοινωνικές μορφές. Αυτό δεν είναι κακό ούτε πρωτοφανές. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αναδύονται συχνά νέες κοινωνικές μορφές. Εκείνο που είναι άκρως προβληματικό, όμως, είναι ότι η συγκεκριμένη κοινωνική ενδεχομενικότητα μας έπεισε πως είναι το τέλος της Ιστορίας – η μοναδικά και οριστικά έγκυρη μέθοδος μέσω της οποίας μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο.

Image credit: Jolan Gross Bettelheim, Industrial Section, 1936.

Τα θεμέλια της επιστήμης

ΕΓΡΑΦΑ ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα ότι η φύση είναι το μεγάλο τεχνούργημα. Αν απομονώσει κανείς αυτόν τον ισχυρισμό, θα μπορούσε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η φύση είναι μια «κοινωνική κατασκευή» – μια θεώρηση του κόσμου που προέκυψε ως πολιτισμικό επιφαινόμενο από ένα σύνολο κοινωνικών διεργασιών. Η γραμμή σκέψης που επιχειρεί να αναγάγει το φυσικό στο κοινωνικό είναι γνωστή στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες ως κοινωνική κατασκευασιοκρατία. Μολονότι σε πολλές περιπτώσεις η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα παραγωγική, η χρήση της για την κατανόηση των διεργασιών που οδήγησαν στη διαμόρφωση της φύσης μπορεί να οδηγήσει σε μια σοβαρή παρανόηση: Στην ιδέα ότι η κοινωνία προϋπήρχε της φύσης. Στην πραγματικότητα, αυτό που προσπάθησα να δείξω στο προηγούμενο σημείωμα είναι ότι η δημιουργία της φύσης ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς ιστορικών διεργασιών που σηματοδότησαν τη μετάβαση από έναν ενεργητικό και περιεκτικό κόσμο σε μια διχοτομία, η οποία τοποθετεί στον ένα της πόλο τον έλλογο και ενεργητικό άνθρωπο και στον άλλο την παθητική και διαθέσιμη φύση. Υπό αυτή την έννοια, η φύση και η κοινωνία αναδύονται ταυτόχρονα, είναι προϊόντα της ίδιας ιστορικής διαδικασίας και η μία αποτελεί το περιβάλλον της άλλης. Μάλιστα, επειδή η σχέση τους είναι ιεραρχική με κριτήριο το ποιος διαθέτει ικανότητα εμπρόθετης δράσης (agency) και ποιος όχι, ο ρόλος του αυτεξούσιου έλλογου όντος αποδίδεται στην κοινωνία, ενώ στη φύση αποδίδεται ο ρόλος της απρόσωπης και άλογης δύναμης.

Αυτό είναι και το πλαίσιο στο οποίο γεννιέται η σύγχρονη επιστήμη. Η επιστήμη είναι ο θεσμός που αναλαμβάνει να διατηρήσει την αναγκαία ένταση μεταξύ φύσης και κοινωνίας, ώστε να συνεχίσουν να υφίστανται ως διακριτές οντότητες. Για να το πετύχει αυτό κανονικοποιεί τη διάκριση φύσης-κοινωνίας και αναπτύσσει πρακτικές μέσω των οποίων επικυρώνεται η ιεραρχική σχέση που τις συνδέει. Για λόγους που δεν μπορούμε να εξετάσουμε εδώ, η εδραίωση αυτού του θεσμού δεν είναι εύκολη. Θα διαρκέσει από τον 17ο μέχρι τον 19ο αιώνα και σε αυτό το διάστημα η επιστημονική κοσμοθεώρηση θα γραφτεί και θα ξαναγραφτεί αρκετές φορές. Αλλά σε αυτό το διάστημα συγκροτείται, επίσης, το εννοιολογικό και μεθοδολογικό πλαίσιο που θα καταστήσει την επιστήμη κεντρικό πυλώνα της νεοτερικότητας. Το πλαίσιο αυτό θεμελιώνεται σε τρεις βασικές παραδοχές.

ΥΛΗ

Η πρώτη παραδοχή αφορά την παθητικοποίηση της ύλης. Μπορεί να ακούγεται παράξενο σήμερα, αλλά η ύλη δεν ήταν πάντοτε αυτή η αδρανής και ανενεργή ουσία που έχουμε συνηθίσει να διαχειριζόμαστε με τα μέσα που θέτει στη διάθεσή μας η επιστήμη. Στους περισσότερους προνεοτερικούς πολιτισμούς (και σε αρκετούς σύγχρονούς μας) οι οντότητες του φυσικού κόσμου διαθέτουν ικανότητα εμπρόθετης δράσης και ένα πρόγραμμα ζωής που τους επιτρέπει να χαράσσουν τη δική τους διαδρομή στον κόσμο. Στην Ιστορία της Επιστήμης μιλάμε για την αντικατάσταση του «αναγεννησιακού ανιμισμού» από τη μηχανοκρατία, από την αντίληψη δηλαδή ότι ο κόσμος αποτελείται από συναρμογές αδρανούς ύλης, οι οποίες λειτουργούν σαν μηχανικά αυτόματα. Πριν την έλευση της μηχανοκρατίας, όμως, τα άτομα που ασχολούνταν με τον έλεγχο των φυσικών δυνάμεων, ήξεραν ότι οι φυσικές οντότητες δεν παραδίδονται παθητικά στις προθέσεις των ανθρώπων. Αντιθέτως, οι άνθρωποι ήταν μέρος ενός έμβιου και ενεργητικού κόσμου, όπου για να πετύχουν τους σκοπούς τους έπρεπε να συνδιαλλαγούν ενεργητικά με τις βουλήσεις και τα προγράμματα ζωής ενός πλήθους μη ανθρώπινων δρώντων. Για αιώνες, η μεγάλη επιδίωξη της ανθρώπινης γνώσης ήταν να αποκρυπτογραφήσει τις προθέσεις των μη ανθρώπινων δρώντων και να διαμορφώσει μια γλώσσα μέσω της οποίας θα μπορούσε να συνομιλήσει με αυτούς.

