Ευρώπη από τα Lidl

ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ καμιά εικοσαριά μέρες από τότε που συνέβη και το έχουμε ήδη ξεχάσει. Καλό είναι, όμως, να μην ξεχνάμε και να μην συνηθίζουμε. Το συμβάν αφορούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα που έκλεψε κάποια προϊόντα από ένα κατάστημα Lidl. Οι υπεύθυνοι του καταστήματος τη συνέλαβαν, την παρέδωσαν στην αστυνομία και υπέβαλαν μήνυση. Όταν το πράγμα μαθεύτηκε υπήρξε αντίδραση από τον κόσμο. Τόσο στον τύπο όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υποστηρίχτηκε ότι επρόκειτο για μια φτωχή γυναίκα, η οποία έκλεψε από ανάγκη λίγο τυρί και λίγο κρέας. Η αλυσίδα θα μπορούσε να αποσύρει τη μήνυση και το πράγμα να τελειώσει εκεί. Η επιχείρηση, όμως, επέμεινε στη στάση της –έκλεψε, άρα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες του νόμου– και μόνο όταν η κατακραυγή διογκώθηκε υπέρμετρα απέσυρε τη μήνυσή της.

Anthony Falbo, At the pizzeria | falboart.com

Δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι το Lidl είναι γερμανική επιχείρηση. Και δεν μπορώ να μην σκεφτώ την εξόφθαλμη ομοιότητα αυτού του περιστατικού με τον τρόπο που η Γερμανία της Μέρκελ και του Σόιμπλε κυβέρνησε την Ευρώπη σε όλη τη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης: Πρέπει να εφαρμόζουμε τους κανόνες. Κατανοούμε τα δεινά που μπορεί να επιφέρουν τα μέτρα σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού και τη δυσφορία που κάτι τέτοιο συνεπάγεται· ωστόσο, πρέπει να καταλάβετε ότι το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας σας βρίσκεται στην πάση θυσία εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων. Και για να γίνει αυτό χωρίς τις παλινωδίες και τα παζαρέματα που χαρακτηρίζουν τον πολιτικό βίο των νοτίων, η κοινωνία πρέπει να μετασχηματιστεί κατά τρόπον ώστε η εφαρμογή των κανόνων να εγγραφεί στην ίδια τη δομή της. TANE (η γερμανίδα αδελφή της TINA): There are no exceptions!

Όμως, υπάρχουν κανόνες για την εφαρμογή των κανόνων; Ο αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein έγραφε στις Φιλοσοφικές Έρευνές του: «Το παράδοξό μας ήταν τούτο: ένας κανόνας δεν μπορεί να προσδιορίσει κανένα τρόπο εκτέλεσης της πράξης, γιατί κάθε τρόπος μπορεί να γίνει συμβιβαστός με τον κανόνα. Η απάντηση ήταν: αν καθετί μπορεί να γίνει συμβιβαστό με τον κανόνα, μπορεί εξίσου και να συγκρουσθεί με αυτόν. Και, άρα, εδώ δεν υπάρχει ούτε συμβιβασμός ούτε σύγκρουση […] Γι’ αυτό το να ‘ακολουθείς τον κανόνα’ είναι μια πρακτική. Και το να νομίζεις πως ακολουθείς τον κανόνα δεν είναι το να τον ακολουθείς. […] Το να ακολουθείς έναν κανόνα είναι ανάλογο με το να ακολουθείς μια προσταγή. Μας εξασκούν να υπακούμε και να αντιδρούμε σ’ αυτόν με ορισμένο τρόπο. Αλλά τι γίνεται αν στην προσταγή και στην εξάσκηση ο ένας αντιδρά έτσι και ο άλλος αλλιώς; Ποιος έχει δίκιο;» (§201, 202, 206· μετάφραση Παύλος Χριστοδουλίδης). Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποιος είναι ο κανόνας και ποιος τον ακολουθεί, αλλά ποιος ερμηνεύει τον κανόνα και ποιος αποφασίζει τι συνιστά συνεπή εφαρμογή του.

