Τα θεμέλια της επιστήμης

ΕΓΡΑΦΑ ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα ότι η φύση είναι το μεγάλο τεχνούργημα. Αν απομονώσει κανείς αυτόν τον ισχυρισμό, θα μπορούσε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η φύση είναι μια «κοινωνική κατασκευή» – μια θεώρηση του κόσμου που προέκυψε ως πολιτισμικό επιφαινόμενο από ένα σύνολο κοινωνικών διεργασιών. Η γραμμή σκέψης που επιχειρεί να αναγάγει το φυσικό στο κοινωνικό είναι γνωστή στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες ως κοινωνική κατασκευασιοκρατία. Μολονότι σε πολλές περιπτώσεις η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα παραγωγική, η χρήση της για την κατανόηση των διεργασιών που οδήγησαν στη διαμόρφωση της φύσης μπορεί να οδηγήσει σε μια σοβαρή παρανόηση: Στην ιδέα ότι η κοινωνία προϋπήρχε της φύσης. Στην πραγματικότητα, αυτό που προσπάθησα να δείξω στο προηγούμενο σημείωμα είναι ότι η δημιουργία της φύσης ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς ιστορικών διεργασιών που σηματοδότησαν τη μετάβαση από έναν ενεργητικό και περιεκτικό κόσμο σε μια διχοτομία, η οποία τοποθετεί στον ένα της πόλο τον έλλογο και ενεργητικό άνθρωπο και στον άλλο την παθητική και διαθέσιμη φύση. Υπό αυτή την έννοια, η φύση και η κοινωνία αναδύονται ταυτόχρονα, είναι προϊόντα της ίδιας ιστορικής διαδικασίας και η μία αποτελεί το περιβάλλον της άλλης. Μάλιστα, επειδή η σχέση τους είναι ιεραρχική με κριτήριο το ποιος διαθέτει ικανότητα εμπρόθετης δράσης (agency) και ποιος όχι, ο ρόλος του αυτεξούσιου έλλογου όντος αποδίδεται στην κοινωνία, ενώ στη φύση αποδίδεται ο ρόλος της απρόσωπης και άλογης δύναμης.

Αυτό είναι και το πλαίσιο στο οποίο γεννιέται η σύγχρονη επιστήμη. Η επιστήμη είναι ο θεσμός που αναλαμβάνει να διατηρήσει την αναγκαία ένταση μεταξύ φύσης και κοινωνίας, ώστε να συνεχίσουν να υφίστανται ως διακριτές οντότητες. Για να το πετύχει αυτό κανονικοποιεί τη διάκριση φύσης-κοινωνίας και αναπτύσσει πρακτικές μέσω των οποίων επικυρώνεται η ιεραρχική σχέση που τις συνδέει. Για λόγους που δεν μπορούμε να εξετάσουμε εδώ, η εδραίωση αυτού του θεσμού δεν είναι εύκολη. Θα διαρκέσει από τον 17ο μέχρι τον 19ο αιώνα και σε αυτό το διάστημα η επιστημονική κοσμοθεώρηση θα γραφτεί και θα ξαναγραφτεί αρκετές φορές. Αλλά σε αυτό το διάστημα συγκροτείται, επίσης, το εννοιολογικό και μεθοδολογικό πλαίσιο που θα καταστήσει την επιστήμη κεντρικό πυλώνα της νεοτερικότητας. Το πλαίσιο αυτό θεμελιώνεται σε τρεις βασικές παραδοχές.

ΥΛΗ

Η πρώτη παραδοχή αφορά την παθητικοποίηση της ύλης. Μπορεί να ακούγεται παράξενο σήμερα, αλλά η ύλη δεν ήταν πάντοτε αυτή η αδρανής και ανενεργή ουσία που έχουμε συνηθίσει να διαχειριζόμαστε με τα μέσα που θέτει στη διάθεσή μας η επιστήμη. Στους περισσότερους προνεοτερικούς πολιτισμούς (και σε αρκετούς σύγχρονούς μας) οι οντότητες του φυσικού κόσμου διαθέτουν ικανότητα εμπρόθετης δράσης και ένα πρόγραμμα ζωής που τους επιτρέπει να χαράσσουν τη δική τους διαδρομή στον κόσμο. Στην Ιστορία της Επιστήμης μιλάμε για την αντικατάσταση του «αναγεννησιακού ανιμισμού» από τη μηχανοκρατία, από την αντίληψη δηλαδή ότι ο κόσμος αποτελείται από συναρμογές αδρανούς ύλης, οι οποίες λειτουργούν σαν μηχανικά αυτόματα. Πριν την έλευση της μηχανοκρατίας, όμως, τα άτομα που ασχολούνταν με τον έλεγχο των φυσικών δυνάμεων, ήξεραν ότι οι φυσικές οντότητες δεν παραδίδονται παθητικά στις προθέσεις των ανθρώπων. Αντιθέτως, οι άνθρωποι ήταν μέρος ενός έμβιου και ενεργητικού κόσμου, όπου για να πετύχουν τους σκοπούς τους έπρεπε να συνδιαλλαγούν ενεργητικά με τις βουλήσεις και τα προγράμματα ζωής ενός πλήθους μη ανθρώπινων δρώντων. Για αιώνες, η μεγάλη επιδίωξη της ανθρώπινης γνώσης ήταν να αποκρυπτογραφήσει τις προθέσεις των μη ανθρώπινων δρώντων και να διαμορφώσει μια γλώσσα μέσω της οποίας θα μπορούσε να συνομιλήσει με αυτούς.

Αυτός ήταν ο κόσμος της μαγείας. Η τέχνη του ελέγχου των φυσικών δυνάμεων σε έναν πυκνοκατοικημένο κόσμο που έσφυζε από ζωή ήταν το αντικείμενο των φυσικών μάγων, των αλχημιστών, των αστρολόγων και των θεραπευτών. Η εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης ήρθε να κλονίσει τη συγκεκριμένη αντίληψη και να απονομιμοποιήσει τις πρακτικές που θεμελιώνονταν σε αυτή. Η μηχανοκρατία μετέτρεψε τον κόσμο σε ένα σύνολο από άβουλες οντότητες, οι οποίες ελέγχονται μηχανικά από τους νόμους που έχει θέσει ο Δημιουργός. Ο άνθρωπος, λόγω της προνομιακής θέσης που κατέχει στην τάξη των πραγμάτων, είναι σε θέση να γνωρίσει αυτούς τους νόμους και, μέσω της γνώσης του, να θέσει την ύλη στην υπηρεσία του. Η μετάβαση από τον ανιμισμό στη μηχανοκρατία σηματοδοτεί και τη μετάβαση από τη μαγεία στην επιστήμη· από έναν κόσμο όπου η ενεργητικότητα των μη ανθρώπινων οντοτήτων λαμβάνεται υπόψη για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος σε έναν κόσμο όπου το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μέσω της ψυχρής χειραγώγησης της ύλης και των νόμων που διέπουν τις αλληλεπιδράσεις των φυσικών σωμάτων.

