Ανάγκες

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ έγραφα ότι προϋπόθεση για τη δημιουργία επιτυχημένων τεχνουργημάτων είναι η ταυτόχρονη δημιουργία ενός κόσμου όπου αυτά θα μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και να ικανοποιήσουν ανάγκες που δεν υπήρχαν στον κόσμο που γεννήθηκαν· η συμπαραγωγή, με άλλα λόγια, της τεχνολογίας και του κοινωνικού της πλαισίου. Σε αυτή τη διαδικασία δεν προηγείται ούτε η τεχνολογία ούτε το κοινωνικό πλαίσιο. Παρ’ όλα αυτά, όταν τα τεχνουργήματα «αποδείξουν» τη χρησιμότητά τους, δημιουργείται η εντύπωση ότι οι ανάγκες ήταν πάντα εκεί και τα περίμεναν – ότι τα τεχνουργήματα δημιουργήθηκαν για να καλύψουν ένα κενό, να θεραπεύσουν μια αδυναμία της κοινωνίας.

Οι άνθρωποι πάντα επιθυμούσαν την ταχύτητα, για παράδειγμα. Ωστόσο, οι δυνατότητες του ανθρώπινου σώματος και των φυσικών μέσων δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτή την απαίτηση. Κι αυτό καταδίκασε τους ανθρώπους να κινούνται για χιλιάδες χρόνια με αργούς, ληθαργικούς ρυθμούς μέσα στη σκόνη και τον ιδρώτα. Μέχρι που εμφανίστηκαν το τρένο και το αυτοκίνητο, τα οποία προς μεγάλη χαρά των κατοίκων του πλανήτη ικανοποίησαν την αρχέγονη επιθυμία τους για ταχύτητα και ελάφρυνση του ανθρώπινου μόχθου. Μάλιστα, η χρήση τεχνικών μέσων για την ικανοποίηση της συγκεκριμένης ανάγκης, η «τεχνολογική ανάπτυξη» με άλλα λόγια, αποτελεί μέτρο του βαθμού συμμετοχής των διαφόρων κοινωνιών στη νεοτερικότητα.

Παρόμοια πράγματα θα μπορούσαμε να πούμε και για το τηλέφωνο. Οι άνθρωποι πάντοτε επιθυμούσαν την εξ αποστάσεως επικοινωνία. Ποιος δεν ήθελε να είναι συνεχώς με τα αγαπημένα του πρόσωπα; Πολλά μυαλά αναλώθηκαν στην προσπάθεια ικανοποίησης αυτής της ανάγκης. Χρησιμοποιώντας κάθε είδους μέσα προσπάθησαν να δημιουργήσουν διαύλους επικοινωνίας με ζωντανούς και νεκρούς (πράγμα που δεν είχε μεγάλη διαφορά μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα). Μέχρι που κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και οι άνθρωποι ένιωσαν προσωρινά πλήρεις. Μετά από λίγο, δυστυχώς, ένιωσαν την ανάγκη για απεριόριστα δεδομένα και δορυφορική επικοινωνία, η οποία θα χρειαστεί λίγο χρόνο ακόμα για να ικανοποιηθεί.

Προφανώς, αυτές οι περιγραφές είναι γκροτέσκες. Οι ανάγκες δεν προηγούνται των τεχνολογιών και οι τεχνολογίες δεν έρχονται να καλύψουν έλλογες προϋπάρχουσες ανάγκες. Η δημιουργία τεχνουργημάτων και αναγκών συμβαίνει ταυτόχρονα. Δεν είναι η ανάγκη για ταχύτητα που γέννησε το αυτοκίνητο· αντιθέτως, το γεγονός ότι το αυτοκίνητο «απέδειξε» τη χρησιμότητά του επέτρεψε στους ανθρώπους να σκεφτούν την ταχύτητα ως ανάγκη – να διανοηθούν την ανάγκη της ταχύτητας. Η τεχνολογία μάς παρακινεί να βλέπουμε τον κόσμο ως ένα πλέγμα προβλημάτων, τα οποία επιλύονται με τη βοήθεια συγκεκριμένων τεχνουργημάτων. Αυτή, όμως, είναι πάντα η εκ των υστέρων αφήγηση. Στην πραγματικότητα, δεν παράγουμε λύσεις, αλλά κόσμους. Η ταχύτητα είναι ανάγκη σε έναν κόσμο όπου το αυτοκίνητο λειτουργεί. Η τεχνολογία δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο παράγουμε τεχνουργήματα για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζουμε κόσμους, όπου συγκεκριμένα τεχνουργήματα ικανοποιούν συγκεκριμένες ανάγκες.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 161, στις 22 Ιουλίου 2023.