Αυτός ήταν ο κόσμος της μαγείας. Η τέχνη του ελέγχου των φυσικών δυνάμεων σε έναν πυκνοκατοικημένο κόσμο που έσφυζε από ζωή ήταν το αντικείμενο των φυσικών μάγων, των αλχημιστών, των αστρολόγων και των θεραπευτών. Η εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης ήρθε να κλονίσει τη συγκεκριμένη αντίληψη και να απονομιμοποιήσει τις πρακτικές που θεμελιώνονταν σε αυτή. Η μηχανοκρατία μετέτρεψε τον κόσμο σε ένα σύνολο από άβουλες οντότητες, οι οποίες ελέγχονται μηχανικά από τους νόμους που έχει θέσει ο Δημιουργός. Ο άνθρωπος, λόγω της προνομιακής θέσης που κατέχει στην τάξη των πραγμάτων, είναι σε θέση να γνωρίσει αυτούς τους νόμους και, μέσω της γνώσης του, να θέσει την ύλη στην υπηρεσία του. Η μετάβαση από τον ανιμισμό στη μηχανοκρατία σηματοδοτεί και τη μετάβαση από τη μαγεία στην επιστήμη· από έναν κόσμο όπου η ενεργητικότητα των μη ανθρώπινων οντοτήτων λαμβάνεται υπόψη για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος σε έναν κόσμο όπου το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μέσω της ψυχρής χειραγώγησης της ύλης και των νόμων που διέπουν τις αλληλεπιδράσεις των φυσικών σωμάτων.

Και, φυσικά, αυτή η μετάβαση συνοδεύεται και από μια διαδικασία μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Οι άνθρωποι που συνομιλούσαν με την ύλη και τις μη ανθρώπινες οντότητες απαξιώνονται και δυσφημίζονται ως μυστικιστές, αποκρυφιστές και όργανα σκοτεινών δυνάμεων. Ο Robert Boyle θα απαρνηθεί την αλχημεία και θα μετατραπεί σε «αξιοπρεπή» πειραματιστή, ενώ ο Νεύτων θα ενσωματώσει προσεκτικά τις αλχημιστικές του πεποιθήσεις στο επίμετρο της Οπτικής του υπό τη μορφή θεωρητικών στοχασμών. Κάθε αναφορά σε «απόκρυφες ποιότητες» απεμπολείται από τον λόγο της νέας φυσικής φιλοσοφίας. Παρά ταύτα, η γνώση που κατείχαν όλες αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων δεν εξαϋλώνεται. Απορροφάται από τους φυσικούς φιλοσόφους και μετατρέπεται σε «έγκυρη» γνώση, θεμελιωμένη στον λόγο και την εμπειρία. Οι φορείς της γνώσης δεν είναι πλέον άτομα από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα που κατέχουν την τέχνη της διαπραγμάτευσης με την ενεργητική και ευμετάβλητη ύλη, αλλά εκπρόσωποι της ανερχόμενης αστικής τάξης, που χρησιμοποιούν τη φυσική γνώση για να εξουσιάσουν την άβουλη και παθητική ύλη. Αυτή η μεταφορά κοινωνικού κύρους είναι και το πλαίσιο στο οποίο πραγματοποιείται η δαιμονοποίηση της μαγείας: Το κυνήγι των μαγισσών, δηλαδή η φυσική εξάλειψη των εκπροσώπων της προνεοτερικής φυσικής γνώσης που αφομοιώνεται και εξορθολογίζεται από τη μηχανοκρατία, είναι η άλλη όψη της Επιστημονικής Επανάστασης.

ΠΕΙΡΑΜΑ

Η δεύτερη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι η ιδέα ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο με τη βοήθεια του πειράματος. Το πείραμα είναι η ελεγχόμενη δοκιμασία της φύσης, η οποία έχει στόχο να μας αποκαλύψει όψεις και διαδικασίες, οι οποίες είναι απροσπέλαστες από την απλή παρατήρηση. Επί αιώνες οι άνθρωποι προσπαθούσαν να κατανοήσουν τις κρυμμένες πλευρές της φύσης μέσω του συνδυασμού δύο μεθόδων: της παρατήρησης και του συλλογισμού. Η παρατήρηση είχε στόχο να συλλάβει την αυθόρμητη έκφραση της φύσης και ο συλλογισμός να παρουσιάσει έναν εύλογο τρόπο σύνδεσης των «πρώτων», μεταφυσικών αρχών με τα παρατηρούμενα αποτελέσματα. Το πείραμα είναι μια πολύ πιο αυστηρή διαδικασία. Δεν αρκείται στην παρατήρηση της αυθόρμητης έκφρασης της φύσης, αλλά την καθηλώνει στο εργαστήριο και της υποβάλλει ερωτήσεις. Και, όπως γίνεται πάντα στη διαδικασία της ανάκρισης, προκειμένου να την υποχρεώσει να αποκαλύψει τα μυστικά της, την αποκόπτει από όλο το εύρος των επιλογών μέσω των οποίων αυτή εκφράζει την αυτενέργειά της και την περιορίζει σε μια μονοδιάστατη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Υπό αυτή την έννοια, ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ερώτημα καθορίζει και το είδος της απάντησης: Η φύση καλείται να επιβεβαιώσει ότι είναι μονοδιάστατη, ντετερμινιστική και μηχανιστική. Αυτή ήταν εξαρχής και η αντίρρηση όσων αντιτάχθηκαν στην πειραματική μελέτη της φύσης: Η φύση δεν πρόκειται να μας αποκαλύψει τις κρυμμένες αλήθειες της με τη βία. Κι αν φανεί ότι το κάνει, οι απαντήσεις που θα μας δώσει θα είναι, στην πραγματικότητα, παραπλανητικές.