Αναφορές
Wittgenstein, L. (1977). Φιλοσοφικές Έρευνες, μετάφραση Π. Χριστοδουλίδης. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
Kripke, S. (1982). Wittgenstein on Rules and Private Language. Κέιμπριτζ, MA: Harvard University Press.
McDowell, J. (1984). Wittgenstein on following a Rule. Synthese 58(4), 325-363.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 128, στις 5 Μαρτίου 2022.

Αντιεμβολιασταί

ΟΙ «ΑΡΝΗΤΕΣ» του εμβολιασμού κατά της νόσου Covid-19 είναι αρνητές της επιστήμης και του ορθού λόγου. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η επιστήμη και ο ορθός λόγος αποτελούν δύο από τα βασικότερα θεμέλια της προόδου και της δημοκρατίας, η στάση των «αντιεμβολιαστών» υπονομεύει τις αξίες που στηρίζουν τον σύγχρονο πολιτισμό. Τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, για την ακρίβεια, γιατί σε μεγάλο μέρος του κόσμου οι άνθρωποι δεν έχουν καν την πολυτέλεια να είναι «αντιεμβολιαστές», εφόσον δεν υπάρχουν εμβόλια. Ποιο είναι το σύστημα αξιών που υποκινεί τους ανθρώπους που αρνούνται τον εμβολιασμό; Ποιο είναι το γνωσιακό ιδεώδες που τροφοδοτεί τις «ψευδοεπιστημονικές» τους αντιλήψεις; Ποια είναι η διανοητική τους ταυτότητα και πού τοποθετούνται στο φάσμα μεταξύ έγκυρης και μη έγκυρης γνώσης;

Ψευδοεπιστήμες
Στο βιβλίο του Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας, ο Isaiah Berlin αναφέρεται στο πλατωνικό ιδεώδες για τη γνώση που κληροδότησε ο Διαφωτισμός στη σύγχρονη σκέψη. Ένα ιδεώδες που συνιστά μια φανταστική και εξιδανικευμένη σύλληψη, αλλά που συνεχίζει να τροφοδοτεί την αντίληψή μας για τη γνώση και την επιστήμη μέχρι σήμερα. Το ιδεώδες αυτό συγκροτείται από τρεις αρχές. «Πρώτον, ότι, όπως στις επιστήμες, κάθε γνήσιο ερώτημα πρέπει να έχει μία και μόνο μία αληθινή απάντηση, ενώ όλες οι υπόλοιπες είναι κατ’ ανάγκην εσφαλμένες· δεύτερον, ότι πρέπει να υπάρχει κάποια ασφαλής διαδρομή για την ανακάλυψη αυτών των αληθειών· τρίτον, ότι οι αληθινές απαντήσεις, όταν ανακαλύπτονται, πρέπει κατ’ ανάγκην να εναρμονίζονται μεταξύ τους και να διαμορφώνουν ενιαίο όλο, διότι η μία αλήθεια δεν μπορεί να είναι ασύμβατη με την άλλη.»

Είναι αλήθεια ότι μπορεί να μη φτάσουμε ποτέ στην κατάσταση της τέλειας γνώσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες αλήθειες δεν υπάρχουν. Ίσως δεν πήραμε τον σωστό δρόμο, ίσως είμαστε μικρόνοες, αδύναμοι, διεφθαρμένοι ή αμαρτωλοί. Κάποτε, όμως, αναπόφευκτα θα έρθει η μέρα που «άνδρες και γυναίκες θα πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και θα σταματήσουν να ενεργούν συμφεροντολογικά ή σαν αθύρματα τυφλών δυνάμεων που δεν κατανοούν» (Berlin, 2004, 22-4).

Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, οι λεγόμενες ψευδοεπιστήμες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους δεν τροφοδοτούνται από τον χώρο των προλήψεων, αλλά από αυτές ακριβώς τις αξίες – από τις ίδιες αξίες που τροφοδοτείται και η έγκυρη επιστήμη. Ο στόχος των ψευδοεπιστημών είναι η αποκάλυψη της μίας και μοναδικής αλήθειας για τον κόσμο, που ακυρώνει όλες τις υπόλοιπες και θα επιτρέψει στους ανθρώπους να πάψουν να είναι υποχείρια των δυνάμεων της φύσης και της κοινωνίας. Οι ψευδοεπιστήμες αποτελούν μέρος της κουλτούρας της επιστήμης και όχι του αποκρυφισμού.

Οι ψευδοεπιστήμες αξιοποιούν κι ένα άλλο στοιχείο της κουλτούρας της επιστήμης. Το γεγονός ότι η αλήθεια για τον κόσμο προκύπτει από την αντιπαράθεση των απόψεων. Οι επιστημονικές διαμάχες προάγουν τη γνώση. Ασφαλώς, υπάρχει ένα όριο σ’ αυτό. Μπορεί στα επιστημονικά περιοδικά να γίνεται σφαγή και ο ανταγωνισμός των εργαστηρίων να ροκανίζει τις καριέρες χιλιάδων ερευνητών ανά τον κόσμο, αλλά όλα αυτά γίνονται εντός της επιστήμης και με τους όρους της επιστήμης. Το να κυκλοφορούν διάφοροι γραφικοί και να ισχυρίζονται πως ο Einstein έκανε λάθος είναι απαράδεκτο. Μόνο που ένας τέτοιος γραφικός ήταν κι ο Γαλιλαίος, όταν κυκλοφορούσε ισχυριζόμενος ότι οι απόψεις του Αριστοτέλη για το κοσμολογικό σύστημα ήταν λάθος. Στην πραγματικότητα, το πού βρίσκεται το όριο είναι θέμα δημόσιας διαπραγμάτευσης. Και αυτή η διαπραγμάτευση γίνεται με κάθε άλλο παρά επιστημονικούς όρους – διαφορετικά, θα ήταν αδύνατο να επέλθει η βαθιά επιστημολογική αλλαγή που ονομάζουμε «αλλαγή Παραδείγματος».

Είναι σημαντικό, επομένως, να κατανοήσουμε ότι επιστήμες και ψευδοεπιστήμες μοιράζονται τον ίδιο χώρο αξιών και, σε μεγάλο βαθμό, και μεθόδων.

Βιοπολιτική
Αυτό που μετατρέπει τις ψευδοεπιστημονικές απόψεις σε ενεργή κοινωνική δύναμη είναι ο ελιτισμός της επιστήμης και η συνακόλουθη αίσθηση αποκλεισμού των πολιτών από τις διαδικασίες διαμόρφωσης της γνώσης και λήψης τεχνοεπιστημονικών αποφάσεων. Η κυρίαρχη ιδέα είναι ότι η επιστήμη κατέχει τις μεθόδους που της επιτρέπουν να καταλήγει με βεβαιότητα στη γνώση των κανονικοτήτων που διέπουν τον φυσικό και κοινωνικό κόσμο. Όποιος δεν κατέχει αυτές τις μεθόδους δεν δικαιούται διά να ομιλεί!

Αυτή η φαινομενικά προφανής αλήθεια, όμως, ευθύνεται για ένα σοβαρό κοινωνικό χάσμα. Ο Σπινόζα σημείωνε στην Πολιτική Πραγματεία: «Το ότι ο όχλος είναι ξένος προς κάθε αλήθεια και κάθε κρίση δεν είναι παράξενο, εφόσον οι σημαντικότερες υποθέσεις του κράτους ρυθμίζονται εν αγνοία του και δεν του απομένει παρά να τις μαντεύει από κάποια γεγονότα που είναι απολύτως αδύνατο να του τα αποκρύψουν. Πράγματι, χρειάζεται σπάνια αρετή για να αποφεύγει κάποιος να διατυπώνει κρίσεις. Συνεπώς, το να θέλει κανείς να ενεργεί πάντοτε εν αγνοία των πολιτών, απαιτώντας ταυ­τόχρονα από αυτούς να μη διατυπώνουν λανθασμένες κρίσεις και κακοπροαίρετες ερμηνείες, αυτό αποτελεί το αποκορύ­φωμα της ανοησίας. Στην πραγματικότητα, αν ο όχλος ήξε­ρε να παραμένει ήρεμος, να μη διατυπώνει κρίσεις για ζητή­ματα που γνωρίζει ελάχιστα ή να κρίνει με ορθό τρόπο ένα ζήτημα έχοντας περιορισμένη πληροφόρηση, θα του άξιζε ασφαλώς να κυβερνά παρά να υπακούει» (Σπινόζα, 1996, 175-6). Οι ψευδοεπιστήμες και οι θεωρίες συνωμοσίας μάς αποκαλύπτουν πολλά για τη σχέση της επιστήμης με την εξουσία και τις γνωσιακές ιεραρχίες που αυτή νομιμοποιεί.

