Τα θεμέλια της επιστήμης

ΕΓΡΑΦΑ ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα ότι η φύση είναι το μεγάλο τεχνούργημα. Αν απομονώσει κανείς αυτόν τον ισχυρισμό, θα μπορούσε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η φύση είναι μια «κοινωνική κατασκευή» – μια θεώρηση του κόσμου που προέκυψε ως πολιτισμικό επιφαινόμενο από ένα σύνολο κοινωνικών διεργασιών. Η γραμμή σκέψης που επιχειρεί να αναγάγει το φυσικό στο κοινωνικό είναι γνωστή στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες ως κοινωνική κατασκευασιοκρατία. Μολονότι σε πολλές περιπτώσεις η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα παραγωγική, η χρήση της για την κατανόηση των διεργασιών που οδήγησαν στη διαμόρφωση της φύσης μπορεί να οδηγήσει σε μια σοβαρή παρανόηση: Στην ιδέα ότι η κοινωνία προϋπήρχε της φύσης. Στην πραγματικότητα, αυτό που προσπάθησα να δείξω στο προηγούμενο σημείωμα είναι ότι η δημιουργία της φύσης ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς ιστορικών διεργασιών που σηματοδότησαν τη μετάβαση από έναν ενεργητικό και περιεκτικό κόσμο σε μια διχοτομία, η οποία τοποθετεί στον ένα της πόλο τον έλλογο και ενεργητικό άνθρωπο και στον άλλο την παθητική και διαθέσιμη φύση. Υπό αυτή την έννοια, η φύση και η κοινωνία αναδύονται ταυτόχρονα, είναι προϊόντα της ίδιας ιστορικής διαδικασίας και η μία αποτελεί το περιβάλλον της άλλης. Μάλιστα, επειδή η σχέση τους είναι ιεραρχική με κριτήριο το ποιος διαθέτει ικανότητα εμπρόθετης δράσης (agency) και ποιος όχι, ο ρόλος του αυτεξούσιου έλλογου όντος αποδίδεται στην κοινωνία, ενώ στη φύση αποδίδεται ο ρόλος της απρόσωπης και άλογης δύναμης.

Αυτό είναι και το πλαίσιο στο οποίο γεννιέται η σύγχρονη επιστήμη. Η επιστήμη είναι ο θεσμός που αναλαμβάνει να διατηρήσει την αναγκαία ένταση μεταξύ φύσης και κοινωνίας, ώστε να συνεχίσουν να υφίστανται ως διακριτές οντότητες. Για να το πετύχει αυτό κανονικοποιεί τη διάκριση φύσης-κοινωνίας και αναπτύσσει πρακτικές μέσω των οποίων επικυρώνεται η ιεραρχική σχέση που τις συνδέει. Για λόγους που δεν μπορούμε να εξετάσουμε εδώ, η εδραίωση αυτού του θεσμού δεν είναι εύκολη. Θα διαρκέσει από τον 17ο μέχρι τον 19ο αιώνα και σε αυτό το διάστημα η επιστημονική κοσμοθεώρηση θα γραφτεί και θα ξαναγραφτεί αρκετές φορές. Αλλά σε αυτό το διάστημα συγκροτείται, επίσης, το εννοιολογικό και μεθοδολογικό πλαίσιο που θα καταστήσει την επιστήμη κεντρικό πυλώνα της νεοτερικότητας. Το πλαίσιο αυτό θεμελιώνεται σε τρεις βασικές παραδοχές.

ΥΛΗ

Η πρώτη παραδοχή αφορά την παθητικοποίηση της ύλης. Μπορεί να ακούγεται παράξενο σήμερα, αλλά η ύλη δεν ήταν πάντοτε αυτή η αδρανής και ανενεργή ουσία που έχουμε συνηθίσει να διαχειριζόμαστε με τα μέσα που θέτει στη διάθεσή μας η επιστήμη. Στους περισσότερους προνεοτερικούς πολιτισμούς (και σε αρκετούς σύγχρονούς μας) οι οντότητες του φυσικού κόσμου διαθέτουν ικανότητα εμπρόθετης δράσης και ένα πρόγραμμα ζωής που τους επιτρέπει να χαράσσουν τη δική τους διαδρομή στον κόσμο. Στην Ιστορία της Επιστήμης μιλάμε για την αντικατάσταση του «αναγεννησιακού ανιμισμού» από τη μηχανοκρατία, από την αντίληψη δηλαδή ότι ο κόσμος αποτελείται από συναρμογές αδρανούς ύλης, οι οποίες λειτουργούν σαν μηχανικά αυτόματα. Πριν την έλευση της μηχανοκρατίας, όμως, τα άτομα που ασχολούνταν με τον έλεγχο των φυσικών δυνάμεων, ήξεραν ότι οι φυσικές οντότητες δεν παραδίδονται παθητικά στις προθέσεις των ανθρώπων. Αντιθέτως, οι άνθρωποι ήταν μέρος ενός έμβιου και ενεργητικού κόσμου, όπου για να πετύχουν τους σκοπούς τους έπρεπε να συνδιαλλαγούν ενεργητικά με τις βουλήσεις και τα προγράμματα ζωής ενός πλήθους μη ανθρώπινων δρώντων. Για αιώνες, η μεγάλη επιδίωξη της ανθρώπινης γνώσης ήταν να αποκρυπτογραφήσει τις προθέσεις των μη ανθρώπινων δρώντων και να διαμορφώσει μια γλώσσα μέσω της οποίας θα μπορούσε να συνομιλήσει με αυτούς.

Αυτός ήταν ο κόσμος της μαγείας. Η τέχνη του ελέγχου των φυσικών δυνάμεων σε έναν πυκνοκατοικημένο κόσμο που έσφυζε από ζωή ήταν το αντικείμενο των φυσικών μάγων, των αλχημιστών, των αστρολόγων και των θεραπευτών. Η εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης ήρθε να κλονίσει τη συγκεκριμένη αντίληψη και να απονομιμοποιήσει τις πρακτικές που θεμελιώνονταν σε αυτή. Η μηχανοκρατία μετέτρεψε τον κόσμο σε ένα σύνολο από άβουλες οντότητες, οι οποίες ελέγχονται μηχανικά από τους νόμους που έχει θέσει ο Δημιουργός. Ο άνθρωπος, λόγω της προνομιακής θέσης που κατέχει στην τάξη των πραγμάτων, είναι σε θέση να γνωρίσει αυτούς τους νόμους και, μέσω της γνώσης του, να θέσει την ύλη στην υπηρεσία του. Η μετάβαση από τον ανιμισμό στη μηχανοκρατία σηματοδοτεί και τη μετάβαση από τη μαγεία στην επιστήμη· από έναν κόσμο όπου η ενεργητικότητα των μη ανθρώπινων οντοτήτων λαμβάνεται υπόψη για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος σε έναν κόσμο όπου το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μέσω της ψυχρής χειραγώγησης της ύλης και των νόμων που διέπουν τις αλληλεπιδράσεις των φυσικών σωμάτων.

Και, φυσικά, αυτή η μετάβαση συνοδεύεται και από μια διαδικασία μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Οι άνθρωποι που συνομιλούσαν με την ύλη και τις μη ανθρώπινες οντότητες απαξιώνονται και δυσφημίζονται ως μυστικιστές, αποκρυφιστές και όργανα σκοτεινών δυνάμεων. Ο Robert Boyle θα απαρνηθεί την αλχημεία και θα μετατραπεί σε «αξιοπρεπή» πειραματιστή, ενώ ο Νεύτων θα ενσωματώσει προσεκτικά τις αλχημιστικές του πεποιθήσεις στο επίμετρο της Οπτικής του υπό τη μορφή θεωρητικών στοχασμών. Κάθε αναφορά σε «απόκρυφες ποιότητες» απεμπολείται από τον λόγο της νέας φυσικής φιλοσοφίας. Παρά ταύτα, η γνώση που κατείχαν όλες αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων δεν εξαϋλώνεται. Απορροφάται από τους φυσικούς φιλοσόφους και μετατρέπεται σε «έγκυρη» γνώση, θεμελιωμένη στον λόγο και την εμπειρία. Οι φορείς της γνώσης δεν είναι πλέον άτομα από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα που κατέχουν την τέχνη της διαπραγμάτευσης με την ενεργητική και ευμετάβλητη ύλη, αλλά εκπρόσωποι της ανερχόμενης αστικής τάξης, που χρησιμοποιούν τη φυσική γνώση για να εξουσιάσουν την άβουλη και παθητική ύλη. Αυτή η μεταφορά κοινωνικού κύρους είναι και το πλαίσιο στο οποίο πραγματοποιείται η δαιμονοποίηση της μαγείας: Το κυνήγι των μαγισσών, δηλαδή η φυσική εξάλειψη των εκπροσώπων της προνεοτερικής φυσικής γνώσης που αφομοιώνεται και εξορθολογίζεται από τη μηχανοκρατία, είναι η άλλη όψη της Επιστημονικής Επανάστασης.

ΠΕΙΡΑΜΑ

Η δεύτερη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι η ιδέα ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο με τη βοήθεια του πειράματος. Το πείραμα είναι η ελεγχόμενη δοκιμασία της φύσης, η οποία έχει στόχο να μας αποκαλύψει όψεις και διαδικασίες, οι οποίες είναι απροσπέλαστες από την απλή παρατήρηση. Επί αιώνες οι άνθρωποι προσπαθούσαν να κατανοήσουν τις κρυμμένες πλευρές της φύσης μέσω του συνδυασμού δύο μεθόδων: της παρατήρησης και του συλλογισμού. Η παρατήρηση είχε στόχο να συλλάβει την αυθόρμητη έκφραση της φύσης και ο συλλογισμός να παρουσιάσει έναν εύλογο τρόπο σύνδεσης των «πρώτων», μεταφυσικών αρχών με τα παρατηρούμενα αποτελέσματα. Το πείραμα είναι μια πολύ πιο αυστηρή διαδικασία. Δεν αρκείται στην παρατήρηση της αυθόρμητης έκφρασης της φύσης, αλλά την καθηλώνει στο εργαστήριο και της υποβάλλει ερωτήσεις. Και, όπως γίνεται πάντα στη διαδικασία της ανάκρισης, προκειμένου να την υποχρεώσει να αποκαλύψει τα μυστικά της, την αποκόπτει από όλο το εύρος των επιλογών μέσω των οποίων αυτή εκφράζει την αυτενέργειά της και την περιορίζει σε μια μονοδιάστατη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Υπό αυτή την έννοια, ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ερώτημα καθορίζει και το είδος της απάντησης: Η φύση καλείται να επιβεβαιώσει ότι είναι μονοδιάστατη, ντετερμινιστική και μηχανιστική. Αυτή ήταν εξαρχής και η αντίρρηση όσων αντιτάχθηκαν στην πειραματική μελέτη της φύσης: Η φύση δεν πρόκειται να μας αποκαλύψει τις κρυμμένες αλήθειες της με τη βία. Κι αν φανεί ότι το κάνει, οι απαντήσεις που θα μας δώσει θα είναι, στην πραγματικότητα, παραπλανητικές.