Για πολλούς φυσικούς φιλοσόφους της πρώιμης νεοτερικότητας, επομένως, το πείραμα ήταν μια αναξιόπιστη μέθοδος μελέτης της φύσης. Ένας επιπλέον λόγος γι’ αυτό ήταν ότι κατά την πειραματική διαδικασία χρησιμοποιούνταν τεχνουργήματα, κατασκευές και διατάξεις που δεν είχαν καμία «φυσικότητα» οι ίδιες, δεν είχαν δηλαδή καμιά σχέση με όσα υπάρχουν και συμβαίνουν πραγματικά στη φύση. Άρα, με ποιον τρόπο αυτή η επιστημολογικά ανεπαρκής, χειροτεχνική και σχεδόν παιγνιώδης διαδικασία αντικατέστησε την ασφαλή και επί αιώνες δοκιμασμένη σύνθεση παρατήρησης και συλλογισμού;

Ένας παράγοντας που συνέβαλε στη νομιμοποίηση της πειραματικής διαδικασίας ήταν η σύνδεσή της με το Επιχείρημα του Σχεδιασμού. Όπως έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, το Επιχείρημα του Σχεδιασμού απορρέει από την πεποίθηση ότι ο τρόπος με τον οποίο σκέφτηκε ο Θεός για να δημιουργήσει τον κόσμο είναι αδιαπέραστος από την πεπερασμένη ανθρώπινη νόηση: Ο Θεός έπραξε σύμφωνα με την απολύτως ελεύθερη, απεριόριστη και ανεξιχνίαστη βούλησή του. Άρα, αν θέλουμε να συλλάβουμε, έστω μερικώς, τη σοφία, τη δύναμη και την πρόνοια με την οποία έδρασε ο Δημιουργός, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μελετήσουμε το ίδιο το δημιούργημά του. Όμως, η απλή παρατήρηση δεν αρκεί, γιατί για να συλλάβουμε το μεγαλείο της Δημιουργίας πρέπει να φέρουμε στο φως τους κρυμμένους μηχανισμούς με τους οποίους εφοδίασε το σύμπαν ο «μεγάλος ωρολογοποιός». Έτσι, από πολύ νωρίς, το πείραμα τίθεται στην υπηρεσία του Επιχειρήματος του Σχεδιασμού. Η εμπειρική μελέτη του κόσμου αποκαλύπτει τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίο έδρασε ο Θεός, χωρίς να υποβιβάζει τη διάνοιά του στο ανθρώπινο επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο από αυτή την άποψη ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι πειραματικές επιδείξεις, πέρα από την καθαυτό ευρετική τους λειτουργία, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά για την ενίσχυση της πίστης των λαϊκών ακροατηρίων και την επιβεβαίωση της θεολογικής αποστολής της νέας φυσικής φιλοσοφίας.

Ο δεύτερος παράγοντας που συνέβαλε στη νομιμοποίηση της πειραματικής διαδικασίας είναι ταξικός. Όταν ο Robert Boyle πραγματοποιούσε τα πειράματά του για να κατανοήσει τη συμπεριφορά της ύλης κάτω από διάφορες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας, η πειραματική διαδικασία τελούσε ακόμα υπό αμφισβήτηση. Έτσι, ο ιρλανδός πειραματιστής κατέφυγε σε ένα σύνολο στρατηγικών που θεωρούσε ότι θα προσδώσουν αξιοπιστία στα πειραματικά του ευρήματα. Ο κοινός παρονομαστής αυτών των στρατηγικών συνοψίζεται στη λέξη «μαρτυρία». Δεν προσπάθησε να δείξει ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα επειδή το πείραμα αποτελεί έγκυρη μέθοδο μελέτης της φύσης, αλλά το αντίθετο, ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα και γι’ αυτό το πείραμα αποτελεί έγκυρη μέθοδο μελέτης της φύσης. Και για να πείσει ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα επιστρατεύει τη μαρτυρία αξιόπιστων πολιτών. Παρόντες στις πειραματικές επιτελέσεις του Boyle είναι gentlemen, οι οποίοι, με το κύρος που τους προσδίδει η ταξική τους θέση, επιβεβαιώνουν την ακρίβεια των αναφερόμενων στις δημοσιευμένες πειραματικές αναφορές του. Ο Boyle έχει μείνει στην Ιστορία της Επιστήμης ως ένας σχολαστικός πειραματιστής, ο οποίος συνέβαλε στην κατανόηση των ιδιοτήτων της ύλης. Η σημαντικότερη συμβολή του, όμως, έχει να κάνει με την επιστημολογική νομιμοποίηση της ίδιας της πειραματικής διαδικασίας. Επιστρατεύοντας μια ευφυή κοινωνική στρατηγική, συνέδεσε την αξιοπιστία του πειράματος με την αξιοπιστία της ανερχόμενης αστικής τάξης. Και αυτό κατέστησε το πείραμα έναν από τους πυλώνες της νεοτερικής επιστήμης.

