Resilient Capitalism

ΧΟΝΔΡΙΚΑ υπάρχουν δύο απόψεις. Ο καπιταλισμός είναι καλός: Είναι ένα κοινωνικό σύστημα που εξασφαλίζει την κοινωνική συνοχή μέσω της ορθολογικής οργάνωσης της εργασίας και την ανάπτυξη μέσω της μέριμνας για οικονομική μεγέθυνση. Rewind. Ο καπιταλισμός είναι κακός: Είναι ένα κοινωνικό σύστημα που δυναστεύει την κοινωνία μέσω της εκμετάλλευσης της δημιουργικής εργασίας και οδηγεί στην αποδιάρθρωση της κοινωνίας και της φύσης μέσω της ακατάπαυστης επιδίωξης του κέρδους. Αν καθεμιά από αυτές τις απόψεις ταυτιζόταν με τα υποκείμενα που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει, θα είχαμε ταξική πάλη. Μια ξεκάθαρη σύγκρουση δύο καλά οριοθετημένων στρατοπέδων. Όμως, εδώ και πολλές δεκαετίες αυτό δεν υπάρχει – τουλάχιστον στον χορτάτο δυτικό κόσμο. Αν ο καπιταλισμός μπορούσε να καταρρεύσει με την ψήφο των εργατών, τότε οι εκλογές θα είχαν κηρυχθεί παράνομες. Ωστόσο, κάθε φορά οι εκλογές επιβεβαιώνουν την ιδεολογική ηγεμονία των αστικών ιδεωδών: Ο καπιταλισμός είναι το τέλειο σύστημα, αλλά έχει λίγες θέσεις· μπορεί, όμως, μια απ’ αυτές να προορίζεται για μένα.

Το πρόβλημα είναι ότι το μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που ευαγγελίζεται ο καπιταλισμός έχει επισωρεύσει ανυπέρβλητα προβλήματα στην κοινωνία. Τις προηγούμενες δεκαετίες, ο καπιταλισμός απορρόφησε τις αιχμές της ταξικής σύγκρουσης με τη βοήθεια του κράτους πρόνοιας – με την ορθολογική διαχείριση των κοινωνικών ανισοτήτων. Όμως, η μακρά συμπόρευσή του με τις επιστήμες και την τεχνολογία έχει δημιουργήσει μια νέα τάξη προβλημάτων που υπερβαίνουν κατά πολύ τη δυνατότητά του να τα διαχειριστεί: Κλιματική κρίση, περιβαλλοντικές καταστροφές, υγειονομικές κρίσεις, μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, εργασιακή και κοινωνική επισφάλεια… Σε παλαιότερες εποχές, ο φόβος για τέτοιου μεγέθους καταστροφές καταδικαζόταν ως λουδισμός. Στη γεωλογική εποχή της Ανθρωποκαίνου, όμως, το ενδεχόμενο αυτό έχει γίνει απτή κοινωνική πραγματικότητα.

Να, λοιπόν, που ο καπιταλισμός βλάπτει σοβαρά την υγεία. Των ατόμων και ολόκληρης της κοινωνίας. Κι εδώ, όμως, υπάρχουν δύο απόψεις. Η δεύτερη είναι ότι ο καπιταλισμός δεν εξουθενώνει μόνο την κοινωνία αλλά και την ίδια τη δυνατότητα ύπαρξης ενός κόσμου που μπορεί να φιλοξενήσει τον άνθρωπο. Η πρώτη είναι ότι, ναι όντως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με σοβαρά προβλήματα. Αυτά, όμως, αποτελούν το τίμημα για την ανάπτυξη και την καταναλωτική ευμάρεια που απολαμβάνουμε χάρη, ακριβώς, στο μοντέλο της προόδου που αντιπροσωπεύει ο καπιταλισμός. Γι’ αυτό και ο καπιταλισμός είναι ο καταλληλότερος να τα διαχειριστεί. Σε συνεργασία με τις επιστήμες και την τεχνολογία θα μεταφράσει τα προβλήματα στη γλώσσα που καταλαβαίνει: Οι περιβαλλοντικές διακινδυνεύσεις θα μετατραπούν σε προϊόντα που μπορούν να αγοραστούν, να πουληθούν και να φορολογηθούν· και η γενικευμένη επισφάλεια σε προνοιακές πολιτικές που διατηρούν τη δέσμευση της εργασίας στο κεφάλαιο σε συνθήκες αποσάθρωσης του κοινωνικού ιστού. Ο καπιταλισμός μπορεί να μην είναι το τέλειο σύστημα, αλλά κατέχει την τέχνη της προσαρμοστικής ανθεκτικότητας: απορροφά τα προβλήματα που ο ίδιος δημιουργεί, μετατρέποντας την παρακμή του σε επιβεβαίωση της ηγεμονίας του.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 159, στις 24 Ιουνίου 2023.

