Επί παντός

ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ 2020 έγραφα για την αλαζονεία των experts, που θεωρούν τον εαυτό τους ειδικό όχι μόνο στο επιστημονικό ή τεχνολογικό πεδίο που υπηρετούν, αλλά σε κάθε ζήτημα που απασχολεί την κοινωνία. Τότε το παράδειγμά μου ήταν το φιλοσοφικά αμφιλεγόμενο βιβλίο του απερχόμενου προέδρου της Δημοκρατίας Από την Επαλήθευση στην Επιλάθευση, καθώς και συγκεκριμένοι συνάδελφοί μου από το πανεπιστήμιο που παρουσιάζονται ως επαΐοντες σε όλα τα πιθανά θέματα επιστημονικής πολιτικής, από την πολεοδομία μέχρι τις βιοϊατρικές επιστήμες. Τόλμησα επίσης να υπαινιχθώ ότι αρκετοί από αυτούς τους συναδέλφους μου αντλούν την ειδημοσύνη τους από την εργασία αφανών υποψηφίων διδακτόρων οι οποίοι, μη διαθέτοντας κοινωνικό κύρος και αναγνωρισιμότητα, χάνονται στον συνωστισμό ονομάτων που συνοδεύουν τις επιστημονικές δημοσιεύσεις. Εν πάση περιπτώσει, αναφερόμουν στα κακώς κείμενα και τις μικροπολιτικές του πανεπιστημίου. Αλλά ήταν Μάρτιος.

Αυτό που ακολούθησε δεν μπορούσε να το φανταστεί κανείς. Η διαχείριση της πανδημίας COVID-19 (που είχε ήδη ξεσπάσει, αλλά οι συνέπειές της έγιναν εμφανείς στα καθ’ ημάς μετά τις ειδούς του Μαρτίου) αποτέλεσε το μεγαλύτερο πείραμα βιοπολιτικής στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και το πλαίσιο στο οποίο έλαμψαν οι experts. Η κοινωνία, κυριολεκτικά, παραδόθηκε στα χέρια των ειδημόνων, οι οποίοι ανέλαβαν να διαχειριστούν όλα τα ζητήματα, από τη διάγνωση και τη νοσηλεία των πασχόντων μέχρι τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, την αστική κινητικότητα, την εκπαίδευση και την οικονομία. Κάποιοι και κάποιες ίσως ισχυριστούν ότι δεν θα έπρεπε να μας ξενίζει η ηγεμονική παρουσία των ειδημόνων στη δημόσια σφαίρα, εφόσον επρόκειτο για έκτακτη συνθήκη. Ωστόσο, από πουθενά δεν συνάγεται ότι στις έκτακτες συνθήκες (που όλο και πληθαίνουν, τελευταία) οι δημοκρατικές διαδικασίες οφείλουν να παραχωρούν τη θέση τους στον άτεγκτο και μονοδιάστατο ορθολογισμό της επιστήμης. Το ζήτημα είναι άλλο, όμως. Οι ειδήμονες που ανέλαβαν de facto την καθοδήγηση της κοινωνίας ήταν, στην πλειονότητά τους, γιατροί. Γιατροί ήταν αυτοί που στελέχωναν τις συμβουλευτικές επιτροπές του κράτους, γιατροί ήταν αυτοί που έβγαιναν στα τηλεοπτικά παράθυρα και κούναγαν το δάχτυλο στον κόσμο, γιατροί ήταν αυτοί που έκαναν εκτίμηση κινδύνου στις διάφορες σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Δεν κλήθηκαν, για παράδειγμα, φυσικοί για να κάνουν εκτίμηση του κινδύνου μετάδοσης του ιού μέσω αερολυμάτων, ψυχολόγοι για να εκτιμήσουν τις πιθανές ψυχολογικές επιπτώσεις του εγκλεισμού, επιστήμονες της εκπαίδευσης για να βρουν τρόπους να συνεχιστεί η λειτουργία των εκπαιδευτικών θεσμών, κοινωνιολόγοι, επιτέλους, για να γνωμοδοτήσουν γι’ αυτό που ήταν πάνω απ’ όλα μια πρωτόγνωρη κοινωνική κρίση… Κλήθηκαν γιατροί, επιδημιολόγοι (αρκετοί από τους οποίους, ομολογουμένως, δεν ήταν γιατροί) και λίγοι χημικοί που έτυχε να ασχολούνται με ζητήματα δημόσιας υγείας. Και, όπως διαπιστώσαμε σε μια πρόσφατη έρευνα, αυτοί οι άνθρωποι πιέστηκαν να λειτουργήσουν ως ερασιτέχνες κοινωνικοί επιστήμονες – ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι και ανθρωπολόγοι (όπως θυμόμαστε από τις εξορμήσεις ιατρικών ομάδων σε δομές μεταναστών και σε καταυλισμούς Ρομά).