Είπαμε παραπάνω ότι η δεύτερη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο με τη βοήθεια του πειράματος. Τώρα μπορούμε να δούμε ότι η παραδοχή αυτή, όπως συνέβη και στην περίπτωση της παθητικοποίησης της ύλης, θεμελιώθηκε μέσω μιας διαδικασίας μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για τη μεταφορά κοινωνικού κύρους από ένα πρότυπο γνώσης σε ένα άλλο, αλλά από ένα πλαίσιο εδραιωμένης κοινωνικής εξουσίας σε έναν τρόπο μελέτης της φύσης. Το πείραμα ποτέ δεν απέδειξε με αδιαμφισβήτητο τρόπο την γνωσιολογική του υπεροχή έναντι του συνδυασμού παρατήρησης και μεταφυσικού συλλογισμού. Συνδέθηκε, όμως, με το κύρος της χριστιανικής θρησκείας, η οποία στράφηκε στην εμπειρική μελέτη της φύσης για να ανιχνεύσει το Σχέδιο της Δημιουργίας, και με το κύρος της ανερχόμενης αστικής τάξης, η οποία είδε σε αυτό έναν χρήσιμο τρόπο δημιουργίας συναινέσεων μεταξύ ομοτίμων.

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ

Η τρίτη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι η πεποίθηση ότι η γλώσσα της επιστήμης είναι τα μαθηματικά. Όλα τα βιβλία Ιστορίας της Επιστήμης επαναλαμβάνουν τη φράση του Γαλιλαίου ότι «η φιλοσοφία είναι γραμμένη στο βιβλίο της φύσης στη γλώσσα των μαθηματικών». Ωστόσο, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ότι από την Αρχαιότητα τα μαθηματικά και οι μαθηματικοί ήταν τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Οι μαθηματικοί ήταν οι χειρώνακτες της σκέψης και το έργο τους, που περιοριζόταν σε μετρήσεις και υπολογισμούς, δεν θεωρούνταν ισότιμο με τα διανοητικά επιτεύγματα των φιλοσόφων. Ακόμα χειρότερα, η εξέλιξη της γλώσσας των μαθηματικών δεν τα έφερνε πλησιέστερα στον κόσμο της εκλεπτυσμένης γνώσης, αλλά στον κόσμο της φαντασίας και του παιχνιδιού. Ακόμα και τον 18ο αιώνα, όταν πλέον το έργο του Νεύτωνα (Οι Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας) έχει κερδίσει ευρεία αναγνώριση, ακούγονται φωνές από τον χώρο της φιλοσοφίας που διαμαρτύρονται για τη θεμελίωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας σε τόσο επισφαλή θεμέλια. Το επιχείρημα είναι απλό και στέρεο: Τα μαθηματικά, στην καλύτερη περίπτωση, μπορούν να αναπαραστήσουν σχέσεις· αδυνατούν, όμως, να συλλάβουν τις αιτίες των φαινομένων. Τα μαθηματικά περιγράφουν, δεν εξηγούν. Άρα, η γνώση που μας προσφέρουν είναι ατελής και, για να ολοκληρωθεί, χρειάζεται την υποστήριξη του μεταφυσικού συλλογισμού, ο οποίος οδηγεί στις αιτίες των φαινομένων.

Πώς κατάφεραν, λοιπόν, τα μαθηματικά να αναγνωριστούν ως η κατεξοχήν γλώσσα της σύγχρονης επιστήμης; Όταν ο Κοπέρνικος έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου με το οποίο εισήγαγε το ηλιοκεντρικό σύστημα πως ό,τι είναι μαθηματικά ορθό είναι και φυσικά αληθές, έκανε μια τεράστια υπέρβαση, η οποία προκάλεσε την αντίδραση της Καθολικής Εκκλησίας και πολλών σχολαστικών φιλοσόφων που είδαν τη θέση τους στην ιεραρχία της γνώσης να υπονομεύεται. Παρ’ όλα αυτά, εγκαινίασε τη μετάβαση σε ένα νέο πρότυπο φυσικής γνώσης, το οποίο νομιμοποιήθηκε, και πάλι, μέσω μιας διαδικασίας μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Η σταδιοδρομία του Γαλιλαίου αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας. Μαθηματικός και υποστηρικτής του ηλιοκεντρικού συστήματος ο ίδιος, επιχειρεί να εισαγάγει μια νέα φυσική, η οποία βασίζεται στη μαθηματική θεώρηση της φύσης. Τα φυσικά φαινόμενα, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, υπακούν σε νόμους οι οποίοι έχουν μαθηματική μορφή και συγκροτούν τον πυρήνα της πραγματικότητας, ανεξάρτητα από τους ενδεχομενικούς παράγοντες που επηρεάζουν κατά περίπτωση την έκφρασή τους. Η προσπάθεια του Γαλιλαίου δεν θα είχε καλύτερη τύχη από την προσπάθεια του Κοπέρνικου. Όμως, ο Γαλιλαίος είχε καλύτερη στρατηγική: Εκμεταλλευόμενος τα δίκτυα πατρωνίας της εποχής του, καταλήγει στην αυλή των Μεδίκων με τον τίτλο του «πρώτου μαθηματικού και φιλόσοφου». Αυτό που επιτυγχάνει είναι συμβολικό, αλλά έχει μεγάλη σημασία: Φέρνει τα μαθηματικά στο ίδιο επίπεδο με τη φιλοσοφία ή, για να το πούμε διαφορετικά, προσδίδει στα μαθηματικά το ίδιο επιστημολογικό κύρος με τη φιλοσοφία. Τα μαθηματικά έχουν δικαίωμα να αποφαίνονται για την ουσία της πραγματικότητας, όπως έκανε μέχρι τότε κατ’ αποκλειστικότητα η φιλοσοφία.

