Ανάμεσα

Η ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ αυτή αναρτήθηκε στον Παγκόσμιο Ιστό τη μαγική στιγμή 00:00. Τα μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου 2021, τη στιγμή ακριβώς που τέλειωνε μία χρονιά και άρχιζε η επόμενη. Ασφαλώς, η ακρίβεια αυτού του ισχυρισμού είναι συζητήσιμη. Από αυστηρά επιστημονική άποψη, πάντα υπάρχει ένα περιθώριο σφάλματος, το οποίο είναι τόσο μεγαλύτερο όσο περισσότερες είναι οι συσκευές που συμμετέχουν σε μια μέτρηση – και στην προκειμένη περίπτωση αυτές οι συσκευές είναι πάρα πολλές. Επίσης, στη μέτρηση υπεισέρχεται η ταχύτητα μετάδοσης των σημάτων, η οποία εξαρτάται από ένα πλήθος παραγόντων, καθώς και από την κατάσταση του εκάστοτε παρατηρητή που εκτελεί τη μέτρηση. Από αυτή την άποψη, δεν θα ήταν λάθος να πούμε ότι η «μαγική στιγμή» 00:00 έχει κάποιο «πάχος». Όχι ακριβώς διάρκεια, αλλά έκταση: δεν είναι ένα σημείο, αλλά ένας χώρος ο οποίος προκύπτει από την απόθεση των διαφορετικών μετρήσεων σε μια περιοχή του χρόνου.

Katsushika Hokusai, Το μεγάλο κύμα έξω από την Kanagawa, c. 1830.

Συνήθως δεν δίνουμε σημασία στο εύρος των στιγμών. Θεωρούμε ότι είναι σημεία, τα οποία μεσολαβούν ανάμεσα σε ένα πριν και ένα μετά. Μεταβάσεις που παύουν να έχουν ενδιαφέρον από τη στιγμή που θα επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα με μονιμότητα. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι κάτι που διαθέτει όνομα και χαρακτηριστικά, τα οποία διατηρούνται αναλλοίωτα για ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Μετά επέρχεται και πάλι η αλλαγή, η οποία δεν είναι παρά μια (πολυπαραγοντική, ομολογουμένως) διαδικασία μετάβασης σε μια νέα κατάσταση. Και αυτή η διαδικασία, επομένως, θα χάσει τη σημασία της από τη στιγμή που η μετάβαση θα ολοκληρωθεί και θα επιτευχθεί η νέα μονιμότητα. Και ούτω καθεξής: Ο κόσμος, η ζωή μας, η Ιστορία είναι μια διαδοχή φάσεων, σταδίων, καταστάσεων. Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά στιγμιαίες ρήξεις στο συνεχές του χρόνου.

Η φιλοσοφία ανέκαθεν προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή μας στο γίγνεσθαι, στη μεταβατικότητα, στον διαδικασιακό χαρακτήρα της ύπαρξης. Ο δυτικός χριστιανικός πολιτισμός, όμως, αναζήτησε με επιμονή τα θεμέλιά του σε μια ουσιοκρατική αντίληψη του κόσμου που δίνει έμφαση στην απτότητα, τη μονιμότητα και τον καθορισμένο χαρακτήρα των όντων. Είτε προέκυψαν από το χέρι του Θεού είτε από την τυφλή φυσική αναγκαιότητα, τα πράγματα είναι αυτά που δίνουν νόημα στον κόσμο και κυρίως που τον κάνουν ανθρώπινο. Ποθούμε να ξεκουραστούμε στην αγκαλιά των πραγμάτων.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι αυτό δεν μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε πως τα πράγματα είναι και τα ίδια σε διαρκή μεταβολή. Τίποτα δεν μένει το ίδιο και τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Οι οργανισμοί γερνούν, τα αντικείμενα φθείρονται. Ωστόσο, αυτή η μεταβολή είναι μεταβολή των πραγμάτων. Αυτό που αλλάζει είναι το υλικό και η δομή της φυσικής τους σύστασης. Υπό αυτή την έννοια, τα πράγματα παραμένουν το θεμέλιο του κόσμου – η αλλαγή είναι πάθος της ύλης, όπως θα έλεγαν οι παλιοί αριστοτελιστές. Το να στρέψουμε την προσοχή μας στις στιγμές, το να δώσουμε οντολογική προτεραιότητα σε αυτό που συμβαίνει ανάμεσα σε διαδοχικές καταστάσεις, φάσεις και υποστασιοποιήσεις σημαίνει να αναγνωρίσουμε τη δύναμη της ίδιας της αλλαγής να δημιουργεί τον κόσμο: να αντιληφθούμε τα πράγματα όχι ως οιονεί μόνιμες καταστάσεις, αλλά ως φευγαλέες στιγμές μιας αέναης ροής που δεν ξεκουράζεται ποτέ και δεν έχει ανάγκη από ονόματα και ιδιότητες για να υπάρξει.