Για πολλούς φυσικούς φιλοσόφους της πρώιμης νεοτερικότητας, επομένως, το πείραμα ήταν μια αναξιόπιστη μέθοδος μελέτης της φύσης. Ένας επιπλέον λόγος γι’ αυτό ήταν ότι κατά την πειραματική διαδικασία χρησιμοποιούνταν τεχνουργήματα, κατασκευές και διατάξεις που δεν είχαν καμία «φυσικότητα» οι ίδιες, δεν είχαν δηλαδή καμιά σχέση με όσα υπάρχουν και συμβαίνουν πραγματικά στη φύση. Άρα, με ποιον τρόπο αυτή η επιστημολογικά ανεπαρκής, χειροτεχνική και σχεδόν παιγνιώδης διαδικασία αντικατέστησε την ασφαλή και επί αιώνες δοκιμασμένη σύνθεση παρατήρησης και συλλογισμού;

Ένας παράγοντας που συνέβαλε στη νομιμοποίηση της πειραματικής διαδικασίας ήταν η σύνδεσή της με το Επιχείρημα του Σχεδιασμού. Όπως έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, το Επιχείρημα του Σχεδιασμού απορρέει από την πεποίθηση ότι ο τρόπος με τον οποίο σκέφτηκε ο Θεός για να δημιουργήσει τον κόσμο είναι αδιαπέραστος από την πεπερασμένη ανθρώπινη νόηση: Ο Θεός έπραξε σύμφωνα με την απολύτως ελεύθερη, απεριόριστη και ανεξιχνίαστη βούλησή του. Άρα, αν θέλουμε να συλλάβουμε, έστω μερικώς, τη σοφία, τη δύναμη και την πρόνοια με την οποία έδρασε ο Δημιουργός, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μελετήσουμε το ίδιο το δημιούργημά του. Όμως, η απλή παρατήρηση δεν αρκεί, γιατί για να συλλάβουμε το μεγαλείο της Δημιουργίας πρέπει να φέρουμε στο φως τους κρυμμένους μηχανισμούς με τους οποίους εφοδίασε το σύμπαν ο «μεγάλος ωρολογοποιός». Έτσι, από πολύ νωρίς, το πείραμα τίθεται στην υπηρεσία του Επιχειρήματος του Σχεδιασμού. Η εμπειρική μελέτη του κόσμου αποκαλύπτει τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίο έδρασε ο Θεός, χωρίς να υποβιβάζει τη διάνοιά του στο ανθρώπινο επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο από αυτή την άποψη ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι πειραματικές επιδείξεις, πέρα από την καθαυτό ευρετική τους λειτουργία, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά για την ενίσχυση της πίστης των λαϊκών ακροατηρίων και την επιβεβαίωση της θεολογικής αποστολής της νέας φυσικής φιλοσοφίας.

Ο δεύτερος παράγοντας που συνέβαλε στη νομιμοποίηση της πειραματικής διαδικασίας είναι ταξικός. Όταν ο Robert Boyle πραγματοποιούσε τα πειράματά του για να κατανοήσει τη συμπεριφορά της ύλης κάτω από διάφορες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας, η πειραματική διαδικασία τελούσε ακόμα υπό αμφισβήτηση. Έτσι, ο ιρλανδός πειραματιστής κατέφυγε σε ένα σύνολο στρατηγικών που θεωρούσε ότι θα προσδώσουν αξιοπιστία στα πειραματικά του ευρήματα. Ο κοινός παρονομαστής αυτών των στρατηγικών συνοψίζεται στη λέξη «μαρτυρία». Δεν προσπάθησε να δείξει ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα επειδή το πείραμα αποτελεί έγκυρη μέθοδο μελέτης της φύσης, αλλά το αντίθετο, ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα και γι’ αυτό το πείραμα αποτελεί έγκυρη μέθοδο μελέτης της φύσης. Και για να πείσει ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα επιστρατεύει τη μαρτυρία αξιόπιστων πολιτών. Παρόντες στις πειραματικές επιτελέσεις του Boyle είναι gentlemen, οι οποίοι, με το κύρος που τους προσδίδει η ταξική τους θέση, επιβεβαιώνουν την ακρίβεια των αναφερόμενων στις δημοσιευμένες πειραματικές αναφορές του. Ο Boyle έχει μείνει στην Ιστορία της Επιστήμης ως ένας σχολαστικός πειραματιστής, ο οποίος συνέβαλε στην κατανόηση των ιδιοτήτων της ύλης. Η σημαντικότερη συμβολή του, όμως, έχει να κάνει με την επιστημολογική νομιμοποίηση της ίδιας της πειραματικής διαδικασίας. Επιστρατεύοντας μια ευφυή κοινωνική στρατηγική, συνέδεσε την αξιοπιστία του πειράματος με την αξιοπιστία της ανερχόμενης αστικής τάξης. Και αυτό κατέστησε το πείραμα έναν από τους πυλώνες της νεοτερικής επιστήμης.

Είπαμε παραπάνω ότι η δεύτερη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο με τη βοήθεια του πειράματος. Τώρα μπορούμε να δούμε ότι η παραδοχή αυτή, όπως συνέβη και στην περίπτωση της παθητικοποίησης της ύλης, θεμελιώθηκε μέσω μιας διαδικασίας μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για τη μεταφορά κοινωνικού κύρους από ένα πρότυπο γνώσης σε ένα άλλο, αλλά από ένα πλαίσιο εδραιωμένης κοινωνικής εξουσίας σε έναν τρόπο μελέτης της φύσης. Το πείραμα ποτέ δεν απέδειξε με αδιαμφισβήτητο τρόπο την γνωσιολογική του υπεροχή έναντι του συνδυασμού παρατήρησης και μεταφυσικού συλλογισμού. Συνδέθηκε, όμως, με το κύρος της χριστιανικής θρησκείας, η οποία στράφηκε στην εμπειρική μελέτη της φύσης για να ανιχνεύσει το Σχέδιο της Δημιουργίας, και με το κύρος της ανερχόμενης αστικής τάξης, η οποία είδε σε αυτό έναν χρήσιμο τρόπο δημιουργίας συναινέσεων μεταξύ ομοτίμων.

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ

Η τρίτη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι η πεποίθηση ότι η γλώσσα της επιστήμης είναι τα μαθηματικά. Όλα τα βιβλία Ιστορίας της Επιστήμης επαναλαμβάνουν τη φράση του Γαλιλαίου ότι «η φιλοσοφία είναι γραμμένη στο βιβλίο της φύσης στη γλώσσα των μαθηματικών». Ωστόσο, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ότι από την Αρχαιότητα τα μαθηματικά και οι μαθηματικοί ήταν τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Οι μαθηματικοί ήταν οι χειρώνακτες της σκέψης και το έργο τους, που περιοριζόταν σε μετρήσεις και υπολογισμούς, δεν θεωρούνταν ισότιμο με τα διανοητικά επιτεύγματα των φιλοσόφων. Ακόμα χειρότερα, η εξέλιξη της γλώσσας των μαθηματικών δεν τα έφερνε πλησιέστερα στον κόσμο της εκλεπτυσμένης γνώσης, αλλά στον κόσμο της φαντασίας και του παιχνιδιού. Ακόμα και τον 18ο αιώνα, όταν πλέον το έργο του Νεύτωνα (Οι Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας) έχει κερδίσει ευρεία αναγνώριση, ακούγονται φωνές από τον χώρο της φιλοσοφίας που διαμαρτύρονται για τη θεμελίωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας σε τόσο επισφαλή θεμέλια. Το επιχείρημα είναι απλό και στέρεο: Τα μαθηματικά, στην καλύτερη περίπτωση, μπορούν να αναπαραστήσουν σχέσεις· αδυνατούν, όμως, να συλλάβουν τις αιτίες των φαινομένων. Τα μαθηματικά περιγράφουν, δεν εξηγούν. Άρα, η γνώση που μας προσφέρουν είναι ατελής και, για να ολοκληρωθεί, χρειάζεται την υποστήριξη του μεταφυσικού συλλογισμού, ο οποίος οδηγεί στις αιτίες των φαινομένων.

Πώς κατάφεραν, λοιπόν, τα μαθηματικά να αναγνωριστούν ως η κατεξοχήν γλώσσα της σύγχρονης επιστήμης; Όταν ο Κοπέρνικος έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου με το οποίο εισήγαγε το ηλιοκεντρικό σύστημα πως ό,τι είναι μαθηματικά ορθό είναι και φυσικά αληθές, έκανε μια τεράστια υπέρβαση, η οποία προκάλεσε την αντίδραση της Καθολικής Εκκλησίας και πολλών σχολαστικών φιλοσόφων που είδαν τη θέση τους στην ιεραρχία της γνώσης να υπονομεύεται. Παρ’ όλα αυτά, εγκαινίασε τη μετάβαση σε ένα νέο πρότυπο φυσικής γνώσης, το οποίο νομιμοποιήθηκε, και πάλι, μέσω μιας διαδικασίας μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Η σταδιοδρομία του Γαλιλαίου αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας. Μαθηματικός και υποστηρικτής του ηλιοκεντρικού συστήματος ο ίδιος, επιχειρεί να εισαγάγει μια νέα φυσική, η οποία βασίζεται στη μαθηματική θεώρηση της φύσης. Τα φυσικά φαινόμενα, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, υπακούν σε νόμους οι οποίοι έχουν μαθηματική μορφή και συγκροτούν τον πυρήνα της πραγματικότητας, ανεξάρτητα από τους ενδεχομενικούς παράγοντες που επηρεάζουν κατά περίπτωση την έκφρασή τους. Η προσπάθεια του Γαλιλαίου δεν θα είχε καλύτερη τύχη από την προσπάθεια του Κοπέρνικου. Όμως, ο Γαλιλαίος είχε καλύτερη στρατηγική: Εκμεταλλευόμενος τα δίκτυα πατρωνίας της εποχής του, καταλήγει στην αυλή των Μεδίκων με τον τίτλο του «πρώτου μαθηματικού και φιλόσοφου». Αυτό που επιτυγχάνει είναι συμβολικό, αλλά έχει μεγάλη σημασία: Φέρνει τα μαθηματικά στο ίδιο επίπεδο με τη φιλοσοφία ή, για να το πούμε διαφορετικά, προσδίδει στα μαθηματικά το ίδιο επιστημολογικό κύρος με τη φιλοσοφία. Τα μαθηματικά έχουν δικαίωμα να αποφαίνονται για την ουσία της πραγματικότητας, όπως έκανε μέχρι τότε κατ’ αποκλειστικότητα η φιλοσοφία.