Από τον Γαλιλαίο μέχρι τον Νεύτωνα και κατόπιν μέχρι τη φυσική φιλοσοφία του 18ου αιώνα, τα μαθηματικά καταλαμβάνουν όλο και πιο κεντρική θέση στο νέο πρότυπο φυσικής γνώσης. Αυτό δεν συμβαίνει, όμως, επειδή με κάποιον αδιάβλητο τρόπο απέδειξαν τη γνωσιολογική τους υπεροχή. Συμβαίνει επειδή οι ίδιοι οι μαθηματικοί κερδίζουν κοινωνική αναγνώριση και γίνονται δεκτοί (όχι χωρίς δυσκολίες, φυσικά) στον κόσμο της φιλοσοφίας. Αυτή την αναγνώριση, όμως, δεν την κερδίζουν από τους φιλοσόφους, αλλά από τους ηγεμόνες που τους φιλοξενούν στις αυλές τους (αυτή είναι η περίπτωση του Kepler και του Γαλιλαίου) ή τους υποστηρίζουν οικονομικά για να μπορέσουν να φέρουν εις πέρας το έργο τους (αυτή είναι η περίπτωση πολλών Γάλλων μαθηματικών και φυσικών φιλοσόφων του 18ου αιώνα). Οι ηγεμόνες –είτε πρόκειται για φιλόδοξους τοπικούς άρχοντες, είτε για τον βασιλιά της Γαλλίας, είτε για τον Φρειδερίκο της Πρωσίας και την Αικατερίνη Β’ της Ρωσίας– περιβάλλουν με το κοινωνικό τους κύρος τους μαθηματικούς, οι οποίοι, από την πλευρά τους, φροντίζουν να τους δείχνουν ότι το έργο τους είναι χρήσιμο για την στήριξη και την επέκταση της επιρροής τους. Μέσω αυτής της συναλλαγής, η οποία οδηγεί στην κοινωνική αναβάθμιση των μαθηματικών [ανθρώπων] επέρχεται και η επιστημολογική αναβάθμιση των μαθηματικών [γνωστικού πεδίου].

Όμως, τα μαθηματικά έχουν βεβαρυμμένο παρελθόν. Όσο αποτελεσματικά κι αν περιγράφουν τις κανονικότητες που διέπουν τα φυσικά φαινόμενα, αδυνατούν να φτάσουν στις αιτίες που τα προκαλούν· αδυνατούν, δηλαδή, να τα εξηγήσουν. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη επιστημολογική μετατόπιση στην οποία θεμελιώνεται η νεοτερική επιστήμη. Λόγω του κοινωνικού κύρους που έχουν αποκτήσει τα μαθηματικά, η νέα φυσική φιλοσοφία ενσωματώνει την πεποίθηση ότι η φυσική γνώση ισοδυναμεί με τη μαθηματική περιγραφή της πραγματικότητας. Έτσι, παραιτείται οριστικά από την αναζήτηση των αιτίων και υιοθετεί ένα νέο πρότυπο γνώσης που αρκείται στην εύρεση των φυσικών νόμων.

***

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ είναι ο θεσμός που αναλαμβάνει να επικυρώσει τη διάκριση φύσης-κοινωνίας και να θεμελιώσει τις πρακτικές που αποτυπώνουν τη μεταξύ τους ιεραρχική σχέση. Οι παραδοχές που συγκροτούν το γνωσιολογικό υπόβαθρο της νεοτερικής επιστήμης είναι τρεις:

  • Η ύλη είναι παθητική και αδρανής
  • Ο καταλληλότερος τρόπος για να γνωρίσουμε τη φύση είναι το πείραμα
  • Η γλώσσα της επιστήμης είναι τα μαθηματικά

Καμία από αυτές τις παραδοχές δεν είναι αυταπόδεικτη. Και καμία δεν απέδειξε με αδιαμφισβήτητο τρόπο τη γνωσιολογική της υπεροχή έναντι των παραδοχών που στήριζαν την προνεοτερική φυσική γνώση. Η νομιμοποίηση αυτών των παραδοχών και, κατ’ επέκταση, η θεμελίωση της νεοτερικής επιστήμης έγινε με διαδικασίες μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Στην περίπτωση της παθητικοποίησης της ύλης, οι άνθρωποι που κατείχαν την τέχνη της διαπραγμάτευσης με μια ενεργητική και ευμετάβλητη ύλη παραχώρησαν τη θέση τους στους εκπροσώπους της ανερχόμενης αστικής τάξης, οι οποίοι είδαν στη νέα φυσική φιλοσοφία το μέσο που θα τους επέτρεπε να εξουσιάσουν μια άβουλη και παθητική ύλη. Στην περίπτωση του πειράματος, μια γνωσιολογικά έωλη διαδικασία, η οποία φέρει στον πυρήνα της τη βία του κατακτητικού αστικού βλέμματος, κερδίζει τη νομιμοποίησή της αντλώντας κοινωνικό κύρος αφενός από το θεολογικό υπόβαθρο της φυσικής φιλοσοφίας και, αφετέρου, από τη δικαιοπρακτική αξιοπιστία των εκπροσώπων της αστικής τάξης. Στην περίπτωση των μαθηματικών, μια φιλοσοφικά ανεπαρκής μορφή αναπαράστασης της φυσικής πραγματικότητας εδραιώνεται στον πυρήνα της νέας φυσικής φιλοσοφίας χάρη στην αναβαθμισμένη κοινωνική θέση που καταλαμβάνουν οι μαθηματικοί στα δίκτυα πατρωνίας της πρώιμης νεοτερικότητας.