Καλή Χρονιά!

Αμφισημία

ΟΧΙ, η πληροφορία δεν παραβιάζει τους νόμους της θερμοδυναμικής. Στο προηγούμενο σημείωμα έγραφα ότι η πληροφορία, αντίθετα από την ύλη και την ενέργεια, είναι το μόνο πράγμα που αυξάνεται στο σύμπαν. Θα μπορούσε, ασφαλώς, κάποιος να διαφωνήσει ισχυριζόμενος ότι η πληροφορία δεν είναι κάτι διαφορετικό από την ύλη και την ενέργεια – είναι απλώς μία από τις μεταμορφώσεις της ενέργειας. Κάποιος άλλος, όμως, θα μπορούσε να του απαντήσει ότι η αναγωγή του νοήματος στην ενέργεια δεν είναι έγκυρη. «A unit of information is a difference which makes a difference», έγραφε ο George Bateson το 1972: Μολονότι ο ορισμός της πληροφορίας μοιάζει με τον ορισμό της διαφοράς δυναμικού που ευθύνεται για την παραγωγή έργου, η ενέργεια απουσιάζει εντελώς από αυτόν, και τη θέση της παίρνει το νόημα. Το θέμα μας, ωστόσο, εδώ δεν είναι ο «πληροφοριακός δομικός ρεαλισμός» του Luciano Floridi ούτε το «it from bit» του John Wheeler. Είναι η γνωσιολογική χρησιμότητα της αμφισημίας.

Τη δεκαετία του 1960 έκανε την εμφάνισή του ο όρος «δύο κουλτούρες», για να δηλώσει το χάσμα ανάμεσα στις θετικές, από τη μία πλευρά, και τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές, από την άλλη, επιστήμες. Η διάκριση, ασφαλώς, υπήρχε ήδη επί δεκαετίες και το ομώνυμο βιβλίο του C. P. Snow ήρθε απλώς να καταγράψει  το φαινόμενο. Από τη μια ο κόσμος του λόγου κι από την άλλη ο κόσμος του συναισθήματος· από τη μια ο κόσμος της αυστηρής μεθοδολογίας κι από την άλλη ο κόσμος της ενσυναίσθησης και της συμμετοχής· από τη μια ο κόσμος των αντικειμενικών φυσικών νόμων κι από την άλλη ο κόσμος των απρόβλεπτων ανθρώπινων φαινομένων. Η αντικειμενικότητα απέναντι στην ενδεχομενικότητα.

Στα χρόνια του μεσοπολέμου, ωστόσο, άρχισαν να αποκτούν κεντρική σημασία κάποιες αμφίσημες έννοιες: Η εμπειρία, ο χρόνος, η πληροφορία, η επικοινωνία. Η αμφισημία των συγκεκριμένων εννοιών έγκειται στο γεγονός ότι καθεμιά από αυτές ανήκει και στις δύο περιοχές –και στην περιοχή των θετικών και στη περιοχή των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών– αλλά σε κάθε περιοχή έχει διαφορετικό νόημα. Η εμπειρία της πειραματικής ψυχολογίας και η εμπειρία της Φαινομενολογίας. Ο  χρόνος του Αϊνστάιν και ο χρόνος του Bergson. Η πληροφορία των μηχανικών και η πληροφορία των γλωσσολόγων. Η επικοινωνία των πληροφορικών και η επικοινωνία των κοινωνιολόγων. Μολονότι πάντα υπήρχε διάλογος ανάμεσα στις δύο κουλτούρες, η έμφαση δόθηκε περισσότερο στην αυστηρή περιχαράκωση της κάθε έννοιας στο αντίστοιχο πεδίο, ώστε να μην συγχέεται με την ομώνυμή της στο άλλο πεδίο, παρά στην αξιοποίηση της διπολικής της φύσης.

Θα μπορούσαμε, άραγε, να σκεφτούμε μια μορφή γνώσης που να κάνει το ακριβώς αντίθετο; Αντί, δηλαδή, να εκκινεί από τη διχοτόμηση και την εσωτερική οριοθέτηση των εννοιών, να θεμελιώνεται στην εξερεύνηση της ίδιας της αμφισημίας τους; Ποια θα ήταν η εικόνα του κόσμου που θα προέκυπτε από μια τέτοια επιστήμη;

Αναφορές
Bateson, G. (1972). Steps to an Ecology of Mind. New York: Ballantine Books.
Bergson, H. (1999). Duration and Simultaneity: Bergson and the Einsteinian Universe. Manchester: Clinamen Press Ltd 1999.
Floridi, L. (2008). A defense of informational structural realism. Synthese 161, 219-53.
Snow, C. P. (1962). The two cultures and the scientific revolution; the Rede lecture, 1959. Cambridge: Cambridge University Press.
Wheeler, J. A. (2018). Information, physics, quantum: The search for links. Στο A. J. G. Hey (επιμ.), Feynman and Computation. Exploring the Limits of Computers. Boca Raton, FL: CRC Press.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 123, στις 18 Δεκεμβρίου 2021.