Αν εξαιρέσουμε τα άτομα για τα οποία η πανδημία λειτούργησε ως ευκαιρία για τα 15 λεπτά παγκόσμιας αναγνώρισης που είχε προβλέψει ο Andy Warhol, η πλειονότητα του υγειονομικού προσωπικού πιέστηκε από το κράτος να αναλάβει αυτό το ευρύ φάσμα ανοίκειων καθηκόντων. Ποια ήταν η λογική πίσω από αυτή την απαίτηση; Η απάντηση βρίσκεται στο παρελθόν και συγκεκριμένα στη διαδικασία συγκρότησης της σύγχρονης επιστήμης, η οποία έλαβε χώρα τον 19ο αιώνα. Έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα ότι το διάστημα μεταξύ 1830 και 1900 διαμορφώνεται σταδιακά η έννοια και η κοινωνική φιγούρα του επιστήμονα. Επιστήμονας είναι κάποιος όχι επειδή ασχολείται με ένα συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο, αλλά επειδή το κάνει με έναν συγκεκριμένο τρόπο: Με αμεροληψία και αντικειμενικότητα. Επιστήμονας είναι ο άνθρωπος που μπορεί να προσεγγίζει τη φυσική αλήθεια ανεπηρέαστος από συναισθήματα, αισθητικές προτιμήσεις και ηθικές αναστολές (επιστήμονες ήταν αυτοί που έκαναν τις ζωοτομές). Το αν η φυσική αλήθεια αφορά τους ζωντανούς οργανισμούς, το γήινο ανάγλυφο, τις τροχιές των ουρανίων σωμάτων ή την ανθρώπινη ευφυΐα είναι δευτερεύον. Το σημαντικό είναι ότι οι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτά τα ζητήματα είναι σε θέση να χρησιμοποιούν έναν μαθηματικό τρόπο σκέψης και να προβαίνουν στη μεθοδική εκτέλεση πειραμάτων, προκειμένου να αποκαλύπτουν την αντικειμενική δομή του κόσμου. Γι’ αυτό και πάγια απαίτηση του (λίγο μεταγενέστερου) λογικού θετικισμού ήταν η εφαρμογή του μεθοδολογικού μονισμού: Όλες οι επιστήμες οφείλουν να ακολουθούν την ίδια μέθοδο (τη μέθοδο των φυσικών επιστημών) προκειμένου να θεωρούνται επιστήμες.

Από αυτή την κουλτούρα αναδύεται και η φιγούρα του επιστήμονα ως ειδήμονα. Το να είναι κάποιος επιστήμονας, και δη επιστήμονας με μεγάλη εξειδίκευση στο πεδίο του (άρα, με μεγάλη μεθοδολογική εμβάθυνση και εμπειρία), τον καθιστά κατάλληλο να εκφέρει άποψη και σε κάθε άλλο επιστημονικό πεδίο. Αυτό που του λείπει είναι τα δεδομένα. Αν του δοθούν οι απαραίτητες πληροφορίες, ο expert σε ένα πεδίο μπορεί να γίνει expert και σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο ή, έστω, να συνομιλήσει ως ίσος προς ίσον με τους ανθρώπους που είναι ειδήμονες σε αυτό: Μία φορά ειδήμων, πάντα (και παντού) ειδήμων.