Η επιστήμη αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της νεοτερικότητας. Η εδραίωσή της υποτίθεται ότι σηματοδοτεί την απομάγευση του κόσμου, τη μετάβαση, δηλαδή, από μια παραισθητική αντίληψη της πραγματικότητας σε μια στέρεη φυσική γνώση που θεμελιώνεται στον λόγο και την εμπειρία. Αν δούμε, όμως, την ανάδυση της επιστήμης ως ένα γνωσιολογικό εγχείρημα που υποστηρίζεται από διαδικασίες μεταφοράς κοινωνικού κύρους, τότε η γνωσιολογική της εγκυρότητα μένει έκθετη: Οι παραδοχές στις οποίες θεμελιώνεται μπορεί να είναι έγκυρες μπορεί και όχι· τίποτα δεν έχει αποδειχθεί οριστικά και πέραν πάσης αμφιβολίας, όμως. Συνεπώς, στην τρέχουσα μορφή της η επιστήμη δεν αποτυπώνει τη φυσική τάξη των πραγμάτων, αλλά την τάξη του λόγου μέσω του οποίου ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Τα τρία Δ του ψηφιακού

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Φιλοσοφία του Ψηφιακού. Μια εισαγωγή, που επιμελήθηκε η Γκόλφω Μαγγίνη, είναι ένα σπουδαίο εκδοτικό εγχείρημα. Αυτό δεν αποτελεί φιλοφρόνηση σε μια συνάδελφο που επί χρόνια ασχολείται παραγωγικά με τη φιλοσοφία της τεχνολογίας και έχει δώσει τη δυνατότητα σε πολλούς νέους ανθρώπους να έρθουν σε επαφή με το πεδίο. Αποτελεί έπαινο για μια πρωτοβουλία, η οποία (με τη βοήθεια πολλών από αυτούς τους νέους ανθρώπους) μετέφερε στην ελληνική γλώσσα μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα γύρω από τη φιλοσοφία του ψηφιακού. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία είναι εξαιρετικά σημαντική για δύο αλληλένδετους λόγους: Αφενός, επειδή –όπως συμβαίνει πάντοτε με τις μεταφράσεις σημαντικών («κλασικών») κειμένων– η γλώσσα υποδοχής εμπλουτίζεται με έννοιες και λέξεις που επιτρέπουν στους χρήστες της να σκεφτούν με νέους τρόπους, να διανοηθούν νέες πραγματικότητες και να οραματιστούν νέες προοπτικές. Η μετάφραση –ιδιαίτερα η μετάφραση κειμένων που σηματοδοτούν καίριες αλλαγές στον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας– διευρύνει την εννοιολογική επικράτεια της γλώσσας υποδοχής και πυκνώνει το σημασιολογικό της περιεχόμενο: την καθιστά περισσότερο πολύσημη και πολυδύναμη. Αφετέρου, επειδή ο συλλογικός τόμος Φιλοσοφία του Ψηφιακού, όπως ακριβώς δηλώνει ο τίτλος του, περιλαμβάνει φιλοσοφικά κείμενα για το ψηφιακό. Η συζήτηση για τα ψηφιακά μέσα είναι στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, αλλά, δυστυχώς, δεν πρόκειται για σοβαρή συζήτηση. Ακόμα και οι συζητήσεις που διεξάγονται σε πανεπιστημιακά περιβάλλοντα και σε ακαδημαϊκές εκδόσεις, πολύ δε περισσότερο εκείνες που έχουν κατακλύσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έχουν χαρακτηριστικά ηθικού πανικού: Οι ψηφιακές τεχνολογίες είναι εδώ για να μας αποξενώσουν από τους εαυτούς μας κι από τους συνανθρώπους μας, για να υπονομεύσουν τη δημιουργικότητά μας, για να κλέψουν τις δουλειές μας και για να οδηγήσουν τα παιδιά μας στον όλεθρο του εθισμού. Σίγουρα κάποια βάση έχουν όλες αυτές οι συζητήσεις, επειδή ακριβώς δεν πρόκειται για τα ψηφιακά μέσα γενικώς, αλλά για τα ψηφιακά μέσα του καπιταλισμού. Όμως, η έμφαση σε μια a priori τεχνοφοβική και απορριπτική προσέγγιση μας στερεί τη δυνατότητα να κατανοήσουμε την πραγματική φύση του ψηφιακού. Και αυτό ακριβώς είναι που επιχειρεί να διορθώσει το συγκεκριμένο βιβλίο: Μεταφέροντας τη συζήτηση από τα πεδία της ηθικής και της νομικής ρύθμισης στο πεδίο της οντολογίας, μας βοηθά να αποκτήσουμε μια ουσιαστική κατανόηση της φύσης του ψηφιακού. Και, ενδεχομένως, να τοποθετήσουμε τη σχετική συζήτηση σε μια διαφορετική, πιο ενημερωμένη (informed) βάση.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να συνοψίσουμε τις θεματικές γύρω από τις οποίες αναπτύσσεται ο προβληματισμός του βιβλίου. Θα προτείνω έναν από αυτούς, που θεωρώ ότι αναδεικνύει με πιο ξεκάθαρο τρόπο τη φιλοσοφική διάσταση του όλου εγχειρήματος. Οι τρεις προβληματικές που διαπερνούν τον τόμο θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε τρία Δ: Δυαδικότητα, Διακριτότητα και Δυνητικότητα.