Από τον Γαλιλαίο μέχρι τον Νεύτωνα και κατόπιν μέχρι τη φυσική φιλοσοφία του 18ου αιώνα, τα μαθηματικά καταλαμβάνουν όλο και πιο κεντρική θέση στο νέο πρότυπο φυσικής γνώσης. Αυτό δεν συμβαίνει, όμως, επειδή με κάποιον αδιάβλητο τρόπο απέδειξαν τη γνωσιολογική τους υπεροχή. Συμβαίνει επειδή οι ίδιοι οι μαθηματικοί κερδίζουν κοινωνική αναγνώριση και γίνονται δεκτοί (όχι χωρίς δυσκολίες, φυσικά) στον κόσμο της φιλοσοφίας. Αυτή την αναγνώριση, όμως, δεν την κερδίζουν από τους φιλοσόφους, αλλά από τους ηγεμόνες που τους φιλοξενούν στις αυλές τους (αυτή είναι η περίπτωση του Kepler και του Γαλιλαίου) ή τους υποστηρίζουν οικονομικά για να μπορέσουν να φέρουν εις πέρας το έργο τους (αυτή είναι η περίπτωση πολλών Γάλλων μαθηματικών και φυσικών φιλοσόφων του 18ου αιώνα). Οι ηγεμόνες –είτε πρόκειται για φιλόδοξους τοπικούς άρχοντες, είτε για τον βασιλιά της Γαλλίας, είτε για τον Φρειδερίκο της Πρωσίας και την Αικατερίνη Β’ της Ρωσίας– περιβάλλουν με το κοινωνικό τους κύρος τους μαθηματικούς, οι οποίοι, από την πλευρά τους, φροντίζουν να τους δείχνουν ότι το έργο τους είναι χρήσιμο για την στήριξη και την επέκταση της επιρροής τους. Μέσω αυτής της συναλλαγής, η οποία οδηγεί στην κοινωνική αναβάθμιση των μαθηματικών [ανθρώπων] επέρχεται και η επιστημολογική αναβάθμιση των μαθηματικών [γνωστικού πεδίου].

Όμως, τα μαθηματικά έχουν βεβαρυμμένο παρελθόν. Όσο αποτελεσματικά κι αν περιγράφουν τις κανονικότητες που διέπουν τα φυσικά φαινόμενα, αδυνατούν να φτάσουν στις αιτίες που τα προκαλούν· αδυνατούν, δηλαδή, να τα εξηγήσουν. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη επιστημολογική μετατόπιση στην οποία θεμελιώνεται η νεοτερική επιστήμη. Λόγω του κοινωνικού κύρους που έχουν αποκτήσει τα μαθηματικά, η νέα φυσική φιλοσοφία ενσωματώνει την πεποίθηση ότι η φυσική γνώση ισοδυναμεί με τη μαθηματική περιγραφή της πραγματικότητας. Έτσι, παραιτείται οριστικά από την αναζήτηση των αιτίων και υιοθετεί ένα νέο πρότυπο γνώσης που αρκείται στην εύρεση των φυσικών νόμων.

***

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ είναι ο θεσμός που αναλαμβάνει να επικυρώσει τη διάκριση φύσης-κοινωνίας και να θεμελιώσει τις πρακτικές που αποτυπώνουν τη μεταξύ τους ιεραρχική σχέση. Οι παραδοχές που συγκροτούν το γνωσιολογικό υπόβαθρο της νεοτερικής επιστήμης είναι τρεις:

  • Η ύλη είναι παθητική και αδρανής
  • Ο καταλληλότερος τρόπος για να γνωρίσουμε τη φύση είναι το πείραμα
  • Η γλώσσα της επιστήμης είναι τα μαθηματικά

Καμία από αυτές τις παραδοχές δεν είναι αυταπόδεικτη. Και καμία δεν απέδειξε με αδιαμφισβήτητο τρόπο τη γνωσιολογική της υπεροχή έναντι των παραδοχών που στήριζαν την προνεοτερική φυσική γνώση. Η νομιμοποίηση αυτών των παραδοχών και, κατ’ επέκταση, η θεμελίωση της νεοτερικής επιστήμης έγινε με διαδικασίες μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Στην περίπτωση της παθητικοποίησης της ύλης, οι άνθρωποι που κατείχαν την τέχνη της διαπραγμάτευσης με μια ενεργητική και ευμετάβλητη ύλη παραχώρησαν τη θέση τους στους εκπροσώπους της ανερχόμενης αστικής τάξης, οι οποίοι είδαν στη νέα φυσική φιλοσοφία το μέσο που θα τους επέτρεπε να εξουσιάσουν μια άβουλη και παθητική ύλη. Στην περίπτωση του πειράματος, μια γνωσιολογικά έωλη διαδικασία, η οποία φέρει στον πυρήνα της τη βία του κατακτητικού αστικού βλέμματος, κερδίζει τη νομιμοποίησή της αντλώντας κοινωνικό κύρος αφενός από το θεολογικό υπόβαθρο της φυσικής φιλοσοφίας και, αφετέρου, από τη δικαιοπρακτική αξιοπιστία των εκπροσώπων της αστικής τάξης. Στην περίπτωση των μαθηματικών, μια φιλοσοφικά ανεπαρκής μορφή αναπαράστασης της φυσικής πραγματικότητας εδραιώνεται στον πυρήνα της νέας φυσικής φιλοσοφίας χάρη στην αναβαθμισμένη κοινωνική θέση που καταλαμβάνουν οι μαθηματικοί στα δίκτυα πατρωνίας της πρώιμης νεοτερικότητας.

Η επιστήμη αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της νεοτερικότητας. Η εδραίωσή της υποτίθεται ότι σηματοδοτεί την απομάγευση του κόσμου, τη μετάβαση, δηλαδή, από μια παραισθητική αντίληψη της πραγματικότητας σε μια στέρεη φυσική γνώση που θεμελιώνεται στον λόγο και την εμπειρία. Αν δούμε, όμως, την ανάδυση της επιστήμης ως ένα γνωσιολογικό εγχείρημα που υποστηρίζεται από διαδικασίες μεταφοράς κοινωνικού κύρους, τότε η γνωσιολογική της εγκυρότητα μένει έκθετη: Οι παραδοχές στις οποίες θεμελιώνεται μπορεί να είναι έγκυρες μπορεί και όχι· τίποτα δεν έχει αποδειχθεί οριστικά και πέραν πάσης αμφιβολίας, όμως. Συνεπώς, στην τρέχουσα μορφή της η επιστήμη δεν αποτυπώνει τη φυσική τάξη των πραγμάτων, αλλά την τάξη του λόγου μέσω του οποίου ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Τα τρία Δ του ψηφιακού

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Φιλοσοφία του Ψηφιακού. Μια εισαγωγή, που επιμελήθηκε η Γκόλφω Μαγγίνη, είναι ένα σπουδαίο εκδοτικό εγχείρημα. Αυτό δεν αποτελεί φιλοφρόνηση σε μια συνάδελφο που επί χρόνια ασχολείται παραγωγικά με τη φιλοσοφία της τεχνολογίας και έχει δώσει τη δυνατότητα σε πολλούς νέους ανθρώπους να έρθουν σε επαφή με το πεδίο. Αποτελεί έπαινο για μια πρωτοβουλία, η οποία (με τη βοήθεια πολλών από αυτούς τους νέους ανθρώπους) μετέφερε στην ελληνική γλώσσα μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα γύρω από τη φιλοσοφία του ψηφιακού. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία είναι εξαιρετικά σημαντική για δύο αλληλένδετους λόγους: Αφενός, επειδή –όπως συμβαίνει πάντοτε με τις μεταφράσεις σημαντικών («κλασικών») κειμένων– η γλώσσα υποδοχής εμπλουτίζεται με έννοιες και λέξεις που επιτρέπουν στους χρήστες της να σκεφτούν με νέους τρόπους, να διανοηθούν νέες πραγματικότητες και να οραματιστούν νέες προοπτικές. Η μετάφραση –ιδιαίτερα η μετάφραση κειμένων που σηματοδοτούν καίριες αλλαγές στον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας– διευρύνει την εννοιολογική επικράτεια της γλώσσας υποδοχής και πυκνώνει το σημασιολογικό της περιεχόμενο: την καθιστά περισσότερο πολύσημη και πολυδύναμη. Αφετέρου, επειδή ο συλλογικός τόμος Φιλοσοφία του Ψηφιακού, όπως ακριβώς δηλώνει ο τίτλος του, περιλαμβάνει φιλοσοφικά κείμενα για το ψηφιακό. Η συζήτηση για τα ψηφιακά μέσα είναι στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, αλλά, δυστυχώς, δεν πρόκειται για σοβαρή συζήτηση. Ακόμα και οι συζητήσεις που διεξάγονται σε πανεπιστημιακά περιβάλλοντα και σε ακαδημαϊκές εκδόσεις, πολύ δε περισσότερο εκείνες που έχουν κατακλύσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έχουν χαρακτηριστικά ηθικού πανικού: Οι ψηφιακές τεχνολογίες είναι εδώ για να μας αποξενώσουν από τους εαυτούς μας κι από τους συνανθρώπους μας, για να υπονομεύσουν τη δημιουργικότητά μας, για να κλέψουν τις δουλειές μας και για να οδηγήσουν τα παιδιά μας στον όλεθρο του εθισμού. Σίγουρα κάποια βάση έχουν όλες αυτές οι συζητήσεις, επειδή ακριβώς δεν πρόκειται για τα ψηφιακά μέσα γενικώς, αλλά για τα ψηφιακά μέσα του καπιταλισμού. Όμως, η έμφαση σε μια a priori τεχνοφοβική και απορριπτική προσέγγιση μας στερεί τη δυνατότητα να κατανοήσουμε την πραγματική φύση του ψηφιακού. Και αυτό ακριβώς είναι που επιχειρεί να διορθώσει το συγκεκριμένο βιβλίο: Μεταφέροντας τη συζήτηση από τα πεδία της ηθικής και της νομικής ρύθμισης στο πεδίο της οντολογίας, μας βοηθά να αποκτήσουμε μια ουσιαστική κατανόηση της φύσης του ψηφιακού. Και, ενδεχομένως, να τοποθετήσουμε τη σχετική συζήτηση σε μια διαφορετική, πιο ενημερωμένη (informed) βάση.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να συνοψίσουμε τις θεματικές γύρω από τις οποίες αναπτύσσεται ο προβληματισμός του βιβλίου. Θα προτείνω έναν από αυτούς, που θεωρώ ότι αναδεικνύει με πιο ξεκάθαρο τρόπο τη φιλοσοφική διάσταση του όλου εγχειρήματος. Οι τρεις προβληματικές που διαπερνούν τον τόμο θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε τρία Δ: Δυαδικότητα, Διακριτότητα και Δυνητικότητα.