Και, φυσικά, αυτή η μετάβαση συνοδεύεται και από μια διαδικασία μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Οι άνθρωποι που συνομιλούσαν με την ύλη και τις μη ανθρώπινες οντότητες απαξιώνονται και δυσφημίζονται ως μυστικιστές, αποκρυφιστές και όργανα σκοτεινών δυνάμεων. Ο Robert Boyle θα απαρνηθεί την αλχημεία και θα μετατραπεί σε «αξιοπρεπή» πειραματιστή, ενώ ο Νεύτων θα ενσωματώσει προσεκτικά τις αλχημιστικές του πεποιθήσεις στο επίμετρο της Οπτικής του υπό τη μορφή θεωρητικών στοχασμών. Κάθε αναφορά σε «απόκρυφες ποιότητες» απεμπολείται από τον λόγο της νέας φυσικής φιλοσοφίας. Παρά ταύτα, η γνώση που κατείχαν όλες αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων δεν εξαϋλώνεται. Απορροφάται από τους φυσικούς φιλοσόφους και μετατρέπεται σε «έγκυρη» γνώση, θεμελιωμένη στον λόγο και την εμπειρία. Οι φορείς της γνώσης δεν είναι πλέον άτομα από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα που κατέχουν την τέχνη της διαπραγμάτευσης με την ενεργητική και ευμετάβλητη ύλη, αλλά εκπρόσωποι της ανερχόμενης αστικής τάξης, που χρησιμοποιούν τη φυσική γνώση για να εξουσιάσουν την άβουλη και παθητική ύλη. Αυτή η μεταφορά κοινωνικού κύρους είναι και το πλαίσιο στο οποίο πραγματοποιείται η δαιμονοποίηση της μαγείας: Το κυνήγι των μαγισσών, δηλαδή η φυσική εξάλειψη των εκπροσώπων της προνεοτερικής φυσικής γνώσης που αφομοιώνεται και εξορθολογίζεται από τη μηχανοκρατία, είναι η άλλη όψη της Επιστημονικής Επανάστασης.

ΠΕΙΡΑΜΑ

Η δεύτερη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι η ιδέα ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο με τη βοήθεια του πειράματος. Το πείραμα είναι η ελεγχόμενη δοκιμασία της φύσης, η οποία έχει στόχο να μας αποκαλύψει όψεις και διαδικασίες, οι οποίες είναι απροσπέλαστες από την απλή παρατήρηση. Επί αιώνες οι άνθρωποι προσπαθούσαν να κατανοήσουν τις κρυμμένες πλευρές της φύσης μέσω του συνδυασμού δύο μεθόδων: της παρατήρησης και του συλλογισμού. Η παρατήρηση είχε στόχο να συλλάβει την αυθόρμητη έκφραση της φύσης και ο συλλογισμός να παρουσιάσει έναν εύλογο τρόπο σύνδεσης των «πρώτων», μεταφυσικών αρχών με τα παρατηρούμενα αποτελέσματα. Το πείραμα είναι μια πολύ πιο αυστηρή διαδικασία. Δεν αρκείται στην παρατήρηση της αυθόρμητης έκφρασης της φύσης, αλλά την καθηλώνει στο εργαστήριο και της υποβάλλει ερωτήσεις. Και, όπως γίνεται πάντα στη διαδικασία της ανάκρισης, προκειμένου να την υποχρεώσει να αποκαλύψει τα μυστικά της, την αποκόπτει από όλο το εύρος των επιλογών μέσω των οποίων αυτή εκφράζει την αυτενέργειά της και την περιορίζει σε μια μονοδιάστατη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Υπό αυτή την έννοια, ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ερώτημα καθορίζει και το είδος της απάντησης: Η φύση καλείται να επιβεβαιώσει ότι είναι μονοδιάστατη, ντετερμινιστική και μηχανιστική. Αυτή ήταν εξαρχής και η αντίρρηση όσων αντιτάχθηκαν στην πειραματική μελέτη της φύσης: Η φύση δεν πρόκειται να μας αποκαλύψει τις κρυμμένες αλήθειες της με τη βία. Κι αν φανεί ότι το κάνει, οι απαντήσεις που θα μας δώσει θα είναι, στην πραγματικότητα, παραπλανητικές.

Για πολλούς φυσικούς φιλοσόφους της πρώιμης νεοτερικότητας, επομένως, το πείραμα ήταν μια αναξιόπιστη μέθοδος μελέτης της φύσης. Ένας επιπλέον λόγος γι’ αυτό ήταν ότι κατά την πειραματική διαδικασία χρησιμοποιούνταν τεχνουργήματα, κατασκευές και διατάξεις που δεν είχαν καμία «φυσικότητα» οι ίδιες, δεν είχαν δηλαδή καμιά σχέση με όσα υπάρχουν και συμβαίνουν πραγματικά στη φύση. Άρα, με ποιον τρόπο αυτή η επιστημολογικά ανεπαρκής, χειροτεχνική και σχεδόν παιγνιώδης διαδικασία αντικατέστησε την ασφαλή και επί αιώνες δοκιμασμένη σύνθεση παρατήρησης και συλλογισμού;

Ένας παράγοντας που συνέβαλε στη νομιμοποίηση της πειραματικής διαδικασίας ήταν η σύνδεσή της με το Επιχείρημα του Σχεδιασμού. Όπως έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, το Επιχείρημα του Σχεδιασμού απορρέει από την πεποίθηση ότι ο τρόπος με τον οποίο σκέφτηκε ο Θεός για να δημιουργήσει τον κόσμο είναι αδιαπέραστος από την πεπερασμένη ανθρώπινη νόηση: Ο Θεός έπραξε σύμφωνα με την απολύτως ελεύθερη, απεριόριστη και ανεξιχνίαστη βούλησή του. Άρα, αν θέλουμε να συλλάβουμε, έστω μερικώς, τη σοφία, τη δύναμη και την πρόνοια με την οποία έδρασε ο Δημιουργός, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μελετήσουμε το ίδιο το δημιούργημά του. Όμως, η απλή παρατήρηση δεν αρκεί, γιατί για να συλλάβουμε το μεγαλείο της Δημιουργίας πρέπει να φέρουμε στο φως τους κρυμμένους μηχανισμούς με τους οποίους εφοδίασε το σύμπαν ο «μεγάλος ωρολογοποιός». Έτσι, από πολύ νωρίς, το πείραμα τίθεται στην υπηρεσία του Επιχειρήματος του Σχεδιασμού. Η εμπειρική μελέτη του κόσμου αποκαλύπτει τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίο έδρασε ο Θεός, χωρίς να υποβιβάζει τη διάνοιά του στο ανθρώπινο επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο από αυτή την άποψη ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι πειραματικές επιδείξεις, πέρα από την καθαυτό ευρετική τους λειτουργία, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά για την ενίσχυση της πίστης των λαϊκών ακροατηρίων και την επιβεβαίωση της θεολογικής αποστολής της νέας φυσικής φιλοσοφίας.