Πληροφορία

ΜΠΟΡΕΙ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ηδονής ή μια πράξη καλοσύνης να κάνει μεγαλύτερο το σύμπαν; Η εύλογη απάντηση είναι ένα συγκαταβατικό χαμόγελο και «λυπάμαι, όχι, αν και έτσι σε κάνουν να νιώθεις». Και όμως, εννοώ την ερώτηση κυριολεκτικά: με ποσοτικούς όρους. Η ιδέα είναι η εξής (και δεν περιορίζεται στην ηδονή ή στη καλοσύνη, που χρησιμοποιούνται προβοκατόρικα για να διατυπωθεί το ερώτημα): Ο κόσμος δεν είναι (δεν μπορεί να είναι) ίδιος πριν και μετά τη στιγμή που βιώνω ένα συναίσθημα ή εκτελώ μια πράξη. Μολονότι δεν ξέρω «πού πάει» αυτό το αίσθημα ούτε «την αντικειμενική αξία της πράξης μου», το λογικά βέβαιο είναι ότι ο κόσμος-μετά είναι διαφορετικός. Βεβαίως, αυτό είναι εύκολο να υποστηριχτεί, αν ταυτίσουμε τον κόσμο με την κοινωνία. Κάθε πράξη έχει συνέπειες και κάθε συναίσθημα τροποποιεί τη συμπεριφορά των υποκειμένων. Το ερώτημα, όμως, δεν αφορά την Κοινωνιολογία αλλά τη Φυσική.

Παράγεται κάποια νέα ποσότητα στο σύμπαν όταν βιώνω ένα συναίσθημα; Και πάλι η απάντηση είναι φαινομενικά απλή. Ασφαλώς και παράγονται διάφορες νέες ποσότητες. Τα ηλεκτρικά ρεύματα στον εγκέφαλό μου, οι ορμόνες που εκλύονται, η ενέργεια στους μύες μου… Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν παράγεται τίποτα νέο. Δεν προστίθεται τίποτα. Όσα συμβαίνουν στο σώμα μου είναι χημικές αντιδράσεις και μετατροπές ενέργειας. Η συνολική ποσότητα της ύλης και της ενέργειας στο σύμπαν παραμένει σταθερή και το μόνο που συμβαίνει είναι μετατροπές, μεταστοιχειώσεις, μετασχηματισμοί – καμιά παραγωγή νέας ύλης ή ενέργειας. Από αυτή την άποψη, ό,τι κι αν αισθανθώ, ό,τι κι αν κάνω δεν έχει καμιά σημασία για το σύμπαν. Όλα οδηγούνται σε έναν αδιατάρακτο ωκεανό ενέργειας, ο οποίος αργά ή γρήγορα θα απορροφήσει κάθε ικμάδα ζωής και δράσης.

Μπορούμε, όμως, να χρησιμοποιήσουμε κι ένα άλλο μέγεθος για να μιλήσουμε γι’ αυτά τα πράγματα: Την πληροφορία. Σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό, η πληροφορία είναι «δομημένα δεδομένα με νόημα». Κάθε φορά που αισθάνομαι ή κάνω κάτι, δεν αυξάνεται το ενεργειακό περιεχόμενο του σύμπαντος, αλλά εμπλουτίζεται το νοηματικό του περιεχόμενο. Η παραγωγή πληροφορίας είναι μια κίνηση που μειώνει την εντροπία του συστήματος μέσω της παραγωγής νοημάτων. Μπορεί η ενέργεια που απαιτείται για την παραγωγή της πληροφορίας να προέρχεται από το σταθερό απόθεμα του σύμπαντος, αλλά η μορφή που αντιπροσωπεύει η πληροφορία είναι πάντοτε κάτι νέο, μια κίνηση που αντιστέκεται στην προοπτική του θερμικού θανάτου. Πέρα, επομένως, από την τάση της παραδοσιακής μεταφυσικής να ερμηνεύει την ενεργητικότητα της ζωής βάσει υπερβατικών αρχών και της νεοτερικής επιστήμης να παθητικοποιεί τη ζωή ανάγοντάς τη σε χημικές αντιδράσεις και μετατροπές ενέργειας, η έννοια της πληροφορίας μπορεί να προσφέρει το έδαφος για την εξερεύνηση της ίδιας της παραγωγικότητας της ζωής – της δυνατότητάς της, δηλαδή, να κάνει τον κόσμο μεγαλύτερο πολλαπλασιάζοντας τις μορφές που τον κατοικούν.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 122, στις 4 Δεκεμβρίου 2021.