Χρησιμότητα

ΕΙΝΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟ το αυτοκίνητο; Ασφαλώς! Μπορεί η γενίκευση της χρήσης του να συνδέθηκε με μια σειρά κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι η δυνατότητα εύκολης και γρήγορης μετακίνησης έδωσε στον κόσμο τη σημερινή του μορφή. Ας πάμε λίγους αιώνες πίσω. Είναι χρήσιμη η τυπογραφία με χρήση κινητών στοιχείων; Εννοείται! Μπορεί εδώ και αρκετές δεκαετίες να έχουμε γεμίσει με τυπωμένα σκουπίδια που μολύνουν το φυσικό και το διανοητικό περιβάλλον, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάδοση του γραπτού λόγου έδωσε και αυτή στον πολιτισμό μας τη σημερινή του μορφή. Αντίστοιχες ερωτήσεις θα μπορούσαν να τεθούν για μια σειρά από τεχνολογίες που «έδωσαν στον πολιτισμό μας τη σημερινή του μορφή»: τον ηλεκτρισμό, τα σιδηροδρομικά δίκτυα, τους υπολογιστές κ.ο.κ. Και για όλες, η απάντηση θα ήταν ένα αυθόρμητο «Εννοείται!». Όμως, αν πάμε πίσω, στη στιγμή της εμφάνισης αυτών των τεχνολογιών, θα δούμε κάτι περίεργο: Ότι αγωνίστηκαν για να πείσουν για τη χρησιμότητά τους.

Όταν πρωτοεμφανίστηκε το αυτοκίνητο, δεν ήταν παρά μια τεχνολογία επίδειξης. Μια μηχανή που ήταν σε θέση να μεταφέρει ανθρώπους και ελαφρά φορτία με χαμηλές ταχύτητες και υψηλό κόστος στους κακοτράχαλους δρόμους που προορίζονταν για ζώα και κάρα. Γι’ αυτό και επί πολλές δεκαετίες, η μεταφορά εμπορευμάτων με τους παραδοσιακούς τρόπους ανταγωνίστηκε συστηματικά τις μεταφορές με αυτοκίνητα. Για να γίνει πειστικά χρήσιμο το αυτοκίνητο έπρεπε, κυριολεκτικά, να αλλάξει η μορφή του πλανήτη: Μόνο όταν οι δρόμοι των πόλεων έγιναν κατάλληλοι για αυτοκίνητα (και ακατάλληλοι για τα πέταλα των αλόγων) και οι ανθρώπινοι οικισμοί σε όλο τον πλανήτη άρχισαν να συνδέονται με φαρδιούς ασφαλτοστρωμένους δρόμους, το αυτοκίνητο «απέδειξε» τη χρησιμότητά του.

Με ανάλογο τρόπο μπορούμε να σκεφτούμε την επικράτηση της τυπογραφίας. Από τα τέλη του 15ου αιώνα, που τοποθετείται συμβατικά η εφεύρεση της εκτύπωσης με κινητά στοιχεία, μέχρι τον 18ο αιώνα, η τυπογραφία ανταγωνίζεται την επίμονη παρουσία του χειρογράφου. Δεν είναι, μάλιστα, λίγες οι περιπτώσεις που τα τυπωμένα έργα αντιγράφονται και διαδίδονται με μορφή χειρογράφων. Μόνο όταν δημιουργείται η δημόσια σφαίρα, όπου η διαμόρφωση πολιτικής στάσης συνδέεται με την ταχεία διακίνηση γραπτού λόγου, η τυπογραφική πρέσα (the Press) βρίσκει τη θέση της στο κέντρο της κοινωνικής ζωής. Για να «αποδείξει» τη χρησιμότητά της η τυπογραφία έπρεπε να αλλάξει η μορφή της κοινωνίας – να γεννηθεί η νεοτερικότητα.

Καμιά τεχνολογία δεν είναι εξαρχής χρήσιμη. Και καμιά τεχνολογία δεν καθοδηγεί την κοινωνική εξέλιξη με ντετερμινιστικό τρόπο. Η τεχνολογία αποτελεί έκφραση της κοινωνικής δυνητικότητας. Τα τεχνουργήματα μπορεί να είναι ή να μην είναι χρήσιμα. Για να συμβεί το πρώτο, πρέπει η δημιουργία τους να συνοδευτεί από την δημιουργία ενός κόσμου στον οποίο αυτά μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και να «αποδείξουν» τη χρησιμότητά τους ικανοποιώντας ανάγκες που δεν υπήρχαν στον κόσμο που γεννήθηκαν.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 160, στις 8 Ιουλίου 2023.