Ο δεύτερος παράγοντας που συνέβαλε στη νομιμοποίηση της πειραματικής διαδικασίας είναι ταξικός. Όταν ο Robert Boyle πραγματοποιούσε τα πειράματά του για να κατανοήσει τη συμπεριφορά της ύλης κάτω από διάφορες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας, η πειραματική διαδικασία τελούσε ακόμα υπό αμφισβήτηση. Έτσι, ο ιρλανδός πειραματιστής κατέφυγε σε ένα σύνολο στρατηγικών που θεωρούσε ότι θα προσδώσουν αξιοπιστία στα πειραματικά του ευρήματα. Ο κοινός παρονομαστής αυτών των στρατηγικών συνοψίζεται στη λέξη «μαρτυρία». Δεν προσπάθησε να δείξει ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα επειδή το πείραμα αποτελεί έγκυρη μέθοδο μελέτης της φύσης, αλλά το αντίθετο, ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα και γι’ αυτό το πείραμα αποτελεί έγκυρη μέθοδο μελέτης της φύσης. Και για να πείσει ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα επιστρατεύει τη μαρτυρία αξιόπιστων πολιτών. Παρόντες στις πειραματικές επιτελέσεις του Boyle είναι gentlemen, οι οποίοι, με το κύρος που τους προσδίδει η ταξική τους θέση, επιβεβαιώνουν την ακρίβεια των αναφερόμενων στις δημοσιευμένες πειραματικές αναφορές του. Ο Boyle έχει μείνει στην Ιστορία της Επιστήμης ως ένας σχολαστικός πειραματιστής, ο οποίος συνέβαλε στην κατανόηση των ιδιοτήτων της ύλης. Η σημαντικότερη συμβολή του, όμως, έχει να κάνει με την επιστημολογική νομιμοποίηση της ίδιας της πειραματικής διαδικασίας. Επιστρατεύοντας μια ευφυή κοινωνική στρατηγική, συνέδεσε την αξιοπιστία του πειράματος με την αξιοπιστία της ανερχόμενης αστικής τάξης. Και αυτό κατέστησε το πείραμα έναν από τους πυλώνες της νεοτερικής επιστήμης.

Είπαμε παραπάνω ότι η δεύτερη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο με τη βοήθεια του πειράματος. Τώρα μπορούμε να δούμε ότι η παραδοχή αυτή, όπως συνέβη και στην περίπτωση της παθητικοποίησης της ύλης, θεμελιώθηκε μέσω μιας διαδικασίας μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για τη μεταφορά κοινωνικού κύρους από ένα πρότυπο γνώσης σε ένα άλλο, αλλά από ένα πλαίσιο εδραιωμένης κοινωνικής εξουσίας σε έναν τρόπο μελέτης της φύσης. Το πείραμα ποτέ δεν απέδειξε με αδιαμφισβήτητο τρόπο την γνωσιολογική του υπεροχή έναντι του συνδυασμού παρατήρησης και μεταφυσικού συλλογισμού. Συνδέθηκε, όμως, με το κύρος της χριστιανικής θρησκείας, η οποία στράφηκε στην εμπειρική μελέτη της φύσης για να ανιχνεύσει το Σχέδιο της Δημιουργίας, και με το κύρος της ανερχόμενης αστικής τάξης, η οποία είδε σε αυτό έναν χρήσιμο τρόπο δημιουργίας συναινέσεων μεταξύ ομοτίμων.

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ

Η τρίτη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι η πεποίθηση ότι η γλώσσα της επιστήμης είναι τα μαθηματικά. Όλα τα βιβλία Ιστορίας της Επιστήμης επαναλαμβάνουν τη φράση του Γαλιλαίου ότι «η φιλοσοφία είναι γραμμένη στο βιβλίο της φύσης στη γλώσσα των μαθηματικών». Ωστόσο, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ότι από την Αρχαιότητα τα μαθηματικά και οι μαθηματικοί ήταν τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Οι μαθηματικοί ήταν οι χειρώνακτες της σκέψης και το έργο τους, που περιοριζόταν σε μετρήσεις και υπολογισμούς, δεν θεωρούνταν ισότιμο με τα διανοητικά επιτεύγματα των φιλοσόφων. Ακόμα χειρότερα, η εξέλιξη της γλώσσας των μαθηματικών δεν τα έφερνε πλησιέστερα στον κόσμο της εκλεπτυσμένης γνώσης, αλλά στον κόσμο της φαντασίας και του παιχνιδιού. Ακόμα και τον 18ο αιώνα, όταν πλέον το έργο του Νεύτωνα (Οι Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας) έχει κερδίσει ευρεία αναγνώριση, ακούγονται φωνές από τον χώρο της φιλοσοφίας που διαμαρτύρονται για τη θεμελίωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας σε τόσο επισφαλή θεμέλια. Το επιχείρημα είναι απλό και στέρεο: Τα μαθηματικά, στην καλύτερη περίπτωση, μπορούν να αναπαραστήσουν σχέσεις· αδυνατούν, όμως, να συλλάβουν τις αιτίες των φαινομένων. Τα μαθηματικά περιγράφουν, δεν εξηγούν. Άρα, η γνώση που μας προσφέρουν είναι ατελής και, για να ολοκληρωθεί, χρειάζεται την υποστήριξη του μεταφυσικού συλλογισμού, ο οποίος οδηγεί στις αιτίες των φαινομένων.

Πώς κατάφεραν, λοιπόν, τα μαθηματικά να αναγνωριστούν ως η κατεξοχήν γλώσσα της σύγχρονης επιστήμης; Όταν ο Κοπέρνικος έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου με το οποίο εισήγαγε το ηλιοκεντρικό σύστημα πως ό,τι είναι μαθηματικά ορθό είναι και φυσικά αληθές, έκανε μια τεράστια υπέρβαση, η οποία προκάλεσε την αντίδραση της Καθολικής Εκκλησίας και πολλών σχολαστικών φιλοσόφων που είδαν τη θέση τους στην ιεραρχία της γνώσης να υπονομεύεται. Παρ’ όλα αυτά, εγκαινίασε τη μετάβαση σε ένα νέο πρότυπο φυσικής γνώσης, το οποίο νομιμοποιήθηκε, και πάλι, μέσω μιας διαδικασίας μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Η σταδιοδρομία του Γαλιλαίου αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας. Μαθηματικός και υποστηρικτής του ηλιοκεντρικού συστήματος ο ίδιος, επιχειρεί να εισαγάγει μια νέα φυσική, η οποία βασίζεται στη μαθηματική θεώρηση της φύσης. Τα φυσικά φαινόμενα, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, υπακούν σε νόμους οι οποίοι έχουν μαθηματική μορφή και συγκροτούν τον πυρήνα της πραγματικότητας, ανεξάρτητα από τους ενδεχομενικούς παράγοντες που επηρεάζουν κατά περίπτωση την έκφρασή τους. Η προσπάθεια του Γαλιλαίου δεν θα είχε καλύτερη τύχη από την προσπάθεια του Κοπέρνικου. Όμως, ο Γαλιλαίος είχε καλύτερη στρατηγική: Εκμεταλλευόμενος τα δίκτυα πατρωνίας της εποχής του, καταλήγει στην αυλή των Μεδίκων με τον τίτλο του «πρώτου μαθηματικού και φιλόσοφου». Αυτό που επιτυγχάνει είναι συμβολικό, αλλά έχει μεγάλη σημασία: Φέρνει τα μαθηματικά στο ίδιο επίπεδο με τη φιλοσοφία ή, για να το πούμε διαφορετικά, προσδίδει στα μαθηματικά το ίδιο επιστημολογικό κύρος με τη φιλοσοφία. Τα μαθηματικά έχουν δικαίωμα να αποφαίνονται για την ουσία της πραγματικότητας, όπως έκανε μέχρι τότε κατ’ αποκλειστικότητα η φιλοσοφία.