Η δυαδικότητα αφορά την πληροφορία. Σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό του Gregory Bateson, ένα bit, μια μονάδα πληροφορίας, «is a difference which makes a difference». Είναι, δηλαδή, μια δυαδικότητα που έχει ένα στοιχειώδες νόημα, υπό την έννοια ότι αποκλείει μία κατάσταση και επιτρέπει μία άλλη. Από τη συναρμογή τέτοιων δυαδικοτήτων μπορούν προοδευτικά να προκύψουν σύνθετες πληροφοριακές δομές. Ο Luciano Floridi το συνοψίζει αυτό στον επίσης κλασσικό ορισμό του: η πληροφορία είναι «δομημένα δεδομένα με νόημα». Η έννοια της πληροφορίας μορφοποιήθηκε στη διάρκεια του 20ού αιώνα και η ιστορία της έχει πολλές ομοιότητες με την ιστορία της έννοιας της ενέργειας, η οποία μορφοποιήθηκε έναν αιώνα νωρίτερα. Δύο ήταν οι βασικές εξελίξεις που οδήγησαν στη θεμελίωση της έννοιας της πληροφορίας. Αφενός, η δημοσίευση το 1948 του άρθρου του Claude Shannon για τη «Μαθηματική Θεωρία της Επικοινωνίας». Η δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου σηματοδοτεί την τυποποίηση της έννοιας της πληροφορίας και των θεωρητικών νόμων που διέπουν τον μετασχηματισμό και τη μετάδοσή της. Αφετέρου, η δημιουργία των «αναλυτικών μηχανών», δηλαδή των υπολογιστών, που ήταν σε θέση να χειριστούν την πληροφορία: Να την αποθηκεύσουν, να την επεξεργαστούν, να τη μεταδώσουν και να κάνουν πράγματα με αυτή. Έναν αιώνα νωρίτερα, οι μαθηματικές επεξεργασίες των William Thomson και Rudolf Clausius και οι θερμικές μηχανές της βιομηχανικής επανάστασης είχαν κάνει κάτι ανάλογο για την ενέργεια: την έκαναν οντολογικά ορατή. Της έδωσαν υπόσταση και την κατέστησαν δομικό στοιχείο αυτού εδώ του κόσμου. Με παρόμοιο τρόπο, οι εργασίες των κυβερνητιστών προσέδωσαν στην πληροφορία οντολογικό καθεστώς. Σε αυτό το πλαίσιο, η πληροφορία δεν είναι αναπαράσταση, πληροφόρηση για κάτι που υπάρχει έξω από αυτή, αλλά είναι αυτή η ίδια μια θεμελιώδης (σύμφωνα με κάποιους η θεμελιώδης) οντότητα αυτού του κόσμου. Το πρώτο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την πληροφορία και η πληροφορία έχει να κάνει με την οντολογία.

Το δεύτερο Δ αφορά τη διακριτότητα και πιο συγκεκριμένα τις μηχανές διακριτών καταστάσεων. Για να καταλάβουμε τι είναι μια μηχανή διακριτών καταστάσεων μπορούμε να φανταστούμε μια ακανόνιστη σκακιέρα που έχει έναν τυχαίο αριθμό μαύρων και άσπρων τετραγώνων. Τα άσπρα και μαύρα τετράγωνα σχηματίζουν μια διάταξη (configuration). Σε κάθε τικ, σε κάθε μονάδα του χρόνου (που δεν χρειάζεται, όμως, να είναι ο συμβατικός χρόνος) η διάταξη αυτή αλλάζει σύμφωνα με ένα σύνολο οδηγιών που έχουμε δώσει στη μηχανή. Αυτή είναι μια μηχανή διακριτών καταστάσεων, η οποία λόγω ακριβώς της φύσης της μπορεί, αφενός, να αναπαριστά πληροφοριακές δομές (κάθε τετράγωνο είναι ένα bit) και, αφετέρου, να τις μετασχηματίζει σύμφωνα με τους κανόνες που της έχουμε δώσει. Οι ψηφιακές μηχανές είναι μηχανές διακριτών καταστάσεων. Στην είσοδό τους τροφοδοτούνται με πληροφοριακές δομές και σύνολα κανόνων και στην έξοδό τους μας δίνουν τροποποιημένες πληροφοριακές δομές που αντιστοιχούν σε εναλλακτικές διατάξεις του πραγματικού. Οι ψηφιακές μηχανές δεν είναι μηχανές που θα κλέψουν την ψυχή μας, αλλά μηχανές που μας δίνουν πρόσβαση στην πληροφοριακή διάσταση της ύπαρξης. Μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε, να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε την ύπαρξη στο οντολογικό επίπεδο της πληροφορίας. Το δεύτερο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την ψηφιακότητα και η ψηφιακότητα έχει να κάνει με την τεχνολογία ως κοσμοποιητική διαδικασία.

Το τρίτο Δ αφορά τη δυνητικότητα. Η δυνητικότητα είναι μια παρεξηγημένη έννοια. Αναφέρεται στις αγγλικές λέξεις virtual και virtuality, οι οποίες απαντούν σε εκφράσεις όπως virtual reality, virtual identity κλπ. Στα ελληνικά, οι λέξεις αυτές αποδίδονται συνήθως ως «εικονικό» και «εικονικότητα». H απόδοση αυτή είναι εσφαλμένη, επειδή τις συνδέει με την έννοια της αναπαράστασης – και μάλιστα μιας φανταστικής ανασύνθεσης της πραγματικότητας: ό,τι είναι virtual δεν είναι πραγματικό. Στην πραγματικότητα, η δυνητικότητα είναι μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική έννοια με μακρά ιστορία, η οποία φτάνει μέχρι τον Αριστοτέλη. Στη φιλοσοφία του 20ού αιώνα, η συγκεκριμένη έννοια αξιοποιήθηκε κατά κύριο λόγο από τον Gilles Deleuze. Η δυνητικότητα αφορά ένα καθεστώς πραγματικότητας που προηγείται του ενεργεία υπαρκτού (actual), της πραγματοποιημένης πραγματικότητας. Το πεδίο του δυνητικού είναι ένα πεδίο οντοτήτων και εντάσεων από το οποίο είναι δυνατό να προκύψουν ένας αριθμός εναλλακτικών διευθετήσεων. Το ενεργεία υπαρκτό είναι μία από αυτές τις διευθετήσεις, μία από τις δυνατές λύσεις στο πεδίο των προβλημάτων που αποτελεί το δυνητικό. Υπό αυτή την έννοια, η δυνητική πραγματικότητα δεν αφορά τους κόσμους που μπορούμε να πλάσουμε με τη φαντασία μας και με τη βοήθεια του υπολογιστή, αλλά την καταβύθιση στο πληροφοριακό υπόβαθρο της υπάρχουσας πραγματικότητας. Γι’ αυτό είναι πιο σωστό να λέμε ότι το ψηφιακό δυνητικοποιεί την πραγματικότητα: Με την βοήθεια των ψηφιακών μέσων μπορούμε να μεταφερθούμε σε ένα οντολογικά πρότερο επίπεδο πραγματικότητας και να δούμε τις πληροφοριακές δομές και τις εντάσεις από τις οποίες προέκυψε η πραγματοποιημένη πραγματικότητα. Και με τη βοήθεια των ίδιων μέσων να εξετάσουμε τη δυνατότητα συναρμογής των πληροφοριακών αρθρωμάτων με εναλλακτικούς τρόπους, οι οποίοι θα υπερβαίνουν τους περιορισμούς του ενεργεία υπαρκτού, δηλαδή του καθεστώτος πραγματικότητας που μας παρουσιάζεται ως το μόνο δυνατό. Το τρίτο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την ψηφιακή δυνητικότητα ως πεδίο πολιτικής δράσης. Με τη σημαντική υποσημείωση, βεβαίως, ότι η ψηφιακή δυνητικότητα ως τέτοια δεν είναι μια μηχανή παραγωγής ουτοπιών, αλλά ένας «χώρος δυνατοτήτων» (space of possibilities) – ένα πεδίο σύγκρουσης και διεκδίκησης εναλλακτικών διευθετήσεων του πραγματικού, ανάλογα με τις μορφές επιτελεστικότητας που θα αναπτύξουν σε αυτό οι δρώντες.

Οντολογία, τεχνολογία, πολιτική. Αυτοί είναι εντέλει οι τρεις άξονες γύρω από τους οποίους αναπτύσσεται το φιλόδοξο εκδοτικό εγχείρημα της Φιλοσοφίας του Ψηφιακού. Ο τόμος που επιμελήθηκε η Γκόλφω Μαγγίνη περιλαμβάνει 17 κείμενα, καθένα από τα οποία συνοδεύεται από ένα κείμενο πλαισίωσης που έχει στόχο να κατατοπίσει την αναγνώστρια ή τον αναγνώστη σχετικά με την προβληματική του συγγραφέα και το ρεύμα σκέψης στο οποίο αυτή εντάσσεται. Το βιβλίο δεν διαβάζεται απευθείας, from cover to cover όπως λένε: Είναι πολύ μεγάλο και πολύ ετερογενές για μια τέτοια προσέγγιση. Είναι, όμως, ένα πολύτιμο έργο αναφοράς, στο σώμα του οποίου κάθε αναγνώστης ή αναγνώστρια μπορούν να χαράξουν τις προσωπικές τους διαδρομές. Η σειρά με την οποία θα διαβαστούν τα κείμενα και οι τρόποι με τους οποίους θα συσχετιστούν μεταξύ τους θα παραγάγει διαφορετικές εκδοχές του ίδιου βιβλίου· διαφορετικά σημεία εστίασης και διαφορετικές θεωρητικές συνάφειες που θα αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές διανοητικές αναζητήσεις κάθε αναγνώστη ή αναγνώστριας. Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, το έργο θα διατηρεί το βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του: Έναν ισχυρά φιλοσοφικό πυρήνα ο οποίος μας επιτρέπει να εστιάσουμε στα ουσιώδη ζητήματα του ψηφιακού μετασχηματισμού. Και αυτά τα ζητήματα, σε όλες τις περιπτώσεις, αφορούν την οντολογία, την τεχνολογία και την πολιτική – και με αυτή τη σειρά.