Αναφορά
Ulrich Beck (2015). Κοινωνία της Διακινδύνευσης, μτφρ. Ηρακλής Οικονόμου, επιμ. Nικήτας Πατινιώτης. Αθήνα: Πεδίο.

Image Credit: Diana Lelonek, Center for the Living Things (2016-2022): Bottle.

Η εξουσία του λόγου

ΣΤΑ ΔΥΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ σημειώματα προσπάθησα να καταλάβω ποια μπορεί να είναι η μορφή του θεωρητικού λόγου στην εποχή του σύντομου λόγου. Και κατέληξα αφενός στη διερώτηση του συγγραφέα αν πρέπει να επωφεληθεί από την εμπειρία παλαιότερων μορφών σύντομης έκφρασης και, αφετέρου, στη διαπίστωση ότι τα ηνία στη διαμόρφωση του θεωρητικού λόγου τα έχει πλέον αναλάβει ο αναγνώστης. Δεν είναι, ασφαλώς, η πρώτη φορά που ο αναγνώστης εισβάλλει στην επικράτεια του συγγραφέα. Συνέβη τουλάχιστον άλλη μία φορά, τον 18ο αιώνα, όταν οι «ανυπόδητοι» συγγραφείς της Grub Street, με τις αυτοσχέδιες φιλοσοφικές τους πραγματείες, άρχισαν να αξιώνουν μια θέση στο πάνθεον των αναγνωρισμένων συγγραφέων. Τις άλλες φορές που συνέβη αυτή η εισβολή, όμως, ο αναγνώστης διεκδίκησε το δικαίωμα να εκφράσει άποψη για τη μορφή του θεωρητικού λόγου όχι ως αναγνώστης αλλά ως οιονεί συγγραφέας. Τώρα είναι διαφορετικά. Τώρα διατηρεί πεισματικά την ιδιότητά του, διευρύνοντας όμως το πεδίο δράσης της: Είναι αυτός που δημιουργεί το κείμενο διαβάζοντας. Κι αυτό είναι, ακριβώς, που μετατρέπει τον συγγραφέα σε content provider.

Η διερώτηση του συγγραφέα αν θα τον σώσει η προσφυγή στην ποίηση και τους αφορισμούς εκφράζει την εμμονή σε ένα παλαιότερο πρότυπο εξουσίας, που στη βιβλική εκδοχή του έφτασε να δηλώνει τον Θεό-Δημιουργό (auctor). Όμως, αυτή την εξουσία τη χάνει στο πλαίσιο της ψηφιακής συνθήκης. Και δεν τη χάνει επειδή τη μοιράζεται με τον αναγνώστη, τη γνώση του οποίου μέχρι τώρα διαφέντευε με τα γραπτά του. Τη χάνει επειδή τη μοιράζεται με άλλες «μορφές ζωής» που μπορούν να παράγουν λόγο στην ψηφιακή σφαίρα. Η δημιουργία του κειμένου δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικό προνόμιο των ανθρώπων. Πρόσφατα γίναμε μάρτυρες των εντυπωσιακών επιδόσεων, σε αυτό το επίπεδο, των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Όμως, η απώλεια της ανθρώπινης πρωτοκαθεδρίας δεν χρειαζόταν να περιμένει την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Οι αλγόριθμοι αναζήτησης έχουν γράψει τα κείμενα που έχουν καθοδηγήσει τη σκέψη και τη δράση των ανθρώπων τρισεκατομμύρια φορές μέχρι σήμερα. «Γράφουν» διαφορετικά – σύμφωνοι·  αλλά γράφουν! Και οι σάγκες του παρελθόντος παραμερίζονται από τις αφηγήσεις που παράγονται μέσω της αλληλεπίδρασης δυνητικών κόσμων, αλγορίθμων και παικτών στο πλαίσιο των ψηφιακών παιχνιδιών.

Ο άνθρωπος-συγγραφέας γίνεται μία από τις έλλογες μορφές που παράγουν τα δομικά στοιχεία του λόγου στην ψηφιακή σφαίρα, ενώ η εξουσία της γραφής περνάει στον αναγνώστη. Ούτως ή άλλως, η γραφή πάντοτε ήταν σύνθεση έτοιμων δομικών στοιχείων. Η συναρμογή των λέξεων υποτίθεται ότι αποτελούσε έκφραση της αυθεντικής σκέψης του συγγραφέα κι αυτό ήταν που της έδινε το ιδιαίτερο κύρος της. Η συνθήκη αυτή αλλάζει. Ο αναγνώστης συνθέτει τα κείμενά του χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη όχι γράμματα και λέξεις, αλλά τα προϊόντα της συλλογικής νοημοσύνης που βρίσκονται στον Παγκόσμιο Ιστό. Έτσι, η ανάγνωση δεν επανεπινοεί μόνο τη γραφή, αλλά και το ίδιο το υποκείμενο της σκέψης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 158, στις 10 Ιουνίου 2023.