Από τον Γαλιλαίο μέχρι τον Νεύτωνα και κατόπιν μέχρι τη φυσική φιλοσοφία του 18ου αιώνα, τα μαθηματικά καταλαμβάνουν όλο και πιο κεντρική θέση στο νέο πρότυπο φυσικής γνώσης. Αυτό δεν συμβαίνει, όμως, επειδή με κάποιον αδιάβλητο τρόπο απέδειξαν τη γνωσιολογική τους υπεροχή. Συμβαίνει επειδή οι ίδιοι οι μαθηματικοί κερδίζουν κοινωνική αναγνώριση και γίνονται δεκτοί (όχι χωρίς δυσκολίες, φυσικά) στον κόσμο της φιλοσοφίας. Αυτή την αναγνώριση, όμως, δεν την κερδίζουν από τους φιλοσόφους, αλλά από τους ηγεμόνες που τους φιλοξενούν στις αυλές τους (αυτή είναι η περίπτωση του Kepler και του Γαλιλαίου) ή τους υποστηρίζουν οικονομικά για να μπορέσουν να φέρουν εις πέρας το έργο τους (αυτή είναι η περίπτωση πολλών Γάλλων μαθηματικών και φυσικών φιλοσόφων του 18ου αιώνα). Οι ηγεμόνες –είτε πρόκειται για φιλόδοξους τοπικούς άρχοντες, είτε για τον βασιλιά της Γαλλίας, είτε για τον Φρειδερίκο της Πρωσίας και την Αικατερίνη Β’ της Ρωσίας– περιβάλλουν με το κοινωνικό τους κύρος τους μαθηματικούς, οι οποίοι, από την πλευρά τους, φροντίζουν να τους δείχνουν ότι το έργο τους είναι χρήσιμο για την στήριξη και την επέκταση της επιρροής τους. Μέσω αυτής της συναλλαγής, η οποία οδηγεί στην κοινωνική αναβάθμιση των μαθηματικών [ανθρώπων] επέρχεται και η επιστημολογική αναβάθμιση των μαθηματικών [γνωστικού πεδίου].

Όμως, τα μαθηματικά έχουν βεβαρυμμένο παρελθόν. Όσο αποτελεσματικά κι αν περιγράφουν τις κανονικότητες που διέπουν τα φυσικά φαινόμενα, αδυνατούν να φτάσουν στις αιτίες που τα προκαλούν· αδυνατούν, δηλαδή, να τα εξηγήσουν. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη επιστημολογική μετατόπιση στην οποία θεμελιώνεται η νεοτερική επιστήμη. Λόγω του κοινωνικού κύρους που έχουν αποκτήσει τα μαθηματικά, η νέα φυσική φιλοσοφία ενσωματώνει την πεποίθηση ότι η φυσική γνώση ισοδυναμεί με τη μαθηματική περιγραφή της πραγματικότητας. Έτσι, παραιτείται οριστικά από την αναζήτηση των αιτίων και υιοθετεί ένα νέο πρότυπο γνώσης που αρκείται στην εύρεση των φυσικών νόμων.

***

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ είναι ο θεσμός που αναλαμβάνει να επικυρώσει τη διάκριση φύσης-κοινωνίας και να θεμελιώσει τις πρακτικές που αποτυπώνουν τη μεταξύ τους ιεραρχική σχέση. Οι παραδοχές που συγκροτούν το γνωσιολογικό υπόβαθρο της νεοτερικής επιστήμης είναι τρεις:

  • Η ύλη είναι παθητική και αδρανής
  • Ο καταλληλότερος τρόπος για να γνωρίσουμε τη φύση είναι το πείραμα
  • Η γλώσσα της επιστήμης είναι τα μαθηματικά

Καμία από αυτές τις παραδοχές δεν είναι αυταπόδεικτη. Και καμία δεν απέδειξε με αδιαμφισβήτητο τρόπο τη γνωσιολογική της υπεροχή έναντι των παραδοχών που στήριζαν την προνεοτερική φυσική γνώση. Η νομιμοποίηση αυτών των παραδοχών και, κατ’ επέκταση, η θεμελίωση της νεοτερικής επιστήμης έγινε με διαδικασίες μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Στην περίπτωση της παθητικοποίησης της ύλης, οι άνθρωποι που κατείχαν την τέχνη της διαπραγμάτευσης με μια ενεργητική και ευμετάβλητη ύλη παραχώρησαν τη θέση τους στους εκπροσώπους της ανερχόμενης αστικής τάξης, οι οποίοι είδαν στη νέα φυσική φιλοσοφία το μέσο που θα τους επέτρεπε να εξουσιάσουν μια άβουλη και παθητική ύλη. Στην περίπτωση του πειράματος, μια γνωσιολογικά έωλη διαδικασία, η οποία φέρει στον πυρήνα της τη βία του κατακτητικού αστικού βλέμματος, κερδίζει τη νομιμοποίησή της αντλώντας κοινωνικό κύρος αφενός από το θεολογικό υπόβαθρο της φυσικής φιλοσοφίας και, αφετέρου, από τη δικαιοπρακτική αξιοπιστία των εκπροσώπων της αστικής τάξης. Στην περίπτωση των μαθηματικών, μια φιλοσοφικά ανεπαρκής μορφή αναπαράστασης της φυσικής πραγματικότητας εδραιώνεται στον πυρήνα της νέας φυσικής φιλοσοφίας χάρη στην αναβαθμισμένη κοινωνική θέση που καταλαμβάνουν οι μαθηματικοί στα δίκτυα πατρωνίας της πρώιμης νεοτερικότητας.

Η επιστήμη αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της νεοτερικότητας. Η εδραίωσή της υποτίθεται ότι σηματοδοτεί την απομάγευση του κόσμου, τη μετάβαση, δηλαδή, από μια παραισθητική αντίληψη της πραγματικότητας σε μια στέρεη φυσική γνώση που θεμελιώνεται στον λόγο και την εμπειρία. Αν δούμε, όμως, την ανάδυση της επιστήμης ως ένα γνωσιολογικό εγχείρημα που υποστηρίζεται από διαδικασίες μεταφοράς κοινωνικού κύρους, τότε η γνωσιολογική της εγκυρότητα μένει έκθετη: Οι παραδοχές στις οποίες θεμελιώνεται μπορεί να είναι έγκυρες μπορεί και όχι· τίποτα δεν έχει αποδειχθεί οριστικά και πέραν πάσης αμφιβολίας, όμως. Συνεπώς, στην τρέχουσα μορφή της η επιστήμη δεν αποτυπώνει τη φυσική τάξη των πραγμάτων, αλλά την τάξη του λόγου μέσω του οποίου ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Το μεγάλο τεχνούργημα

ΕΓΡΑΦΑ ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα ότι η τεχνική είναι η συνθήκη ύπαρξης του ανθρώπου σε έναν κόσμο που εξ ορισμού στερείται νοήματος. Δεν είναι ότι ο άνθρωπος, μέσω της τεχνικής, βρήκε τον τρόπο να εδραιώσει την παρουσία και την κυριαρχία του σε έναν αβέβαιο κόσμο, αλλά ότι μέσω της τεχνικής δημιούργησε τον μόνο κόσμο στον οποίο μπορούσε να υπάρξει. Και, κάνοντάς το αυτό, δημιούργησε τον εαυτό του.