Content provider

ΕΓΡΑΦΑ στο προηγούμενο κείμενο ότι η μετάβαση στην εποχή του σύντομου λόγου καθιστά επιτακτική την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της μορφής του θεωρητικού λόγου. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, οι μεγαλειώδεις συνθέσεις της εποχής του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού παραχώρησαν σταδιακά τη θέση τους στη συντομία άλλων μορφών λόγου, όπως τα επιστημονικά άρθρα, τα δοκίμια, τα λήμματα των εγκυκλοπαιδειών και τα άρθρα στον Τύπο. Όπως είναι φυσικό, αυτές οι αλλαγές συνοδεύτηκαν από την αλλαγή των αναγνωστικών συνηθειών. Κι αυτή η αλλαγή δεν είχε να κάνει μόνο με το γεγονός ότι οι αναγνώστες αρκούνταν πλέον σε σύντομα κείμενα κι έχαναν τη συγκέντρωσή τους όταν καλούνταν να διαβάσουν εκτενείς αναλύσεις. Κυρίως είχε να κάνει με το ότι το διάβασμα μετατράπηκε από παθητική σε ενεργητική διαδικασία. Το διάβασμα της εφημερίδας δεν είναι ίδιο με το διάβασμα του βιβλίου. Το πρώτο απαιτεί από τον αναγνώστη να κάνει διαρκώς επιλογές. Να διατρέχει το σύνολο της ύλης, να αξιολογεί και να επιλέγει τα σημεία στα οποία θα εστιάσει. Κι αν αυτή η μορφή διαβάσματος συνυπήρχε, μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα μάλιστα ως υποδεέστερη αναγνωστική πρακτική με το διάβασμα των μεγάλων θεωρητικών συνθέσεων και των μυθιστορημάτων, η μετάβαση στην ψηφιακότητα τείνει να την αναγάγει στη μοναδική μορφή προσέγγισης του γραπτού λόγου.

Η ενεργητικότητα του υποκειμένου στον ψηφιακό χώρο εκδηλώνεται μέσω της διαρκούς κινητικότητάς του και της διαδρομής που χαράσσει από κείμενο σε κείμενο προκειμένου να διαμορφώσει την προσωπική του άποψη για ένα ζήτημα. Και εδώ έγκειται το πρόβλημα: Η μορφή του θεωρητικού λόγου δεν μπορεί να είναι ίδια σε ένα πλαίσιο που στηρίζεται στην πειθώ και ένα πλαίσιο που στηρίζεται στην αναζήτηση. Η πειθώ προϋποθέτει την επιδεξιότητα του συγγραφέα, ενώ η αναζήτηση την περιέργεια του αναγνώστη. Ακόμα κι αν οι συγγραφείς επιμένουν να καταθέτουν τις συμβολές τους στην ψηφιακή σφαίρα με τον τρόπο που το έκαναν στο παρελθόν, αυτές χάνουν την ακεραιότητά τους στο πλαίσιο των νέων αναγνωστικών πρακτικών. Δεν λειτουργούν ως έργα, ως ολοκληρωμένα προϊόντα διανοητικής εργασίας, αλλά ως πρώτη ύλη: η μοίρα τους είναι να κατατμηθούν ή να συνοψιστούν για να αποτελέσουν τις ψηφίδες ενός ρευστού μωσαϊκού, που για κάθε αναγνώστη είναι διαφορετικό και ποτέ δεν οριστικοποιείται.

Το ότι ο αναγνώστης «γράφει» μόνος του το κείμενο που πρόκειται να διαβάσει, χρησιμοποιώντας έτοιμα μπλοκ κειμένου, σημαίνει ότι η διάκριση ανάμεσα σε αναγνώστη και συγγραφέα επαναπροσδιορίζεται· όχι τόσο επειδή ο αναγνώστης μετατρέπεται σε εν δυνάμει συγγραφέα (κάτι που έχει συμβεί από τον 18ο αιώνα, εξάλλου), όσο επειδή ο συγγραφέας περιορίζεται στον ρόλο του content provider. Κι αυτό έχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέπεια. Για πρώτη φορά στην ιστορία, αυτός που καλείται να αποφασίσει τη μορφή του θεωρητικού λόγου σε ένα νέο διανοητικό περιβάλλον δεν είναι ο συγγραφέας αλλά ο αναγνώστης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 157, στις 27 Μαΐου 2023.

Image Credit: Leonora Carrington, I am an Amateur of Velocipedes, 1917-2011.