Image credit: Nathan Sawaya, 2014.

Content provider

ΕΓΡΑΦΑ στο προηγούμενο κείμενο ότι η μετάβαση στην εποχή του σύντομου λόγου καθιστά επιτακτική την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της μορφής του θεωρητικού λόγου. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, οι μεγαλειώδεις συνθέσεις της εποχής του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού παραχώρησαν σταδιακά τη θέση τους στη συντομία άλλων μορφών λόγου, όπως τα επιστημονικά άρθρα, τα δοκίμια, τα λήμματα των εγκυκλοπαιδειών και τα άρθρα στον Τύπο. Όπως είναι φυσικό, αυτές οι αλλαγές συνοδεύτηκαν από την αλλαγή των αναγνωστικών συνηθειών. Κι αυτή η αλλαγή δεν είχε να κάνει μόνο με το γεγονός ότι οι αναγνώστες αρκούνταν πλέον σε σύντομα κείμενα κι έχαναν τη συγκέντρωσή τους όταν καλούνταν να διαβάσουν εκτενείς αναλύσεις. Κυρίως είχε να κάνει με το ότι το διάβασμα μετατράπηκε από παθητική σε ενεργητική διαδικασία. Το διάβασμα της εφημερίδας δεν είναι ίδιο με το διάβασμα του βιβλίου. Το πρώτο απαιτεί από τον αναγνώστη να κάνει διαρκώς επιλογές. Να διατρέχει το σύνολο της ύλης, να αξιολογεί και να επιλέγει τα σημεία στα οποία θα εστιάσει. Κι αν αυτή η μορφή διαβάσματος συνυπήρχε, μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα μάλιστα ως υποδεέστερη αναγνωστική πρακτική με το διάβασμα των μεγάλων θεωρητικών συνθέσεων και των μυθιστορημάτων, η μετάβαση στην ψηφιακότητα τείνει να την αναγάγει στη μοναδική μορφή προσέγγισης του γραπτού λόγου.

Η ενεργητικότητα του υποκειμένου στον ψηφιακό χώρο εκδηλώνεται μέσω της διαρκούς κινητικότητάς του και της διαδρομής που χαράσσει από κείμενο σε κείμενο προκειμένου να διαμορφώσει την προσωπική του άποψη για ένα ζήτημα. Και εδώ έγκειται το πρόβλημα: Η μορφή του θεωρητικού λόγου δεν μπορεί να είναι ίδια σε ένα πλαίσιο που στηρίζεται στην πειθώ και ένα πλαίσιο που στηρίζεται στην αναζήτηση. Η πειθώ προϋποθέτει την επιδεξιότητα του συγγραφέα, ενώ η αναζήτηση την περιέργεια του αναγνώστη. Ακόμα κι αν οι συγγραφείς επιμένουν να καταθέτουν τις συμβολές τους στην ψηφιακή σφαίρα με τον τρόπο που το έκαναν στο παρελθόν, αυτές χάνουν την ακεραιότητά τους στο πλαίσιο των νέων αναγνωστικών πρακτικών. Δεν λειτουργούν ως έργα, ως ολοκληρωμένα προϊόντα διανοητικής εργασίας, αλλά ως πρώτη ύλη: η μοίρα τους είναι να κατατμηθούν ή να συνοψιστούν για να αποτελέσουν τις ψηφίδες ενός ρευστού μωσαϊκού, που για κάθε αναγνώστη είναι διαφορετικό και ποτέ δεν οριστικοποιείται.

Το ότι ο αναγνώστης «γράφει» μόνος του το κείμενο που πρόκειται να διαβάσει, χρησιμοποιώντας έτοιμα μπλοκ κειμένου, σημαίνει ότι η διάκριση ανάμεσα σε αναγνώστη και συγγραφέα επαναπροσδιορίζεται· όχι τόσο επειδή ο αναγνώστης μετατρέπεται σε εν δυνάμει συγγραφέα (κάτι που έχει συμβεί από τον 18ο αιώνα, εξάλλου), όσο επειδή ο συγγραφέας περιορίζεται στον ρόλο του content provider. Κι αυτό έχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέπεια. Για πρώτη φορά στην ιστορία, αυτός που καλείται να αποφασίσει τη μορφή του θεωρητικού λόγου σε ένα νέο διανοητικό περιβάλλον δεν είναι ο συγγραφέας αλλά ο αναγνώστης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 157, στις 27 Μαΐου 2023.

Image Credit: Leonora Carrington, I am an Amateur of Velocipedes, 1917-2011.