 Αναφορές
Γκόλφω Μαγγίνη (επιμ.), Φιλοσοφία του Ψηφιακού: Μια εισαγωγή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024.

IMAGE CREDIT: Henry Moore, Ideas for Metal Standing Figures, 1947–9.

Ο παράξενος βρόχος

ΣΤΙΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ λέμε συχνά ότι η επιστήμη δεν είναι παρά ένας από τους δυνατούς τρόπους γνώσης του κόσμου. Δεν είναι ο μοναδικός ούτε ο μόνος έγκυρος (όπως ισχυρίζεται η ίδια η επιστήμη). Μάλιστα, ο πολύ σημαντικός στοχαστής Paul Feyerabend είχε ισχυριστεί ότι η εξέχουσα θέση της επιστήμης στη νεοτερική κοινωνία δεν αποτέλεσμα της αυταπόδεικτης επιστημολογικής της ανωτερότητας, αλλά της προνομιακής της σχέσης με το κράτος. Στο πεδίο των Σπουδών Επιστήμης και Τεχνολογίας υπάρχουν διάφορες θεωρίες για το πώς παράγεται και νομιμοποιείται η επιστημονική γνώση, άλλες περισσότερο κοινωνιολογικές, όπως η κοινωνική κατασκευασιοκρατία, κι άλλες περισσότερο φυσιοκρατικές, όπως η θεωρία δρώντος-δικτύου. Οι περισσότερες από αυτές, ωστόσο, συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η επιστημονική γνώση είναι, αν όχι κατασκευασμένη, πάντως ενδεχομενική: Η γνώση μας για τον κόσμο και τα φυσικά φαινόμενα δεν αναπαριστά τον έναν και μοναδικό τρόπο με τον οποίο υπάρχουν τα πράγματα, αλλά έναν από τους δυνατούς τρόπους με τους οποίους τα βλέπουμε ή έναν από τους δυνατούς τρόπους με τους οποίους αυτά μας παρουσιάζονται. Όπως ήταν αναμενόμενο, παρά τις μεταξύ τους διαφοροποιήσεις, οι προσεγγίσεις αυτές τροφοδότησαν έναν εύλογο προβληματισμό περί της αντικειμενικότητας της επιστήμης και προκάλεσαν στη συσπείρωση ενός αριθμού επιστημόνων και θεωρητικών εναντίον τους. Αυτοί ήταν οι «πόλεμοι της επιστήμης» της δεκαετίας του 1990.

Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στους πολέμους που διεξάγονται στη σφαίρα του πολιτισμού, και οι δύο πλευρές βγήκαν από τον πόλεμο με τις θέσεις τους ενισχυμένες. Οι ρεαλιστές επιστήμονες και φιλόσοφοι της επιστήμης ακόνισαν τα επιχειρήματά τους περί μιας φύσης «εκεί έξω» και μιας επιστήμης που έχει ως αποστολή την αντικειμενική κατανόησή της· και οι «μεταμοντέρνοι», «σχετικιστές» (όπως τους χαρακτήριζαν οι αντίπαλοί τους) θεωρητικοί έφεραν στο φως μια σειρά ιστορικών περιστατικών που τεκμηριώνουν με εντυπωσιακή ενάργεια την ενδεχομενική φύση της επιστημονικής γνώσης. Ωστόσο, με δεδομένη την κυριαρχία ενός «αυθόρμητου θετικισμού» τόσο στην επιστήμη όσο και στη δημόσια σφαίρα, εκείνοι που κλήθηκαν να αποδείξουν την εγκυρότητα των θέσεών τους ήταν οι δεύτεροι. Το ότι ο κόσμος είναι όπως τον περιγράφει η επιστήμη λαμβάνεται από τα περισσότερα άτομα ως δεδομένο. Κι αν κάτι δεν το γνωρίζουμε ικανοποιητικά ακόμα, θα το γνωρίσουμε στο μέλλον. Και θα λύνουμε, το ένα μετά το άλλο, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα χάρη, ακριβώς, στη μεθοδικότητα και τη συνέπεια με την οποία προχωρά η επιστήμη. Αυτό, εξάλλου, έχει δείξει και η Ιστορία. Άρα, αυτοί που υποστηρίζουν την ενδεχομενικότητα της επιστημονικής γνώσης, όσο αποτελεσματικά κι αν τεκμηριώνουν τη θέση τους, οφείλουν να απαντήσουν ένα κρίσιμο ερώτημα: Γιατί, εντέλει, η επιστήμη δουλεύει; Γιατί γίνονται τα πράγματα όπως προβλέπει, γιατί οι μηχανές λειτουργούν, γιατί οι θεραπείες είναι αποτελεσματικές; Γιατί βρίσκουμε τον κόσμο όπως περιμένουμε να τον βρούμε κι εκείνος συμπεριφέρεται όπως έχουμε προβλέψει ότι θα συμπεριφερθεί;

Συνήθως εκεί σταματάει η συζήτηση: Το επιχείρημα, παρόλη την κοινοτοπία του, μοιάζει αποστομωτικό: Η επιστήμη δουλεύει κι αυτή είναι η ύστατη απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών της. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν πρόκειται παρά για μια φτηνή κοινοτοπία, η οποία αγνοεί επιδεικτικά την ιστορία και τη φιλοσοφία της επιστήμης, αλλά, πάνω απ’ όλα, αγνοεί τα ίδια τα γεγονότα. Όχι, η επιστήμη δεν δουλεύει τόσο απρόσκοπτα όσο νομίζουμε. Συμβαίνει καθημερινά: Στην ιατρική, στην κοσμολογία, στη μηχανοτεχνία, στη βιολογία, στις επιστήμες του περιβάλλοντος. Η επιστήμη σκοντάφτει, λαχανιάζει, παραδίνεται στην παντοδυναμία της μη προβλεψιμότητας του κόσμου. Δεν το βλέπουμε επειδή δεν θέλουμε να το δούμε, αλλά οι περιπτώσεις στις οποίες η επιστήμη δεν δουλεύει είναι τόσο πολλές όσο κι εκείνες στις οποίες δουλεύει. Απλώς, τις περιπτώσεις στις οποίες η επιστήμη δεν δουλεύει τις θέτουμε εκτός επιστήμης. Τις αποδίδουμε σε απρόβλεπτους παράγοντες, σε φυσικές διεργασίες που δεν έχουν μελετηθεί ακόμα ικανοποιητικά ή, συνηθέστερα, σε ανθρώπινη αμέλεια: Η επιστήμη δεν «εφαρμόστηκε» με τον προσήκοντα τρόπο, γι’ αυτό και το αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο. Η (κυριολεκτικά) θρησκευτική προσήλωση του νεοτερικού ανθρώπου στην επιστήμη και στις υπερφυσικές της δυνάμεις τον κάνει να την τοποθετεί στο πεδίο του δυνητικά αλάθητου και να παραβλέπει το γεγονός ότι πρόκειται περί μιας διαρκούς εντατικής διαπραγμάτευσης με τον κόσμο.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι η επιστήμη κάποιες φορές δουλεύει και κάποιες δεν δουλεύει. Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε την καθολική της εφαρμοσιμότητα και αποτελεσματικότητα ως επιχείρημα ενάντια στον υποτιθέμενο σχετικισμό όσων αναφέρονται στην ενδεχομενικότητα της επιστημονικής γνώσης. Από την άλλη πλευρά, όμως, αυτό δεν μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να απαντήσουμε το ερώτημα «γιατί δουλεύει η επιστήμη;». Γιατί σε πάρα πολλές περιπτώσεις η επιστήμη όντως δουλεύει. Άρα, αυτό που χρειάζεται είναι να αναδιατυπώσουμε το ερώτημα με μεγαλύτερη ακρίβεια: Όχι γιατί, αλλά πότε δουλεύει η επιστήμη; Με άλλα λόγια, υπό ποιους όρους δουλεύει η επιστήμη; Σε αυτό το ερώτημα, λοιπόν, η απάντηση είναι ότι η επιστήμη δουλεύει όταν είναι σε θέση να κατασκευάσει έναν κόσμο μέσα στον οποίο οι ισχυρισμοί της μπορούν να αποδειχθούν αληθείς. Η επιστήμη δεν είναι μια καθαρή (αμερόληπτη και αντικειμενική) αναπαράσταση του κόσμου. Είναι μια δύναμη, η οποία μορφοποιεί τον κόσμο κατά τρόπον ώστε οι ισχυρισμοί της να μπορούν να λειτουργήσουν. Φυσικά, σε αυτή τη διαδικασία πρέπει να συνεργαστεί και ο κόσμος. Δεν μπορεί να λειτουργήσει οποιοσδήποτε ισχυρισμός· η επιστήμη δεν έχει τη δύναμη να προβάλλει στον κόσμο οποιαδήποτε πραγματικότητα επινοεί. Αλλά ούτε είναι η διαυγής και αδιαμεσολάβητη αντανάκλαση μιας εξωτερικής πραγματικότητας. Η «εργαζόμενη επιστήμη» είναι το αποτέλεσμα μιας διεξοδικής διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε διάφορα επίπεδα της πραγματικότητας (αυτά που συμβατικά ονομάζουμε «φυσικό», «πολιτισμικό», «βιολογικό», «κοινωνικό», «έμβιο», «άβιο» κλπ.), προκειμένου να συγκροτηθεί μια εικόνα του κόσμου που θα έχει νόημα: ένα επίπεδο της πραγματικότητας, δηλαδή, όπου συγκεκριμένες ενέργειες θα πυροδοτούν συγκεκριμένες, προβλέψιμες σειρές αιτιακών ακολουθιών. Αυτό το επίπεδο της πραγματικότητας, όμως, δεν διαθέτει οντολογική αυτονομία, δεν είναι κάτι που προϋπάρχει της επιστήμης, αλλά κάτι που κατασκευάζεται χάρη στη συνέργεια ενός συνόλου ετερόκλητων δρώντων, τους οποίους η επιστήμη ενορχηστρώνει.