Φυσικά, άνθρωποι και πολιτισμοί είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Όπως περιγράφεται στους αρχαίους μύθους, οι άνθρωποι, από τη στιγμή που απέκτησαν συνείδηση της παρουσίας τους πάνω στη Γη, πήραν διαφορετικούς δρόμους. Έχτισαν διαφορετικούς κόσμους και οργάνωσαν με διαφορετικούς τρόπους τις ζωές τους. Το κοινό στοιχείο σε όλες τις εκδοχές αυτού του εγχειρήματος είναι ότι πρόκειται για πτυχώσεις του πραγματικού που συντηρούνται χάρη στην τεχνική εργασία. Οι διαφορές μεταξύ των κόσμων, από την άλλη, δεν οφείλονται στη βιολογία ή στη γεωγραφία, αλλά στις διαφορετικές μορφές της τεχνικής εργασίας που τους παράγει και τους συντηρεί.

Παρ’ όλα αυτά, για πολλές χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι δεν έπαψαν να έχουν συνείδηση ότι μοιράζονταν την ύπαρξή τους με μια ποικιλία όντων και φαινομένων που υπερέβαιναν τους ανθρώπινους κόσμους τους. Κατανοούσαν ότι ζούσαν σε μια πτύχωση του πραγματικού, αλλά κατανοούσαν, επίσης, ότι ήταν μέρος ενός οργανικού συνόλου που τους περιείχε και τους καθόριζε. Η στιγμή που η σχέση αυτή διακόπτεται έρχεται πολύ αργά και όχι ταυτόχρονα σε όλους τους πολιτισμούς. Ο λεγόμενος δυτικός πολιτισμός, χάρη στην ιδιαίτερη ιστορική διαδρομή που ακολούθησε, πιστώνεται με την αποφασιστική κίνηση που οδήγησε στη ρήξη της σχέσης του ανθρώπου με το κοσμικό γίγνεσθαι. Η στιγμή αυτή είναι η δημιουργία της Φύσης.

Η έννοια της φύσης υπάρχει, ασφαλώς, από την αρχαιότητα. Μόνο που η φύση δεν είναι η Φύση, όπως την εννοούμε σήμερα, αλλά το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε επιμέρους όντος. Είναι πάντα η φύση κάποιου πράγματος, αυτό που το εξατομικεύει και το διαφοροποιεί από τα άλλα όντα. Και σε πολλές περιπτώσεις η φύση αυτή είναι ευμετάβλητη και παροδική. Η έννοια μιας περιεκτικής Φύσης που στέκεται απέναντι από τον άνθρωπο δεν υπάρχει, επειδή απλούστατα οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τον κόσμο τους ως μέρη μιας οργανικής ολότητας που έχει έναν αυτοκαθοριζόμενο τρόπο ύπαρξης. Ο προνεοτερικός «κόσμος» αναφέρεται σε μια υπερβατική τάξη (πρβλ. «διάκοσμος», «κόσμημα»), η οποία περιλαμβάνει τα ανθρώπινα, υπογραμμίζοντας την ενδεχομενικότητα και τη μερικότητα κάθε πτύχωσης που τα φιλοξενεί. Από αυτόν τον κόσμο αποκόπτεται η δυτική νεοτερικότητα με τη δημιουργία της έννοιας της Φύσης.

Η δημιουργία της φύσης (ας συνεχίσουμε με μικρό φ, πλέον, μια που σήμερα αυτό είναι το κυρίαρχο νόημα της λέξης) πραγματοποιείται κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα, στο πλαίσιο της Επιστημονικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού. Η διαδικασία αυτή τροφοδοτείται από τέσσερις παράλληλες εξελίξεις, καμία από τις οποίες δεν αποβλέπει ευθέως στην αποκοπή του ανθρώπου από τον κόσμο, αλλά οι οποίες, μέσω του συνδυασμού τους, οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα.

Η πρώτη από αυτές τις εξελίξεις αφορά τη δημιουργία του ατόμου. Όπως παρατηρούσε ο Gideon Freudenthal το μακρινό 1986, ο 17ος αιώνας είναι ο αιώνας του ατόμου και του ατόμου. Το φυσικό άτομο (atom) και το κοινωνικό άτομο (individual) είναι μορφές που εμφανίζονται ταυτόχρονα και θεμελιώνουν αμφότερες το οικοδόμημα της νεοτερικότητας. Βεβαίως, το άτομο με την έννοια του οριοθετημένου όντος που συμμετέχει σε ένα σύνολο αλληλεπιδράσεων προϋπάρχει. Αυτό που είναι νέο τον 17ο αιώνα είναι ότι το κοινωνικό άτομο επαναπροσδιορίζεται ως μια οντότητα που διαθέτει ατομικότητα από την ίδια της τη φύση. Στο πλαίσιο της φιλοσοφίας του φυσικού δικαίου, το άτομο ορίζεται ως ένα ον που είναι εκ φύσεως εφοδιασμένο με ορισμένα θεμελιώδη και αναφαίρετα δικαιώματα. Υπό αυτή την ιδιότητα, το άτομο προσέρχεται σε διαπραγμάτευση με άλλα άτομα και προσυπογράφει το κοινωνικό συμβόλαιο που καθορίζει τους όρους της συνύπαρξής τους. Θα μπορούσε να πει κανείς, επομένως, ότι ο 17ος αιώνας είναι η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι «ανακαλύπτουν» τη φυσικότητα του κοινωνικού ατόμου. Όμως, αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές. Διότι, αυτό που κάνει δυνατή μια τέτοια «ανακάλυψη» δεν είναι η καλλιέργεια της σκέψης και η ανάπτυξη της επιστήμης του δικαίου, αλλά η δημιουργία μιας έννοιας, η οποία μορφοποιείται στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Αυτή είναι η έννοια του «ατομικού συμφέροντος».