Δεν είναι παράξενο, επομένως, που το κράτος απαίτησε από τους λοιμωξιολόγους, τους πνευμονολόγους και τους αιματολόγους να λειτουργήσουν ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι και ψυχολόγοι. Ευθύνη του ίδιου του κράτους ήταν να εξασφαλίσει τις ροές πληροφορίας που θα εφοδίαζαν αυτούς του ειδήμονες με τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να φέρουν εις πέρας το ετερογενές έργο τους. Το γεγονός, μάλιστα, ότι συνδύαζαν την ιατρική ιδιότητα με εκείνες που απαιτούνταν για τη διαχείριση της κοινωνικής κρίσης έκανε το συγκεκριμένο μοντέλο ιδιαιτέρως ελκυστικό (και οικονομικό). Κι έτσι επήλθε η ιατρικοποίηση μιας από τις μεγαλύτερες κοινωνικές κρίσεις που γνώρισε η χώρα.

Το μοντέλο αυτό δεν εφαρμόστηκε μόνο στην Ελλάδα ούτε μόνο στην πανδημία. Αποτελεί ένα καθολικό πρότυπο. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτό το πρότυπο θεμελιώνεται σε μια αφελή θετικιστική αντίληψη, η οποία πηγάζει από τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε ο κοινωνικός ρόλος του επιστήμονα τον 19ο αιώνα. Παρά τη συχνή επίκληση της ανάγκης για διεπιστημονικότητα, η φιγούρα του ειδήμονα, που αντιπροσωπεύει περισσότερο έναν καθολικό τρόπο σκέψης παρά την εξειδικευμένη γνώση ενός συγκεκριμένου επιστημονικού ή τεχνολογικού πεδίου, παραμένει ελκυστική. Πολλές φορές, μάλιστα, η επίκληση της ανάγκης για διεπιστημονικότητα υπονοεί, ακριβώς, τη δυνατότητα των ειδημόνων να είναι ειδήμονες σε όλα. Όμως, οι κρίσεις με τις οποίες ερχόμαστε, πλέον, όλο και συχνότερα αντιμέτωποι είναι πρωτίστως κοινωνικές. Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα μιας συγκεκριμένης ομάδας ειδημόνων, αλλά ολόκληρης της κοινωνίας. Και αυτό, με τη σειρά του, καθιστά επιτακτική τη ανάγκη για επιστημολογική ταπεινότητα: Αν πρόκειται να διαχειριστούμε αποτελεσματικά και δημοκρατικά τις επερχόμενες κρίσεις, οι ειδήμονες οφείλουν αφενός να αναγνωρίσουν τους επιστημολογικούς και μεθοδολογικούς περιορισμούς των γνωστικών τους πεδίων και, αφετέρου, να αποδεχτούν το γεγονός ότι η πιθανολογούμενη ειδημοσύνη τους δεν προσδίδει στον πολιτικό τους λόγο μεγαλύτερο κύρος από τον λόγο των υπόλοιπων κοινωνικών υποκειμένων.

Image Credits: Henri Matisse, Femme au tabouret, 1914 | Umberto Boccioni, Head Against the Light, 1912