Ας σκεφτούμε, ως παράδειγμα, την ιατρική, μια επιστήμη η οποία έχει αποδείξει κατ’ επανάληψη τη δυνατότητά της να διαχειρίζεται τα ζητήματα της υγείας των ανθρώπων, αν και εξίσου συχνά αποτυγχάνει ή τα αντιμετωπίζει δημιουργώντας νέα προβλήματα που μεταφέρουν τον κύκλο της ασθένειας και της θεραπείας σε άλλο επίπεδο. Πάντως, θα συμφωνήσουμε ότι η (σύγχρονη δυτική) ιατρική δουλεύει. Τα φάρμακα που χορηγεί έχουν, ως επί το πλείστον, το αποτέλεσμα που υπόσχονται και στον χρόνο που υπόσχονται. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε, όμως, ότι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο εντός ενός πλαισίου όπου οι άνθρωποι (τα υποκείμενα της θεραπείας), οι μικροοργανισμοί (οι αιτίες της νόσησης), τα εργαστήρια (οι διαδικασίες προσδιορισμού των παθολογικών παραγόντων), το ιατρικό προσωπικό (ο μηχανισμός λήψης αποφάσεων) και τα φάρμακα (οι θεραπευτικές ουσίες) σχηματίζουν ένα συνεκτικό δίκτυο, κάθε κόμβος του οποίου συνεργάζεται αρμονικά με όλους τους υπόλοιπους. Η χορήγηση ενός φαρμάκου εκτός αυτού του δικτύου, δεν θα έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα – πιθανότατα δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα ή ίσως θα έχει αποτελέσματα αντίθετα από τα επιθυμητά. Το παράδειγμα είναι, ασφαλώς, απλουστευτικό, εφόσον η παθολογία δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα της παρουσίας παθογόνων μικροοργανισμών, αλλά είναι επαρκώς αντιπροσωπευτικό αν το δούμε στην ιστορική του προοπτική. Η δυτική ιατρική ήρθε να αντικαταστήσει μια μακραίωνη γαληνική παράδοση, στο πλαίσιο της οποίας η υγεία ήταν αποτέλεσμα της ισορροπίας των τεσσάρων χυμών που αποτελούσαν τη βάση του ανθρώπινου οργανισμού. Η ιατρική πρακτική που εκπορευόταν από την αντίληψη του Ιπποκράτη και του Γαληνού είχε στόχο την αντιμετώπιση της ασθένειας μέσω της εξισορρόπησης αυτών των χυμών. Το άτομο, υγιές ή πάσχον, δεν είναι ένα σύνολο οργάνων που λειτουργούν ή δεν λειτουργούν και μικροσκοπικών οντοτήτων που προάγουν ή υπονομεύουν την υγεία, αλλά ένα σώμα που διαπερνάται από δυναμικές ροές, οι οποίες καθορίζουν τη μορφή και την ένταση της ζωτικότητάς του. Με αυτή την έννοια, δεν υπάρχει μια οντολογία της ασθένειας, πολύ λιγότερο δε μια οντολογία συνδεδεμένη με τη δράση συγκεκριμένων παθογόνων οργανισμών που έχουν παρεισδύσει στο ανθρώπινο σώμα, όπως συμβαίνει στη δυτική ιατρική. Στη γαληνική ιατρική, μεταξύ υγείας και ασθένειας υπάρχει ένα συνεχές φάσμα και η διαχείριση της ευζωίας του ατόμου είναι ζήτημα εξισορρόπησης των δυναμικών ροών που διασχίζουν το σώμα του, μέσω της αποβολής των χυμών που πλεονάζουν και της ενίσχυσης εκείνων που έχουν ατονήσει. Μάλιστα, αξίζει να επισημανθεί ότι, σε αυτό το πλαίσιο, δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ σωματικής και πνευματικής υγείας, καθώς το (πάσχον) υποκείμενο αντιμετωπίζεται πάντοτε ως ενιαίο ον. Η θεμελίωση της σύγχρονης ιατρικής ήρθε να αντικαταστήσει τη συγκεκριμένη θεώρηση με ένα διαφορετικό εννοιολογικό πλαίσιο και, ταυτόχρονα και αναγκαστικά, με ένα σύνολο θεσμών και πρακτικών που υπηρετούσαν το συγκεκριμένο πλαίσιο. Το πώς έγινε αυτό είναι άλλη ιστορία (που δεν μπορούμε να την αφηγηθούμε εδώ), αλλά το σημαντικό είναι ότι η σύγχρονη δυτική ιατρική λειτουργεί σε αυτό το πλαίσιο. Το φάρμακο έχει στόχο να θεραπεύσει μια συγκεκριμένη ασθένεια, η οποία οφείλεται στη δυσλειτουργία ενός οργάνου ή στην παρουσία ενός παθογόνου μικροοργανισμού. Και αν το όργανο ή ο μικροοργανισμός –οι εξατομικευμένες υποδιαιρέσεις της ανθρώπινης ύπαρξης– συνεργαστούν, αν το δίκτυο λειτουργήσει, τότε θα έχουμε και το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Αν δούμε τα πράγματα υπό αυτό το πρίσμα, τότε καταλαβαίνουμε ότι ο ρόλος της επιστήμης είναι διττός. Αφενός, ανατέμνει τη συνέχεια του κόσμου, ταξινομεί τις οντότητες που προκύπτουν από αυτές τις «γνωσιολογικές τομές» και δημιουργεί μεταξύ τους εννοιολογικές συσχετίσεις μέσω των οποίων μπορεί να ανασυσταθεί η ενότητα του κόσμου. Αφετέρου, δημιουργεί ένα δίκτυο δρώντων που αντιστοιχεί στις συγκεκριμένες εννοιολογικές συσχετίσεις και εξασφαλίζει ότι αυτό θα λειτουργεί με προβλέψιμο και ελεγχόμενο τρόπο κάθε φορά που θα τίθεται σε κίνηση, έτσι ώστε να επικυρώνεται η αναγκαία συνάφεια μεταξύ επιστήμης και κόσμου.

ΘΑ ΗΤΑΝ ΧΡΗΣΙΜΟ να δούμε και ένα αντιπαράδειγμα. Γιατί, αν η επιστήμη λειτουργεί ενορχηστρώνοντας δίκτυα, η αποτελεσματικότητα των οποίων εκλαμβάνεται ως επικύρωση των ισχυρισμών της, τότε θα μπορούσαμε εύλογα να υποθέσουμε ότι τα δίκτυα θα ήταν δυνατό να ενορχηστρωθούν και με διαφορετικό τρόπο. Θα μπορούσε να υπάρξει, δηλαδή, μια εναλλακτική επιστήμη, η οποία, όμως, θα δούλευε το ίδιο καλά (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό – που μάλλον δεν σημαίνει πολλά) με την τρέχουσα επιστήμη. Εννοείται ότι το πείραμα αυτό δεν μπορεί να γίνει με πραγματικούς όρους, επειδή ένα κύριο χαρακτηριστικό της επιστήμης είναι, ακριβώς, ότι αποκλείει οποιαδήποτε αλήθεια εκτός από τη δική της. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η συνύπαρξη εναλλακτικών επιστημών που αναφέρονται στην ίδια περιοχή του κόσμου – η μία θα υπέτασσε, αναγκαστικά, την άλλη. Μπορούμε, όμως, να κάνουμε το πείραμα στην Ιστορία: Θα μπορούσαν τα πράγματα να έχουν εξελιχθεί διαφορετικά σε μια κρίσιμη καμπή της Ιστορίας; Θα ήταν δυνατό να έχουμε σήμερα μια διαφορετική επιστήμη, η οποία θα ήταν το ίδιο αποτελεσματική με την υπάρχουσα; Φυσικά, τέτοια ερωτήματα δεν απαντώνται ­– αν θέλουμε να είμαστε αυστηροί, δεν επιτρέπεται καν να τεθούν. Ωστόσο, αν φύγουμε από τη στερεοτυπική αντίληψη, η οποία βλέπει την Ιστορία ως μια αλληλουχία συντελεσμένων γεγονότων που οδηγούν με μονοσήμαντο τρόπο στο παρόν και τη δούμε ως μια διαρκώς διακλαδιζόμενη ακολουθία συμβάντων η πορεία της οποίας καθορίζεται τόσο από τις πραγματοποιημένες όσο και από τις ματαιωμένες δυνατότητες (από τις επιλογές που έχουν γίνει και από τις επιλογές που δεν έχουν γίνει), τότε μπορούμε να αναχθούμε σε μια στιγμή του παρελθόντος και να εξετάσουμε τα σενάρια που διανοίγονται μπροστά σε μια δεδομένη κατάσταση – τις δυνατότητες δράσης (affordances) που είναι στη διάθεση των πρωταγωνιστών και τους τρόπους με τους οποίους οι επιλογές των τελευταίων καθορίζονται από το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο.

Η στιγμή στην οποία θα μεταφερθούμε για τις ανάγκες του αντιπαραδείγματός μας είναι το σωτήριον έτος 1543, η χρονιά που δημοσιεύεται το περίφημο De Revolutionibus Orbium Coelestium (Περί της Περιφοράς των Ουρανίων Σφαιρών) του Νικόλαου Κοπέρνικου. Η δημοσίευση του βιβλίου σηματοδοτεί, συμβολικά, τη μετάβαση από το γεωκεντρικό σύστημα του Κλαύδιου Πτολεμαίου στο σύγχρονο ηλιοκεντρικό σύστημα. Η Γη χάνει την προνομιακή της θέση στο κέντρο του κόσμου και μετατρέπεται σε έναν πλανήτη που περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο. Θα τοποθετηθούμε σε αυτήν ακριβώς τη στιγμή, λοιπόν, και θα θέσουμε την ερώτηση: Η μετάβαση από το γεωκεντρικό στο ηλιοκεντρικό σύστημα ήταν η μόνη διαθέσιμη επιλογή; Η απάντηση στην ερώτηση εξαρτάται από τη φιλοσοφική μας προκατάληψη. Αν υιοθετήσουμε τη θετικιστική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η επιστήμη κινείται από λιγότερη προς περισσότερη αλήθεια και μάλιστα με έναν γραμμικό και συνεχή τρόπο, τότε η απάντηση είναι σαφώς «ναι», εφόσον η κίνηση αυτή αντιπροσωπεύει, ακριβώς, τη μετάβαση από ένα «εσφαλμένο» κοσμολογικό σύστημα σε ένα άλλο, που βρίσκεται πλησιέστερα στην αληθή δομή του κόσμου. Εδώ, όμως, υπάρχουν δύο ενδιαφέροντα στοιχεία που υπονομεύουν το θετικιστικό αφήγημα. Πρώτον, στην εποχή του Κοπέρνικου το γεωκεντρικό σύστημα συνεχίζει να δουλεύει. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι είναι κοσμολογικά ανεπαρκές. Δεύτερον, ο Νικόλαος Κοπέρνικος που προτείνει τη μετάβαση στο ηλιοκεντρικό σύστημα δεν έχει κάνει αστρονομικές παρατηρήσεις που να έρχονται σε αντίθεση με το γεωκεντρικό σύστημα. Δεν υπάρχει, δηλαδή, κάποιο εύρημα που να τον στρέφει προς μια νέα κοσμολογική υπόθεση. Τότε τι είναι αυτό που τον πείθει για την ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου κοσμολογικού προτύπου;