Η πανδημία υπήρξε ένα τεράστιο πείραμα βιοπολιτικής. Αυτό δεν είναι άσχετο με τον τρόπο που οι άνθρωποι προσέλαβαν τη λειτουργία της επιστήμης στο συγκεκριμένο πλαίσιο.

  • Το πρώτο πράγμα με το οποίο ήρθαμε αντιμέτωποι με την έναρξη της πανδημίας ήταν ο εργαλειοποιημένος ανθρωπισμός: Οι ευάλωτοι παππούδες και οι απερίσκεπτοι νέοι επιστρατεύονται για τη δικαιολόγηση της λήψης συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων και για την εφαρμογή συγκεκριμένων κατασταλτικών πολιτικών.
  • Την ίδια στιγμή και σε αντίθεση με τις ανθρωπιστικές κορώνες, επανεννοιολογείται η αξία της ανθρώπινης ζωής: Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι σταθερά. Είναι συνάρτηση στην οποία συμμετέχουν ως ανεξάρτητες μεταβλητές οι ζωές των άλλων (φυσικά), αλλά και η επάρκεια των κρατικών υποδομών, καθώς και η ανάγκη λειτουργίας της αγοράς. Η αξία της ανθρώπινης ζωής σταθμίζεται βάσει αυτών των μεταβλητών.
  • Η ανθρώπινη ζωή αποσυνδέεται από τις ειδικές συνθήκες της ύπαρξής της (φύλο, τάξη, φυλή, μορφωτικό επίπεδο, κοινωνική θέση) και ορίζεται αποκλειστικά σε σχέση με την κοινή απειλή: Μπροστά στον κορωνοϊό είμαστε όλοι ίσοι – ως εκ τούτου πρέπει να μπούμε όλοι στον κοινό ζυγό για να επαναφέρουμε την κοινωνία στην «κανονική» λειτουργία της. Η επάνοδος στην καπιταλιστική κανονικότητα είναι το σπουδαίο πρόταγμα απέναντι στον κοινό εχθρό.
  • Βασικό όργανο της βιοπολιτικής είναι ο κατασταλτικός λόγος. Γιατροί και πολιτικοί αναλαμβάνουν να υλοποιήσουν τις περιοριστικές πολιτικές μέσω της εντατικής παρουσίας τους στα media. Ο λόγος τους εκτείνεται σε ένα συνεχές φάσμα από τον πατερναλισμό στον εκφοβισμό κι από εκεί στην απειλή χρήσης ανοικτής βίας.

Αν συνδυάσουμε τις συνέπειες της βιοπολιτικής με το «τυφλό σημείο» (blindspot) που δημιουργείται από τη συνάντηση της επιστήμης με την εξουσία, είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Το βίωμα του εξαναγκασμού, συνδυασμένο με την έλλειψη ουσιαστικής πληροφόρησης και με τον αποκλεισμό από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, γεννά τις αντιδράσεις οι οποίες καταγράφηκαν στον λόγο των μη επίσημων διαύλων (των διαύλων, δηλαδή, που δεν ελέγχονταν από τους κάθε λογής εκφραστές της βιοπολιτικής), καθώς και τις εκδηλώσεις ανυπακοής που είδαμε στη διάρκεια του δεύτερου εγκλεισμού. Δεν αποτελεί έκπληξη, επομένως, ότι πολλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη διάθεση του εμβολίου, τις παραινέσεις που τη συνοδεύουν και, εντέλει, την επί ποινή απόλυσης υποχρεωτικότητα ως συνέχεια της συγκεκριμένης βιοπολιτικής.