Η δυαδικότητα αφορά την πληροφορία. Σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό του Gregory Bateson, ένα bit, μια μονάδα πληροφορίας, «is a difference which makes a difference». Είναι, δηλαδή, μια δυαδικότητα που έχει ένα στοιχειώδες νόημα, υπό την έννοια ότι αποκλείει μία κατάσταση και επιτρέπει μία άλλη. Από τη συναρμογή τέτοιων δυαδικοτήτων μπορούν προοδευτικά να προκύψουν σύνθετες πληροφοριακές δομές. Ο Luciano Floridi το συνοψίζει αυτό στον επίσης κλασσικό ορισμό του: η πληροφορία είναι «δομημένα δεδομένα με νόημα». Η έννοια της πληροφορίας μορφοποιήθηκε στη διάρκεια του 20ού αιώνα και η ιστορία της έχει πολλές ομοιότητες με την ιστορία της έννοιας της ενέργειας, η οποία μορφοποιήθηκε έναν αιώνα νωρίτερα. Δύο ήταν οι βασικές εξελίξεις που οδήγησαν στη θεμελίωση της έννοιας της πληροφορίας. Αφενός, η δημοσίευση το 1948 του άρθρου του Claude Shannon για τη «Μαθηματική Θεωρία της Επικοινωνίας». Η δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου σηματοδοτεί την τυποποίηση της έννοιας της πληροφορίας και των θεωρητικών νόμων που διέπουν τον μετασχηματισμό και τη μετάδοσή της. Αφετέρου, η δημιουργία των «αναλυτικών μηχανών», δηλαδή των υπολογιστών, που ήταν σε θέση να χειριστούν την πληροφορία: Να την αποθηκεύσουν, να την επεξεργαστούν, να τη μεταδώσουν και να κάνουν πράγματα με αυτή. Έναν αιώνα νωρίτερα, οι μαθηματικές επεξεργασίες των William Thomson και Rudolf Clausius και οι θερμικές μηχανές της βιομηχανικής επανάστασης είχαν κάνει κάτι ανάλογο για την ενέργεια: την έκαναν οντολογικά ορατή. Της έδωσαν υπόσταση και την κατέστησαν δομικό στοιχείο αυτού εδώ του κόσμου. Με παρόμοιο τρόπο, οι εργασίες των κυβερνητιστών προσέδωσαν στην πληροφορία οντολογικό καθεστώς. Σε αυτό το πλαίσιο, η πληροφορία δεν είναι αναπαράσταση, πληροφόρηση για κάτι που υπάρχει έξω από αυτή, αλλά είναι αυτή η ίδια μια θεμελιώδης (σύμφωνα με κάποιους η θεμελιώδης) οντότητα αυτού του κόσμου. Το πρώτο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την πληροφορία και η πληροφορία έχει να κάνει με την οντολογία.

Το δεύτερο Δ αφορά τη διακριτότητα και πιο συγκεκριμένα τις μηχανές διακριτών καταστάσεων. Για να καταλάβουμε τι είναι μια μηχανή διακριτών καταστάσεων μπορούμε να φανταστούμε μια ακανόνιστη σκακιέρα που έχει έναν τυχαίο αριθμό μαύρων και άσπρων τετραγώνων. Τα άσπρα και μαύρα τετράγωνα σχηματίζουν μια διάταξη (configuration). Σε κάθε τικ, σε κάθε μονάδα του χρόνου (που δεν χρειάζεται, όμως, να είναι ο συμβατικός χρόνος) η διάταξη αυτή αλλάζει σύμφωνα με ένα σύνολο οδηγιών που έχουμε δώσει στη μηχανή. Αυτή είναι μια μηχανή διακριτών καταστάσεων, η οποία λόγω ακριβώς της φύσης της μπορεί, αφενός, να αναπαριστά πληροφοριακές δομές (κάθε τετράγωνο είναι ένα bit) και, αφετέρου, να τις μετασχηματίζει σύμφωνα με τους κανόνες που της έχουμε δώσει. Οι ψηφιακές μηχανές είναι μηχανές διακριτών καταστάσεων. Στην είσοδό τους τροφοδοτούνται με πληροφοριακές δομές και σύνολα κανόνων και στην έξοδό τους μας δίνουν τροποποιημένες πληροφοριακές δομές που αντιστοιχούν σε εναλλακτικές διατάξεις του πραγματικού. Οι ψηφιακές μηχανές δεν είναι μηχανές που θα κλέψουν την ψυχή μας, αλλά μηχανές που μας δίνουν πρόσβαση στην πληροφοριακή διάσταση της ύπαρξης. Μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε, να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε την ύπαρξη στο οντολογικό επίπεδο της πληροφορίας. Το δεύτερο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την ψηφιακότητα και η ψηφιακότητα έχει να κάνει με την τεχνολογία ως κοσμοποιητική διαδικασία.