Μολονότι θεωρούμε αυτονόητο ότι το ουσιαστικό προηγείται οντολογικά του επιθέτου (το άτομο είναι το ον και το ατομικό είναι μια ιδιότητα ή κατάσταση που συνδέεται με την ύπαρξη του ατόμου), η ιστορική διαδικασία συχνά είναι αντίστροφη. Εν προκειμένω, δεν είναι η έννοια του ατόμου που δημιουργεί την έννοια του ατομικού συμφέροντος, αλλά η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος που συγκροτεί το νεοτερικό άτομο. Το νεοτερικό άτομο εμφανίζεται όταν ο φορέας της εξουσίας, της ιδιοκτησίας και του πλούτου, που στις προνεοτερικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης ορίζεται μέσω συμβολικών σχέσεων, παραχωρεί τη θέση του στο διεκδικητικό υποκείμενο του εμπορικού καπιταλισμού: Το εκκοσμικευμένο ατομικό συμφέρον συγκροτεί ένα υποκείμενο, η δράση και η θέση του οποίου δεν καθορίζονται από μια υπερβατική εξωτερικότητα (κληρονομικότητα, καταγωγή), αλλά από ένα εσωτερικό κίνητρο ιδιοποίησης, πλουτισμού και κυριαρχίας. Αυτή είναι και η στιγμή που η «ατομική ιδιοκτησία» γίνεται πραγματικά ατομική. Αν στην προηγούμενη τάξη πραγμάτων οι οικογενειακές γαίες περιέρχονταν μέσω του κληρονομικού δικαίου στην κατοχή του προσώπου που εκπροσωπούσε τον οίκο, τώρα οι περιφραγμένες γαίες ήταν αποτέλεσμα ενεργητικής ιδιοποίησης που υποκινούνταν από την ενεργητική επιδίωξη του πλουτισμού. Το άτομο αναδύεται, επομένως, ως το ον που έχει επίγνωση του ατομικού του συμφέροντος. Και αυτή η επίγνωση είναι που του δίνει μια διακριτή θέση στον κόσμο. Το ατομικό του συμφέρον μπορεί να το φέρνει σε αντίθεση με άλλα άτομα, αλλά και με μια εξωτερικότητα, η οποία είναι μη άτομο και ως τέτοια δεν διαθέτει ατομικά συμφέροντα η ίδια: τη φύση.

Η δεύτερη διαδικασία που τροφοδοτεί τη δημιουργία της φύσης αφορά την εμφάνιση μιας θεολογικά προσανατολισμένης φυσικής φιλοσοφίας. Συνεχίζοντας την παράδοση του μεσαιωνικού νομιναλισμού, η φυσική φιλοσοφία του 17ου αιώνα στρέφεται προς τη μελέτη του κόσμου, όχι μόνο για να γνωρίσει αυτόν τον ίδιο, αλλά κυρίως για να γνωρίσει τον Δημιουργό του. Υπό αυτή την έννοια, ο κόσμος δεν γίνεται αντιληπτός ως μια πολύπλοκη, αυτοτελής ενότητα που περιλαμβάνει τον άνθρωπο, αλλά ως ένα βιβλίο που στέκεται απέναντι στον άνθρωπο και στο οποίο είναι γραμμένο το σχέδιο της Δημιουργίας. Όλους τους προηγούμενους αιώνες, το εγχείρημα κατανόησης της θεϊκής σοφίας είχε επενδύσει στη λογική: Μέσω του λόγου, ο άνθρωπος θα προσπαθούσε να συλλάβει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτηκε ο Θεός για να δημιουργήσει τον κόσμο. Και εφόσον κατάφερνε να συλλάβει έστω και κάποιες όψεις αυτής της διάνοιας, θα αναγνώριζε τη σοφία, τη δύναμη και την πρόνοια με την οποία ενήργησε ο Δημιουργός. Τόσο ο νομιναλισμός του 14ου αιώνα, όμως, όσο και ο αγγλικός εμπειρισμός του 17ου αιώνα θεώρησαν ότι η προσέγγιση αυτή ήταν ατελέσφορη, γιατί η πεπερασμένη ανθρώπινη διάνοια ήταν αδύνατο να διαπεράσει την άπειρη θεϊκή διάνοια. Έτσι, ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να γνωρίσουμε και να δοξάσουμε το θεϊκό μεγαλείο περνά μέσα από την «επιστημονική» μελέτη της φύσης. Ο Θεός έδρασε κατά την απολύτως ελεύθερη και ακατανόητη από τον άνθρωπο ελεύθερη βούλησή του· αυτό που οφείλουν να κάνουν οι άνθρωποι είναι να μελετήσουν τη Δημιουργία όπως πραγματικά είναι και να προσπαθήσουν, μέσω αυτής, να κατανοήσουν κάποιες όψεις του Σχεδίου της Δημιουργίας. Αυτές οι όψεις θα είναι αρκετές για να αναγνωρίσει ο άνθρωπος τη δύναμη, τη σοφία και την πρόνοια με την οποία έδρασε ο Δημιουργός, δίχως να υποβιβάζουν τη διάνοιά του στο ανθρώπινο επίπεδο. Αυτό είναι το περίφημο «Επιχείρημα του Σχεδιασμού» (Argument by Design). Όσο αιρετικό κι αν ακούγεται (επειδή έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ότι η επιστήμη βρίσκεται στους αντίποδες της θρησκείας), ο σύγχρονος εμπειρικός τρόπος μελέτης της φύσης έχει τις ρίζες του σε αυτή τη θεολογική παράδοση που επιδιώκει να επικυρώσει την απόλυτη ελευθερία του Θεού κατά την πράξη της Δημιουργίας.

Σε ό,τι μας αφορά εδώ, αυτή είναι και η παράδοση που μετατρέπει τον κόσμο στο δεύτερο ιερό βιβλίο. Το πρώτο είναι η Βίβλος. Οι πιστοί μπορούν να κατανοήσουν τον λόγο του Θεού διαβάζοντας τις Ιερές Γραφές. Μπορούν, όμως, να φτάσουν στην αναγνώριση του θεϊκού μεγαλείου και μέσω της μελέτης του δεύτερου ιερού βιβλίου που είναι η φύση. Ο Θεός όρισε τον άνθρωπο κυρίαρχο της φύσης, αλλά επίσης του έδωσε τη φύση ως ένα μέσο κατανόησης των δυνάμεων που κυβερνούν τη Δημιουργία και ενίσχυσης της πίστης του. Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι τυχαίο ότι οι φυσικοί φιλόσοφοι του 17ου και του 18ου αιώνα θεωρούν ότι η πρωταρχική αποστολή τους είναι η υπεράσπιση της ορθής πίστης. Και για να φέρουν εις πέρας αυτή την αποστολή πρέπει να αποκρυπτογραφήσουν το βιβλίο της φύσης.

Η τρίτη εξέλιξη που συνέβαλε στην εδραίωση της έννοιας της φύσης συνδέεται και αυτή με μια νεοτερική αντίληψη. Ο άνθρωπος δεν είναι μέρος ενός ενιαίου κοσμικού γίγνεσθαι, αλλά ένα αυτεξούσιο ον που στέκεται απέναντι σε μια φύση, η οποία είναι φτιαγμένη για να τον υπηρετεί. Η φύση είναι ένα σύνολο από «πράγματα» που έχουν δυνάμεις και ιδιότητες. Όμως, αυτές οι δυνάμεις και ιδιότητες δεν εκφράζουν τις φύσεις των όντων, αλλά τη σχέση τους με τον άνθρωπο. Κάνουν τα πράγματα να είναι χρήσιμα, άχρηστα, επιβλαβή ή ωφέλιμα. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο το ανθρώπινο βλέμμα επισκοπεί και ταξινομεί τη φύση: Ένα φυτό είναι δηλητηριώδες, ένα ζώο παραγωγικό, ένα μέταλλο ελατό, μια θάλασσα πλεύσιμη, μια έρημος αφιλόξενη. Το κέντρο της Δημιουργίας είναι ο άνθρωπος και ο κόσμος φτιάχτηκε γι’ αυτόν. Άρα, η φύση είναι το σύνολο των πόρων που ο Θεός έθεσε στη διάθεση του ανθρώπου. Κι αν κάτι έκανε λάθος ο άνθρωπος στη διάρκεια της νεοτερικότητας, μας λένε οι σύγχρονοι υπερασπιστές της φύσης, είναι ότι χρησιμοποίησε αυτούς τους πόρους σαν να ήταν ανεξάντλητοι. Ενώ η σχέση μας με τη φύση έπρεπε να χαρακτηρίζεται από σύνεση και πνεύμα οικονομίας, ώστε οι πόροι να ανανεώνονται με ικανοποιητικό ρυθμό και να συνεχίζουν να τροφοδοτούν την ανθρώπινη πρόοδο.