Ελλείματα
Οι απόψεις και οι θεωρίες που συνοδεύουν την άρνηση εμβολιασμού περιέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την κοινωνία, την πολιτική και, κυρίως, για τη θέση της επιστήμης στο πλέγμα της εξουσίας. Το να βάζουμε όλους τους «αντιεμβολιαστές» και όλους τους «αρνητές» στο ίδιο τσουβάλι και μάλιστα μαζί με διάφορες άλλες μορφές κοινωνικής αντιδραστικότητας και συντηρητισμού αποτελεί σοβαρή συσκότιση της πραγματικότητας. Αντιθέτως, αυτό που χρειάζεται να κάνουμε είναι να σκύψουμε πάνω σε αυτό το κοινωνικό φαινόμενο και να το μελετήσουμε συστηματικά και εις βάθος. Κι αυτό όχι για να δούμε ποιοι είναι οι εν δυνάμει σοβαροί και ποιοι οι ψεκασμένοι τελικού σταδίου, αλλά για να κατανοήσουμε τη συλλογιστική που τροφοδοτεί τις διαφορετικές στάσεις και να δούμε αν και πώς κάποιες από αυτές μπορούν να πολιτικοποιηθούν.

Κλείνω με μια εικασία. Αν το κάνουμε αυτό –αν τολμήσουμε να γνωρίσουμε– θα βρεθούμε αντιμέτωποι με δύο σοβαρά ελλείματα. Το έλλειμα δημοκρατίας που χαρακτηρίζει την επιστήμη και εκδηλώνεται με την τραγική χρεωκοπία των διαδικασιών «εκλαΐκευσης» που τόσο εύκολα στρέφονται προς τον αυταρχισμό και την ανοικτή καταστολή· και το έλλειμα εναλλακτικού πολιτικού λόγου για τα ζητήματα της πανδημίας που χαρακτηρίζει την Αριστερά και εκδηλώνεται με την απουσία ουσιαστικής κριτικής στις διαδικασίες παραγωγής της γνώσης και λήψης τεχνοεπιστημονικών αποφάσεων.

Αναφορές

Berlin, I. (2004). Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας (μτφρ. Γ. Μερτίκας, επιμ. Γ. Λυκιαρδόπουλος). Αθήνα: Κριτική.
Σπινόζα, Μ. (1996). Πολιτική Πραγματεία (μτφρ. Α. Ι. Στυλιανού). Αθήνα: Πατάκης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 119, στις 23 Οκτωβρίου 2021.

Γνώση για τυφλούς ανθρώπους

ΤΥΧΑΙΝΕΙ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ. Να είμαστε, δηλαδή, ως είδος εφοδιασμένοι με την ικανότητα της όρασης. Αυτή η ικανότητα, όμως, δεν συνδέεται με τη ζωή με μια σχέση μεταφυσικής αναγκαιότητας. Υπάρχουν μορφές ζωής, οι οποίες δεν τη διαθέτουν. Όλα τα φυτά, προφανώς, αλλά και πολλά ζώα. Επίσης, δεν είναι συνδεδεμένη αναγκαστικά με την ιδιότητα του ανθρώπου. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι οι οποίοι δεν διαθέτουν αυτή την ικανότητα. Αυτό δεν τους κάνει λιγότερο ανθρώπους. Και, φυσικά, ανάμεσα στο βλέπω και το δεν βλέπω υπάρχουν όλες οι ενδιάμεσες καταστάσεις. Αν λοιπόν, η ικανότητα της όρασης είναι βιολογικά ενδεχομενική, τότε πώς γίνεται η γνώση μας για τον κόσμο να στηρίζεται αποκλειστικά σε αυτή; Από πού αντλεί τη γνωσιολογική της ανωτερότητα έναντι όλων των άλλων αισθήσεων;