Το τρίτο Δ αφορά τη δυνητικότητα. Η δυνητικότητα είναι μια παρεξηγημένη έννοια. Αναφέρεται στις αγγλικές λέξεις virtual και virtuality, οι οποίες απαντούν σε εκφράσεις όπως virtual reality, virtual identity κλπ. Στα ελληνικά, οι λέξεις αυτές αποδίδονται συνήθως ως «εικονικό» και «εικονικότητα». H απόδοση αυτή είναι εσφαλμένη, επειδή τις συνδέει με την έννοια της αναπαράστασης – και μάλιστα μιας φανταστικής ανασύνθεσης της πραγματικότητας: ό,τι είναι virtual δεν είναι πραγματικό. Στην πραγματικότητα, η δυνητικότητα είναι μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική έννοια με μακρά ιστορία, η οποία φτάνει μέχρι τον Αριστοτέλη. Στη φιλοσοφία του 20ού αιώνα, η συγκεκριμένη έννοια αξιοποιήθηκε κατά κύριο λόγο από τον Gilles Deleuze. Η δυνητικότητα αφορά ένα καθεστώς πραγματικότητας που προηγείται του ενεργεία υπαρκτού (actual), της πραγματοποιημένης πραγματικότητας. Το πεδίο του δυνητικού είναι ένα πεδίο οντοτήτων και εντάσεων από το οποίο είναι δυνατό να προκύψουν ένας αριθμός εναλλακτικών διευθετήσεων. Το ενεργεία υπαρκτό είναι μία από αυτές τις διευθετήσεις, μία από τις δυνατές λύσεις στο πεδίο των προβλημάτων που αποτελεί το δυνητικό. Υπό αυτή την έννοια, η δυνητική πραγματικότητα δεν αφορά τους κόσμους που μπορούμε να πλάσουμε με τη φαντασία μας και με τη βοήθεια του υπολογιστή, αλλά την καταβύθιση στο πληροφοριακό υπόβαθρο της υπάρχουσας πραγματικότητας. Γι’ αυτό είναι πιο σωστό να λέμε ότι το ψηφιακό δυνητικοποιεί την πραγματικότητα: Με την βοήθεια των ψηφιακών μέσων μπορούμε να μεταφερθούμε σε ένα οντολογικά πρότερο επίπεδο πραγματικότητας και να δούμε τις πληροφοριακές δομές και τις εντάσεις από τις οποίες προέκυψε η πραγματοποιημένη πραγματικότητα. Και με τη βοήθεια των ίδιων μέσων να εξετάσουμε τη δυνατότητα συναρμογής των πληροφοριακών αρθρωμάτων με εναλλακτικούς τρόπους, οι οποίοι θα υπερβαίνουν τους περιορισμούς του ενεργεία υπαρκτού, δηλαδή του καθεστώτος πραγματικότητας που μας παρουσιάζεται ως το μόνο δυνατό. Το τρίτο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την ψηφιακή δυνητικότητα ως πεδίο πολιτικής δράσης. Με τη σημαντική υποσημείωση, βεβαίως, ότι η ψηφιακή δυνητικότητα ως τέτοια δεν είναι μια μηχανή παραγωγής ουτοπιών, αλλά ένας «χώρος δυνατοτήτων» (space of possibilities) – ένα πεδίο σύγκρουσης και διεκδίκησης εναλλακτικών διευθετήσεων του πραγματικού, ανάλογα με τις μορφές επιτελεστικότητας που θα αναπτύξουν σε αυτό οι δρώντες.

Οντολογία, τεχνολογία, πολιτική. Αυτοί είναι εντέλει οι τρεις άξονες γύρω από τους οποίους αναπτύσσεται το φιλόδοξο εκδοτικό εγχείρημα της Φιλοσοφίας του Ψηφιακού. Ο τόμος που επιμελήθηκε η Γκόλφω Μαγγίνη περιλαμβάνει 17 κείμενα, καθένα από τα οποία συνοδεύεται από ένα κείμενο πλαισίωσης που έχει στόχο να κατατοπίσει την αναγνώστρια ή τον αναγνώστη σχετικά με την προβληματική του συγγραφέα και το ρεύμα σκέψης στο οποίο αυτή εντάσσεται. Το βιβλίο δεν διαβάζεται απευθείας, from cover to cover όπως λένε: Είναι πολύ μεγάλο και πολύ ετερογενές για μια τέτοια προσέγγιση. Είναι, όμως, ένα πολύτιμο έργο αναφοράς, στο σώμα του οποίου κάθε αναγνώστης ή αναγνώστρια μπορούν να χαράξουν τις προσωπικές τους διαδρομές. Η σειρά με την οποία θα διαβαστούν τα κείμενα και οι τρόποι με τους οποίους θα συσχετιστούν μεταξύ τους θα παραγάγει διαφορετικές εκδοχές του ίδιου βιβλίου· διαφορετικά σημεία εστίασης και διαφορετικές θεωρητικές συνάφειες που θα αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές διανοητικές αναζητήσεις κάθε αναγνώστη ή αναγνώστριας. Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, το έργο θα διατηρεί το βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του: Έναν ισχυρά φιλοσοφικό πυρήνα ο οποίος μας επιτρέπει να εστιάσουμε στα ουσιώδη ζητήματα του ψηφιακού μετασχηματισμού. Και αυτά τα ζητήματα, σε όλες τις περιπτώσεις, αφορούν την οντολογία, την τεχνολογία και την πολιτική – και με αυτή τη σειρά.

 Αναφορές
Γκόλφω Μαγγίνη (επιμ.), Φιλοσοφία του Ψηφιακού: Μια εισαγωγή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024.

IMAGE CREDIT: Henry Moore, Ideas for Metal Standing Figures, 1947–9.