Ο λόγος για τον οποίο ο Κοπέρνικος προβαίνει στην αναθεώρηση του γεωκεντρικού συστήματος είναι ο βαθμός υπολογιστικής δυσκολίας με την οποία έχει επιβαρυνθεί το γεωκεντρικό σύστημα. Αιώνες παρατηρήσεων, προσθηκών και διορθώσεων έχουν μετατρέψει το σύστημα σε ένα δυσκίνητο γεωμετρικό τέρας. Οι αστρονόμοι της εποχής του Κοπέρνικου βρίσκονται μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή, επομένως. Είτε θα βρουν νέες μαθηματικές τεχνικές που θα απλοποιήσουν τους υπολογισμούς είτε θα καταφύγουν σε ένα νέο αστρονομικό μοντέλο, το οποίο θα ενσωματώνει στην ίδια τη δομή του (και, ως εκ τούτου, θα εξαλείφει) όσο το δυνατόν περισσότερα από τα προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί. Ο Κοπέρνικος επέλεξε τη δεύτερη λύση. Κάποιοι θα μπορούσαν να έχουν επιλέξει την πρώτη και να εργαστούν προς αυτή την κατεύθυνση, όπως ο Κοπέρνικος εργάστηκε για την αναδόμηση του κοσμολογικού συστήματος. Μου αρέσει να λέω ότι αν ο υπολογιστής ήταν διαθέσιμος την εποχή του Κοπέρνικου, πιθανότατα θα ζούσαμε ακόμα σε ένα γεωκεντρικό σύμπαν. Φυσικά, για να υποστηριχτεί μια τέτοια επιλογή, θα έπρεπε να συνδράμουν και ένα σύνολο άλλων παραγόντων: θα έπρεπε να φτιαχτεί μια φυσική η οποία θα βασιζόταν στη διάκριση μεταξύ κίνησης (ουράνιες σφαίρες) και ηρεμίας (Γη)· θα έπρεπε να αναπτυχθεί μια άλγεβρα των κλειστών συστημάτων, η οποία θα κρατούσε το άπειρο έξω από τον πραγματικό κόσμο· θα έπρεπε να κατασκευαστούν όργανα παρατήρησης, τα οποία θα εστίαζαν στη σχετική κίνηση των σωμάτων και όχι στην αναζήτηση νέων οντοτήτων· θα έπρεπε, τέλος, να διαμορφωθούν επιστημονικοί θεσμοί που θα ήταν προσανατολισμένοι στη διαχείριση της τάξης ενός πεπερασμένου κόσμου και όχι στην κατάκτηση ενός άπειρου σύμπαντος. Θα έπρεπε, με άλλα λόγια, να κατασκευαστεί ένας κόσμος διαφορετικός από αυτόν που γνωρίζουμε, στον οποίο, όμως, το γεωκεντρικό αστρονομικό μοντέλο θα δούλευε αποτελεσματικά και θα βρισκόταν σε συμφωνία με την πραγματικότητα.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΥΟ αντεπιχειρήματα σε αυτό το σενάριο. Το πρώτο είναι ότι στην περίπτωση της υπολογιστικής επικράτησης του γεωκεντρικού μοντέλου χρειάζεται να κατασκευαστεί ένας κόσμος στον οποίο αυτό θα είναι λειτουργικό, ενώ στην περίπτωση του ηλιοκεντρικού συστήματος κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται. Και ο λόγος που δεν χρειάζεται είναι επειδή, ακριβώς, ο ηλιοκεντρισμός περιγράφει τον κόσμο όπως πραγματικά είναι. Με άλλα λόγια, ο ηλιοκεντρισμός δεν χρειάζεται ένα ειδικό πλαίσιο για να λειτουργήσει, επειδή ο «πραγματικός» κόσμος είναι αυτό το πλαίσιο. Όμως, ας σκεφτούμε ιστορικά: Για να θεμελιωθεί ο ηλιοκεντρισμός χρειάστηκαν 150 χρόνια και μέσα σε αυτά τα χρόνια έγιναν κάποιες σημαντικές αλλαγές στον κόσμο της αναδυόμενης επιστήμης. Πρώτον, φτιάχτηκε μια φυσική της κίνησης, στο πλαίσιο της οποίας δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ κίνησης και στάσης. Αυτή η φυσική θεμελιώθηκε στην έννοια της αδράνειας, η οποία δεν ήταν αποτέλεσμα εμπειρικής παρατήρησης, αλλά θεωρητικής επεξεργασίας και μετασχηματισμού προγενέστερων μεσαιωνικών εννοιολογήσεων της κίνησης (για την ακρίβεια, της έννοιας του impetus). Δεύτερον, χρειάστηκε να επινοηθεί μια νέα άλγεβρα, η οποία ήταν σε θέση να διαχειριστεί με τα ίδια εργαλεία το απείρως μικρό και το απείρως μεγάλο, καθώς και (το σημαντικότερο) τη μετάβαση από το ένα στο άλλο. Ο Leibniz και ο Newton εργάστηκαν χωριστά και ταυτόχρονα γι’ αυτό. Ο πρώτος επιχειρώντας να μαθηματικοποιήσει την αρχή της συνέχειας που διαπερνούσε τη φιλοσοφία του· ο δεύτερος επειδή τα μαθηματικά της εποχής του δεν ήταν κατάλληλα για την περιγραφή του ηλιοκεντρικού συστήματος και χρειάστηκε να επινοήσει μια νέα μαθηματική γλώσσα γι’ αυτόν τον σκοπό. Τρίτον, χρειάστηκε να κατασκευαστούν όργανα, τα οποία φιλοδοξούσαν να εξερευνήσουν «τις εσχατιές» του σύμπαντος, μολονότι τόσο η θεωρία στην οποία βασίστηκαν όσο και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τους στερούνταν αξιοπιστίας. Οι φακοί που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τηλεσκοπίων θεωρούνταν αθύρματα στην εποχή του Γαλιλαίου και η επιστήμη της οπτικής δεν μπορούσε να εγγυηθεί τα αποτελέσματα της παρατήρησης στον υπερσελήνιο κόσμο. Και δεν έφταναν αυτά: Τελικά, η χρήση του τηλεσκοπίου δεν νομιμοποιήθηκε λόγω της αποδεδειγμένης παρατηρησιακής αποτελεσματικότητάς του, αλλά χάρη στο γεγονός ότι ο Γαλιλαίος εκμεταλλεύτηκε το διπλωματικό δίκτυο των Μεδίκων για να δωρίσει τηλεσκόπια στις σημαντικότερες αυλές της Ευρώπης. Ίσως έχει κάποια σημασία να σημειωθεί ότι με μια παραλλαγή αυτού του οργάνου (αυτής της εργαλειοποιημένης διπλωματίας) παρατηρήθηκε, το 1838, η αστρική παράλλαξη, το φαινόμενο χάρη στο οποίο επιβεβαιώθηκε οριστικά η εγκυρότητα του ηλιοκεντρικού συστήματος.

Τέταρτον, η εδραίωση του ηλιοκεντρικού συστήματος συνοδεύτηκε από την εδραίωση των μεγάλων επιστημονικών εταιρειών (Ακαδημία των Λυγκέων, Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου κλπ.). Σπάνια το συζητάμε αυτό στην ιστορία της επιστήμης, αλλά ο βασικός λόγος για τον οποίο ιδρύθηκαν οι επιστημονικές εταιρείες ήταν για να παρακάμψουν τους εδραιωμένους θεσμούς γνώσης, τα πανεπιστήμια. Έτσι ώστε, οι άνθρωποι οι οποίοι υποστήριζαν τη νέα και αθεμελίωτη ακόμα κοσμοεικόνα να έχουν έναν χώρο όπου θα μπορούσαν να επεξεργάζονται τις απόψεις τους, να συνομιλούν, να αναπτύσσουν νέες έννοιες και να διαμορφώσουν μια γλώσσα που θα υπηρετεί το συγκεκριμένο εννοιολογικό σύστημα. Και, όπως όντως συνέβη, όταν θα έχουν πλέον διαμορφώσει και καταστήσει λειτουργικό αυτό το εννοιολογικό σύστημα, να επιστρέψουν στα πανεπιστήμια για να εκτοπίσουν την εδραιωμένη ανάγνωση του κόσμου. Το ότι αυτή η κατακτητική ματιά, που ήταν στραμμένη προς ένα άπειρο σύμπαν, συνδυάστηκε με την αρπακτικότητα του ανερχόμενου καπιταλισμού που προσέβλεπε στη μετατροπή του κόσμου σε ένα ανεξάντλητο απόθεμα πόρων, διευκόλυνε την κοινωνική της αποδοχή και την εδραίωσή της στην καρδιά του γνωστικού προτύπου της δυτικής νεοτερικότητας.

Άρα, και στην περίπτωση του ηλιοκεντρικού συστήματος έχουμε την κατασκευή ενός κόσμου παρόμοιου με εκείνον που θα απαιτούνταν για τη θεμελίωση του γεωκεντρικού συστήματος. Η ιδέα ότι στην περίπτωση του γεωκεντρισμού απαιτείται η κατασκευή ενός κόσμου, προκειμένου να πλαισιωθεί ένας αστήρικτος ισχυρισμός, ενώ στην περίπτωση του ηλιοκεντρισμού, που αποτελεί «αληθή» ισχυρισμό, την πλαισίωση αυτή την αναλαμβάνει ο πραγματικός κόσμος, είναι ιστορικά αθεμελίωτη. Και στη μία περίπτωση θα χρειαζόταν και στην άλλη περίπτωση πραγματικά χρειάστηκε η κατασκευή ενός κόσμου και είναι, ακριβώς, αυτή η κατασκευή που καθιστά, σε κάθε περίπτωση, τον ισχυρισμό αληθή.