Είναι αλήθεια ότι η όραση μας επιτρέπει να γνωρίσουμε από απόσταση και ίσως αυτό αποτελεί εξελικτικό πλεονέκτημα με την έννοια της έγκαιρης αποφυγής του επερχόμενου κινδύνου. Είναι ασφαλέστερο να γνωρίζεις μέσω της όρασης παρά μέσω των άλλων αισθήσεων. Το ερώτημα όμως δεν είναι ανθρωπολογικό, αλλά γνωσιολογικό. Τι σημαίνει ότι η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κυρίως από την όραση, ενώ οι υπόλοιπες αισθήσεις περιορίζονται στην παροχή συμπληρωματικών και συνήθως δευτερεύουσας σημασίας πληροφοριών; Χωρίς την υποστήριξη της όρασης, σίγουρα δεν θα υπήρχε η αστρονομία ή η γεωμετρία. Επίσης, δεν θα υπήρχαν οι πειραματικές επιστήμες που στηρίζονται στη μαρτυρία και την οπτική επιβεβαίωση των πειραματικών αποτελεσμάτων. Αλλά, και πάλι, το ερώτημα δεν είναι τι θα στερούμασταν από ένα υποτιθέμενα πλήρες σώμα γνώσης χωρίς την επικουρία της όρασης. Είναι: πώς θα ήταν ο κόσμος που γνωρίζουμε αν στη διαδικασία απόκτησης της γνώσης πρωταγωνιστούσαν άλλες αισθήσεις;

Είναι τυφλός […] ή μάλλον ‘βλέπει’ με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι εμείς. Δεν υπάρχουμε γι’ αυτόν, με την ίδια έννοια που υπάρχουμε ο ένας για τον άλλον. Εμείς αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον από την όψη του προσώπου και του σώματος. Η όψη αυτή είναι για τον ωκεανό ένα ανοιχτό παράθυρο. Αυτός μπαίνει κατευθείαν στο μυαλό μας.
…………………………………………………………………….Stanislaw Lem, Solaris

Ανούσιες σοφιστείες, θα πείτε. Ωστόσο, σκεφτείτε: Πώς θα γνώριζε ένας Θεός τον κόσμο; Ασφαλώς η γνώση του δεν θα περιοριζόταν από τις ατελείς ανθρώπινες δεξιότητες. Ένας Θεός δεν θα έβλεπε τον κόσμο, θα τον αντιλαμβανόταν με όλους τους δυνατούς τρόπους. Πόσες διαφορετικές εκδοχές του κόσμου θα μπορούσε να γνωρίσει ο Θεός; Πώς θα μεταφραζόταν μια μορφή γνώσης του κόσμου σε μια άλλη; Και κυρίως: θα υπήρχε μια μορφή γνώσης στην οποία θα μπορούσαν να αναχθούν όλες οι υπόλοιπες; Δεδομένου ότι δεν υπάρχει τρόπος να αποδειχθεί πως αυτή η μορφή –αν υπήρχε– θα ήταν η όραση, το μόνο που επιτυγχάνουμε με την αναγνώριση της γνωσιολογικής πρωτοκαθεδρίας του οπτικού είναι η υποβάθμιση των τρόπων γνώσης που συνδέονται με τις υπόλοιπες αισθήσεις. Πόσοι κόσμοι δεν θα αποκαλύπτονταν «μπροστά στα μάτια μας» αν ποτέ ενεργοποιούσαμε γνωσιακά όλες τις αισθήσεις! Και πόσες προκλήσεις δεν θα αντιμετωπίζαμε στην προσπάθειά μας να μεταφράσουμε τη γνώση μας για έναν κόσμο στα εμπειρικά δεδομένα ενός άλλου!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 96, στις 7 Νοεμβρίου 2020.

Image Credit: Εξωφυλλο της πρωτης αγγλικης εκδοσης του Solaris, Faber, Λονδινο 1971.