Ακόμα και σήμερα, λοιπόν, το πρόβλημα στη σχέση μας με τη φύση δεν εντοπίζεται στην υποταγή όλων των πραγμάτων στην ανθρώπινη ιδιοτέλεια και στον συνακόλουθο οντολογικό υποβιβασμό τους, αλλά στην αλόγιστη σπατάλη της θεϊκής κληρονομιάς. Έτσι, ό,τι υπάρχει δεν υπάρχει για τον εαυτό του, δεν διαθέτει αυτενέργεια ή ένα διακριτό πρόγραμμα ζωής, αλλά ετεροπροσδιορίζεται από τον άνθρωπο, ο οποίος με τη βοήθεια της επιστήμης και της τεχνολογίας τού αποδίδει μια συγκεκριμένη θέση στον κόσμο του.

Η τελευταία από τις εξελίξεις που συνέβαλαν στη δημιουργία της νεοτερικής έννοιας φύσης αφορά τη γνωσιμότητα της φύσης. Η φράση «η γνώση είναι δύναμη» αποδίδεται στον Francis Bacon, μολονότι διατυπώθηκε από διάφορους στοχαστές της πρώιμης νεοτερικότητας. Ο Bacon, όμως, είναι αναμφίβολα ο άνθρωπος που στα γραπτά του εκφράζει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την έμφυλη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Ο άνθρωπος αντιπροσωπεύει το αρσενικό στοιχείο που είναι περίεργο και δυναμικό. Η φύση αντιπροσωπεύει το θηλυκό στοιχείο που είναι παθητικό και μυστικοπαθές. Το καθήκον της αρρενωπής επιστήμης, που θεμελιώνεται στις αρχές του 17ου αιώνα, είναι να αποσπάσει από τη φύση τα μυστικά της. Και για να το κάνει αυτό, πρέπει να την ακινητοποιήσει και να την εξετάσει με έναν τρόπο που δεν διαφέρει πολύ από εκείνον που χρησιμοποιούσαν οι δικαστές για να ανακρίνουν τις μάγισσες. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα πρώιμο προγραμματικό κείμενο του Bacon στο οποίο σκιαγραφείται η νέα μέθοδος φυσικής γνώσης επιγράφεται Temporis Partus Masculus, τουτέστιν Η αρρενωπή γέννηση του χρόνου. Ο σκοπός της ανανεωμένης φυσικής φιλοσοφίας είναι η σύναψη ενός «αγνού, ιερού και νόμιμου γάμου», ο οποίος θα θέσει τη φύση «στην υπηρεσία του ανθρώπου και θα την κάνει σκλάβα του». Μέσω αυτής της διαδικασίας, ο άνθρωπος θα ανακτήσει την κυριαρχία του επί του κόσμου («The Great Instauration»), την οποία απώλεσε κατά την εκδίωξή του από τον Παράδεισο.

Έτσι, το πατριαρχικό βλέμμα αναλαμβάνει να ορίσει τη φύση: Τέμνει τη φυσική συνέχεια μετατρέποντάς τη σε ένα σύνολο αδρανών αντικειμένων τα οποία είναι απαλλαγμένα από ζωτικότητα και αυτενέργεια. Η φύση στέκεται απέναντι στον άνθρωπο-άνδρα παθητική και διαθέσιμη. Κι εκείνος, με την ψυχρή, αμερόληπτη και διεισδυτική ματιά του, της αποσπά μεθοδικά τα μυστικά της. Η γνώση των ιδιοτήτων των αντικειμένων και των νόμων που διέπουν τις αλληλεπιδράσεις τους του επιτρέπει να τη θέσει υπό τον έλεγχό του και να επωφεληθεί από τον «αγνό, ιερό και νόμιμο» γάμο του μαζί της. Όπως μια γυναίκα στην εποχή του Bacon και για αιώνες αργότερα δεν θεωρούνταν ολοκληρωμένη έξω από τη δέσμευση του γάμου, έτσι και η φύση δεν υπάρχει έξω από τη σχέση της με τον άνθρωπο. Μόνο στο πλαίσιο αυτής της πατριαρχικής σχέσης, την οποία εγγυάται ο θείος νόμος, αποκτά υπόσταση, νόημα και λόγο ύπαρξης.

***

ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΟΙΚΕΙΩΘΕΙ τόσο πολύ με την έννοια της φύσης που δεν μπορούμε να διανοηθούμε ότι αυτή η έννοια δεν ήταν πάντοτε «εκεί», δεν είναι μια αυθύπαρκτη εξωτερικότητα με την οποία ο άνθρωπος αλληλεπιδρούσε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του. Η φύση είναι ένα τεχνούργημα – το μεγάλο τεχνούργημα που θεμελιώνει και νοηματοδοτεί τον κόσμο της νεοτερικότητας.

Όπως είδαμε, η φύση είναι προϊόν τεσσάρων κρίσιμων ιστορικών εξελίξεων:

  • Η πρώτη είναι αυτή που συγκροτεί το υποκείμενο του αναδυόμενου καπιταλισμού: Το άτομο που υποκινείται από το ατομικό του συμφέρον βλέπει τον κόσμο ως μια εξωτερικότητα, την οποία πρέπει να υποτάξει και να θέσει στην υπηρεσία του.
  • Η δεύτερη αφορά τη στροφή της φυσικής φιλοσοφίας στην αναζήτηση του σχεδίου της Δημιουργίας: Η ορθή κατανόηση του «βιβλίου της φύσης» μπορεί να συμβάλει στην εδραίωση της χριστιανικής πίστης.
  • Η τρίτη εξέλιξη αφορά τη μετατροπή του κόσμου σε ένα σύνολο πόρων που προορίζονται αποκλειστικά για την ανθρώπινη ανάπτυξη: Ο κόσμος χάνει την οντολογική του αυτοτέλεια και νοηματοδοτείται μόνο σε σχέση με το πρόγραμμα ζωής των ανθρώπων.
  • Η τέταρτη αφορά την εδραίωση της πατριαρχικής σχέσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης: Το ανθρώπινο βλέμμα οριοθετεί, ταξινομεί και υποτάσσει τις οντότητες, συγκροτώντας τη φύση μέσω μιας πράξης κυριαρχίας του δυναμικού αρσενικού λόγου επί μιας αδρανούς και παθητικής θηλυκής υλικότητας.