Το δεύτερο επιχείρημα κατά της δυνατότητας επικράτησης ενός υπολογιστικά επαρκούς γεωκεντρικού συστήματος είναι ότι, ακόμα κι αν ισχύουν όλα αυτά, τώρα που γνωρίσαμε το ηλιοκεντρικό σύστημα, είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε ότι επί αιώνες οι άνθρωποι βρίσκονταν σε πλάνη. Άρα, όσο λειτουργικός και να ήταν ο κόσμος που θα υποστήριζε ένα υπολογιστικά επαρκές γεωκεντρικό σύστημα, θα ήταν ένας κόσμος που θα υποστήριζε μια πλάνη – ένας κόσμος που θα χρειαζόταν διαρκώς μπαλώματα και ad hoc παρεμβάσεις για να διατηρήσει τη συμφωνία του με μια πραγματικότητα που μονίμως θα του διέφευγε. Η απάντηση σε αυτό το αντεπιχείρημα είναι προφανής και πολυσυζητημένη στην ιστορία της επιστήμης: Όταν βρίσκεσαι στο εσωτερικό ενός γνωστικού συστήματος κρίνεις όλα τα υπόλοιπα με τους όρους του συγκεκριμένου γνωστικού συστήματος, με αποτέλεσμα να τα βρίσκεις πάντοτε και εξ ορισμού ανεπαρκή. Αυτή είναι η περίφημη «ασυμμετρία των Παραδειγμάτων» για την οποία μίλησε ο φιλόσοφος της επιστήμης Thomas Kuhn: Δεν υπάρχει αρχιμήδειο σημείο από το οποίο να μπορεί κάποιος να συγκρίνει αντικειμενικά και αμερόληπτα δύο διαφορετικά γνωστικά συστήματα, δύο διαφορετικά Παραδείγματα· η σύγκριση πάντοτε μεροληπτεί υπέρ του ενός Παραδείγματος, αλλά, sub specie aeternitatis, αυτό δεν σημαίνει τίποτα για την αλήθεια των ισχυρισμών που διατυπώνονται στο πλαίσιο του συγκεκριμένου Παραδείγματος. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να πάμε το επιχείρημα της ασυμμετρίας ένα βήμα παραπέρα: Οι οπαδοί του γεωκεντρισμού τελούσαν επί αιώνες σε κατάσταση πλάνης, αλλά δεν το γνώριζαν. Εμείς, οι οπαδοί του ηλιοκεντρικού συστήματος, πώς ξέρουμε ότι δεν τελούμε σε κατάσταση πλάνης και ότι όλη η επιστήμη μας δεν είναι μια σειρά ad hoc διορθώσεων απέναντι σε μια πραγματικότητα που αντιστέκεται στην ερμηνεία μας; Θα υπήρχε τρόπος να το γνωρίζουμε αν, πράγματι, συνέβαινε κάτι τέτοιο;

Τι αποδεικνύει αυτό το αντιπαράδειγμα; Όχι, βεβαίως, ότι πρέπει να αναθεωρήσουμε την απόφασή μας να εγκαταλείψουμε στον πτολεμαϊκό γεωκεντρισμό. Αποδεικνύει, όμως, ότι η επιστήμη που χτίστηκε γύρω από τον ηλιοκεντρισμό είναι εξίσου ενδεχομενική με μια επιστήμη που θα μπορούσε να έχει χτιστεί γύρω από έναν υπολογιστικά επιτυχημένο γεωκεντρισμό. Και ότι ο λόγος που δουλεύει αυτή η επιστήμη δεν είναι επειδή οι ισχυρισμοί της είναι αληθείς (δηλαδή, περιγράφουν τον κόσμο όπως «πραγματικά» είναι), αλλά επειδή κατάφερε (με πολύ κόπο και σε μεγάλο χρονικό διάστημα) να κατασκευάσει έναν κόσμο στο πλαίσιο του οποίου οι ισχυρισμοί της είναι αληθείς. Άρα, το γεγονός ότι η επιστήμη δουλεύει δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι αυτή περιγράφει τον κόσμο όπως πραγματικά είναι· ούτε, βεβαίως, θεμελιώνει τη γνωσιολογική της ανωτερότητα έναντι άλλων τρόπων γνώσης, όπως θα σημείωνε ο Paul Feyerabend.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την επιστήμη; Όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, η ανάδειξη του ενδεχομενικού χαρακτήρα της επιστημονικής γνώσης έχει ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά ενός αριθμού στοχαστών που αυτοαποκαλούνται ρεαλιστές, ενάντια στον υποτιθέμενο σχετικισμό των υποστηρικτών της συγκεκριμένης άποψης. Αξίζει να σημειώσουμε δύο πράγματα που έχουν κοινό παρονομαστή. Πρώτον, η στάση των ρεαλιστών στοχαστών στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει χαρακτηριστικά συντεταγμένης φιλοσοφικής αντίδρασης, αλλά ηθικού πανικού. Και, μάλιστα, ενός ηθικού πανικού που ξεκίνησε με τους «πολέμους της επιστήμης» της δεκαετίας του 1990 και παραμένει ακόμα ακμαίος: Αυτοί οι άθλιοι μεταμοντέρνοι σχετικιστές δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο· θέλουν να ξεριζώσουν κάθε έννοια αλήθειας και αντικειμενικότητας και να μας επιβάλουν μια πολιτικά επικίνδυνη new age θεώρηση της επιστήμης, στο πλαίσιο της οποίας παύει να υφίσταται η διάκριση ανάμεσα σε αλήθεια, μύθο και προκατάληψη. Δεύτερον, ο τίτλος «ρεαλιστές» αποτελεί οικειοποίηση. Αυτοαποκαλούνται ρεαλιστές επειδή ισχυρίζονται ότι η επιστήμη είναι σε θέση να περιγράψει τον κόσμο όπως πραγματικά είναι, αλλά οι ίδιοι παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια ιδεαλιστική προσήλωση στην αλήθεια και την αντικειμενικότητα, η οποία τους εμποδίζει να συλλάβουν την πραγματική, ιστορική διάσταση της επιστήμης.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι ότι η απόκρυψη της ιστορικής διάστασης της επιστήμης, όπως και η απόκρυψη του ενδεχομενικού χαρακτήρα της επιστημονικής γνώσης, είναι έργο της ίδιας της επιστήμης. Η επιστήμη έχει αναπτύξει μηχανισμούς μέσω των οποίων συγκαλύπτει και εξορθολογίζει την ακαταστασία του εργαστηρίου, την αποσπασματικότητα των ευρημάτων, την αβεβαιότητα των συμπερασμάτων, την επισφάλεια των αποφάσεων – έχει αναπτύξει, με άλλα λόγια, μηχανισμούς που της επιτρέπουν να τα αφήνει όλα αυτά στο πίσω δωμάτιο και να εμφανίζεται στο προσκήνιο ξεκάθαρη, σαφής, ορθολογική και σίγουρη για τον εαυτό της. Στην ουσία, η επιστήμη έχει αναπτύξει μηχανισμούς με τους οποίους συγκαλύπτει την πραγματική επιστημονική εργασία. Με αυτόν τον τρόπο, έχει καταφέρει να εμφανίζεται ως ευγενής γνωστική περιέργεια και ως μια μεθοδικά οργανωμένη δραστηριότητα που μοναδικό στόχο έχει την αντικειμενική και αμερόληπτη κατανόηση του φυσικού κόσμου.

Πέρα από την «ακαταστασία του εργαστηρίου», όμως, η συγκεκριμένη συνθήκη συγκαλύπτει και κάτι άλλο: Την εργασία που έχει στόχο τη συντήρηση του κόσμου εντός του οποίου δουλεύει η επιστήμη. Σύμφωνα με την κρατούσα αντίληψη, η δουλειά της επιστήμης τελειώνει με τη διατύπωση του φυσικού νόμου και τη δημοσίευση της αντίστοιχης επιστημονικής εργασίας – με τη δημοσιοποίηση, εν πάση περιπτώσει, των ευρημάτων της επιστημονικής έρευνας. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, η «ανακάλυψη» αφενός δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία και, αφετέρου, ποτέ δεν αρκεί για τη θεμελίωση μιας επιστημονικής αλήθειας. Όπως είδαμε στην περίπτωση του ηλιοκεντρικού συστήματος, μια γνωστική αναπαράσταση δεν θα σταθεί από μόνη της, αν δεν γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες ώστε να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον όπου αυτή θα είναι λειτουργική και αποτελεσματική.  Και αυτό απαιτεί συνεχή εργασία. Συνήθως σκεφτόμαστε ότι η επιστήμη είναι σε διαρκή εγρήγορση προκειμένου να προσαρμόζει τις θεωρίες και τα πορίσματά της στις προκλήσεις που της θέτει ο κόσμος. Όσο κι αν αυτό αποτελεί, πράγματι, τη μία όψη του επιστημονικού έργου, δεν πρέπει να το αφήνουμε να συσκοτίζει την άλλη σημαντική όψη του επιστημονικού έργου, δηλαδή την εργασία που απαιτείται για την κατασκευή και τη διατήρηση ενός κόσμου στον οποίο η επιστήμη θα λειτουργεί. Υπό αυτή την έννοια, η επιστήμη δεν είναι μια ευγενής γνωστική περιπέτεια που έχει στόχο την εξερεύνηση μιας αντικειμενικής εξωτερικής πραγματικότητας. Είναι ένας μηχανισμός (dispositif), ο οποίος διασυνδέει ένα σύνολο ετερογενών δρώντων με στόχο να νομιμοποιήσει μια συγκεκριμένη θεώρηση του κόσμου και, ταυτόχρονα, να κάνει τον κόσμο να συνεργαστεί με αυτή τη θεώρηση. Σε αυτό το πλαίσιο, τα νοήματα με τα οποία επενδύουμε τον κόσμο, η δυνατότητα να σκεφτούμε και να ενεργήσουμε με συγκεκριμένους τρόπους και, αντιστοίχως, η αδυναμία μας να σκεφτούμε και να ενεργήσουμε με άλλους τρόπους, οι ρόλοι που αναθέτουμε στους μη ανθρώπινους δρώντες και οι περιορισμοί που επιβάλλουμε στην ενεργητικότητά τους, οι λόγοι (discourses) και οι προσδοκίες που υφαίνουμε γύρω από τις θεωρητικές μας παραδοχές συγκροτούν ένα πεδίο δυνατοτήτων, το οποίο, όσο συντηρείται, επιτρέπει στην επιστήμη να λειτουργεί με τον αναμενόμενο τρόπο. Εάν η εργασία που επενδύεται στη συντήρηση αυτού του μηχανισμού ατονήσει, τότε οι μηχανές παύουν να λειτουργούν, οι ερμηνείες μας παύουν να είναι επαρκείς και οι ενέργειές μας παύουν να έχουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Ο κόσμος μετατρέπεται σε έναν άγνωστο που απειλεί να καταβροχθίσει την αδόμητη ασημαντότητά μας.

IMAGE CREDIT: Moriz Jung, Rainbow Obstacle (Hindernis Regenbogen), 1911 | Umberto Boccioni, States of Mind: Those who go, 1912 | Photo by Dimitar Belchev on Unsplash | Josef Albers, Ascension, 1942 | Frieder Nake, Homage a Paul Klee, 1965.