Η φύση είναι το μεγάλο τεχνούργημα του χριστιανισμού, του καπιταλισμού, του ανθρωπισμού και της πατριαρχίας. Το σημαντικό σε αυτή τη διαπίστωση δεν είναι ότι η φύση παρουσιάζεται ως κάτι κατασκευασμένο –άρα ως κάτι που στερείται «φυσικότητας»–, αλλά ότι αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου τα συγκεκριμένα συστήματα σχέσεων φυσικοποιούνται και εγγράφονται στον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τη θέση του στον κόσμο.

IMAGE CREDITS: Pablo Picasso, Κοριτσι με μαντολινο, 1910 | Ivan Puni, Αυτοπροσωπογραφια, 1921 | Henri Le Fauconnier, Αφθονια, 1910 |  Εκτελεση Μαγισσων στο Τσελμσφορντ το 1589 (απο το βιβλιο της Silvia Federici, Ο Καλιμπαν και η Μαγισσα, Εκδοσεισ των Ξενων).

Το θαύμα της ύπαρξης

Ο ΙΣΠΑΝΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ Juan Antonio Secuña Sanchez (1947-2018) προς το τέλος της ζωής του αποσύρθηκε σε ένα μικρό χωριό νοτιοανατολικά του Τολέδο με το κοινότοπο όνομα Los Molinos. Η κόρη του Maria Aurelia Secuña Sanchez, που ήταν κι αυτή καθηγήτρια μαθηματικών στο Τολέδο, τον επισκεπτόταν από καιρού εις καιρόν για να δει πώς τα πάει. Κάθε φορά έφευγε με τη βεβαιότητα ότι ο πατέρας της είχε βρει την προσωπική του γαλήνη στην ηρεμία της εξοχής, μετά από χρόνια φυλακίσεων και διώξεων που είχε υποστεί ως αριστερός τόσο από το καθεστώς του Franco όσο και από τη δημοκρατία. Όταν τον βρήκε νεκρό μέσα στα χαρτιά του, κατάλαβε, όχι χωρίς κάποια έκπληξη, ότι ο πατέρας της στα τελευταία χρόνια του είχε επιδοθεί σε μια εντατική προσπάθεια σύνθεσης ενός εντελώς προσωπικού φιλοσοφικού έργου. Ήξερε ότι από παλιά διάβαζε φιλοσοφία: Αριστοτέλη, Ιωάννη Φιλόπονο, Duns Scotus, Descartes, Spinoza, Nietzsche. Επίσης, ήξερε ότι τη δεκαετία του ’70 είχε ταξιδέψει αρκετές φορές στη Γαλλία και είχε αναπτύξει σχέσεις με κάποιους Γάλλους διανοούμενους. Όμως, είχε την εντύπωση ότι τα μαθηματικά τον ενδιέφεραν πάντα περισσότερο από τη φιλοσοφία κι απ’ οτιδήποτε άλλο.

Κατά μία έννοια δεν διαψεύστηκε πλήρως. Είδε ότι το έργο που προσπαθούσε να συνθέσει ο πατέρας της είχε κάποιου είδους μαθηματική δομή κι ότι χαρακτηριζόταν από έναν ιδιόμορφο μαθηματικό μινιμαλισμό. Θεμελιωνόταν σε ελάχιστες οντολογικές προκείμενες και εξέταζε τους τρόπους με τους οποίους το νόημα παραγόταν από τις συναρτήσεις που χειρίζονταν τις στοιχειώδεις οντότητες και όχι από τον πολλαπλασιασμό των οντοτήτων καθαυτών. Το φιλοσοφικό εγχείρημα του Juan Antonio αποτελούνταν από μια σειρά «ασκήσεων», όπως τις ονόμαζε. Σύντομα κείμενα που επανέρχονταν στα ίδια ζητήματα και τα προσέγγιζαν από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Αν ήταν φιλόλογος, ίσως να ονόμαζε αυτές τις ασκήσεις «δοκιμές» ή «δοκίμια», αλλά η κόρη του υποπτεύθηκε ότι υπήρχε και κάποιος φιλοσοφικός λόγος για την επιλογή του όρου. Ο στόχος του δεν ήταν να «δοκιμάσει» διάφορες προσεγγίσεις για να βρει την πιο επιτυχημένη, αλλά να καταγράψει τις διάφορες προσεγγίσεις –να καταγράψει όσο το δυνατό πιο πολλές προσεγγίσεις– ως εξίσου έγκυρες. Όπως σημείωνε κάπου, εξάλλου, «το σύμπαν δεν είναι το σύνολο αυτών που υπάρχουν, αλλά το σύνολο των δυνατών προοπτικών επί αυτού που υπάρχει». Όλα είναι «ασκήσεις», λοιπόν.

Αλλά, όπως ανακάλυψε η Maria Aurelia, όλες οι ασκήσεις έκρυβαν και ένα μαθηματικό αστείο. Ένα κλείσιμο του ματιού, μια πονηριά, μια τρυφερή εξαπάτηση. Μια κρυφή υπογραφή. Τις μάζεψε και προσπάθησε να τις βάλει σε μια σειρά. Κάποιες είχαν ημερομηνία, άλλες όχι. Δεν δυσκολεύτηκε, όμως, γιατί ο πατέρας της, ο παλιός αριστερός, κρυφός εραστής της φιλοσοφίας και ιδιόρρυθμος ανθρωπιστής προσπαθούσε με συνέπεια να οδηγηθεί από τα περισσότερα στα λιγότερα, να θεμελιώσει τις αξίες του όχι σε έναν μεταφυσικό πλουραλισμό, αλλά σε έναν μινιμαλιστικό υλισμό, από τον οποίο απουσίαζε ακόμα και η έννοια της ύλης. Έτσι, τα γραπτά του είχαν μια εσωτερική συνέχεια.

Με αυτόν τον τρόπο αποφάσισε να τα δημοσιεύσει κι εκείνη. Ένα-ένα, με απόσταση αρκετών μηνών το ένα από το άλλο, στο φιλολογικό περιοδικό του Τολέδο La Biblioteca Desconocida. Το σημείωμα αυτό προέρχεται από την εκτενή εισαγωγή που έγραψε η ίδια, όταν δημοσίευσε την πρώτη «άσκηση» του πατέρα της, στο τεύχος Φεβρουαρίου του 2020. Το κείμενο που μεταφράζουμε εδώ έχει τον, διαγραμμένο στο πρωτότυπο, τίτλο «Gloria in Profundis», ο οποίος πιθανότατα προέρχεται από το ομώνυμο ποίημα του G. K. Chesterton. Φαίνεται ότι γράφτηκε με αφορμή μια βιογραφία του Alan Turing που είχε διαβάσει ο Juan Antonio αλλά, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, πρόκειται κατά βάση για έναν πολύ εσωτερικό διάλογο με τη φιλοσοφία του Spinoza. Είναι το μόνο που έχει γραφτεί σε διαλογική μορφή και ο λόγος γι’ αυτό θα φανεί στο τέλος. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουλίου 2022.

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΕΔΩ

Δημοσιεύτηκε στο Διπλή Γέφυρα: Διασχίζοντας μεθορίους στον χώρο των τεχνών και του πολιτισμού, Αντίποδες, Αθήνα 2025: 21-34.

Image Credit: Francis Bacon, Self-Portrait, 1973.