Τα τρία Δ του ψηφιακού

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Φιλοσοφία του Ψηφιακού. Μια εισαγωγή, που επιμελήθηκε η Γκόλφω Μαγγίνη, είναι ένα σπουδαίο εκδοτικό εγχείρημα. Αυτό δεν αποτελεί φιλοφρόνηση σε μια συνάδελφο που επί χρόνια ασχολείται παραγωγικά με τη φιλοσοφία της τεχνολογίας και έχει δώσει τη δυνατότητα σε πολλούς νέους ανθρώπους να έρθουν σε επαφή με το πεδίο. Αποτελεί έπαινο για μια πρωτοβουλία, η οποία (με τη βοήθεια πολλών από αυτούς τους νέους ανθρώπους) μετέφερε στην ελληνική γλώσσα μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα γύρω από τη φιλοσοφία του ψηφιακού. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία είναι εξαιρετικά σημαντική για δύο αλληλένδετους λόγους: Αφενός, επειδή –όπως συμβαίνει πάντοτε με τις μεταφράσεις σημαντικών («κλασικών») κειμένων– η γλώσσα υποδοχής εμπλουτίζεται με έννοιες και λέξεις που επιτρέπουν στους χρήστες της να σκεφτούν με νέους τρόπους, να διανοηθούν νέες πραγματικότητες και να οραματιστούν νέες προοπτικές. Η μετάφραση –ιδιαίτερα η μετάφραση κειμένων που σηματοδοτούν καίριες αλλαγές στον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας– διευρύνει την εννοιολογική επικράτεια της γλώσσας υποδοχής και πυκνώνει το σημασιολογικό της περιεχόμενο: την καθιστά περισσότερο πολύσημη και πολυδύναμη. Αφετέρου, επειδή ο συλλογικός τόμος Φιλοσοφία του Ψηφιακού, όπως ακριβώς δηλώνει ο τίτλος του, περιλαμβάνει φιλοσοφικά κείμενα για το ψηφιακό. Η συζήτηση για τα ψηφιακά μέσα είναι στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, αλλά, δυστυχώς, δεν πρόκειται για σοβαρή συζήτηση. Ακόμα και οι συζητήσεις που διεξάγονται σε πανεπιστημιακά περιβάλλοντα και σε ακαδημαϊκές εκδόσεις, πολύ δε περισσότερο εκείνες που έχουν κατακλύσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έχουν χαρακτηριστικά ηθικού πανικού: Οι ψηφιακές τεχνολογίες είναι εδώ για να μας αποξενώσουν από τους εαυτούς μας κι από τους συνανθρώπους μας, για να υπονομεύσουν τη δημιουργικότητά μας, για να κλέψουν τις δουλειές μας και για να οδηγήσουν τα παιδιά μας στον όλεθρο του εθισμού. Σίγουρα κάποια βάση έχουν όλες αυτές οι συζητήσεις, επειδή ακριβώς δεν πρόκειται για τα ψηφιακά μέσα γενικώς, αλλά για τα ψηφιακά μέσα του καπιταλισμού. Όμως, η έμφαση σε μια a priori τεχνοφοβική και απορριπτική προσέγγιση μας στερεί τη δυνατότητα να κατανοήσουμε την πραγματική φύση του ψηφιακού. Και αυτό ακριβώς είναι που επιχειρεί να διορθώσει το συγκεκριμένο βιβλίο: Μεταφέροντας τη συζήτηση από τα πεδία της ηθικής και της νομικής ρύθμισης στο πεδίο της οντολογίας, μας βοηθά να αποκτήσουμε μια ουσιαστική κατανόηση της φύσης του ψηφιακού. Και, ενδεχομένως, να τοποθετήσουμε τη σχετική συζήτηση σε μια διαφορετική, πιο ενημερωμένη (informed) βάση.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να συνοψίσουμε τις θεματικές γύρω από τις οποίες αναπτύσσεται ο προβληματισμός του βιβλίου. Θα προτείνω έναν από αυτούς, που θεωρώ ότι αναδεικνύει με πιο ξεκάθαρο τρόπο τη φιλοσοφική διάσταση του όλου εγχειρήματος. Οι τρεις προβληματικές που διαπερνούν τον τόμο θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε τρία Δ: Δυαδικότητα, Διακριτότητα και Δυνητικότητα.

Η δυαδικότητα αφορά την πληροφορία. Σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό του Gregory Bateson, ένα bit, μια μονάδα πληροφορίας, «is a difference which makes a difference». Είναι, δηλαδή, μια δυαδικότητα που έχει ένα στοιχειώδες νόημα, υπό την έννοια ότι αποκλείει μία κατάσταση και επιτρέπει μία άλλη. Από τη συναρμογή τέτοιων δυαδικοτήτων μπορούν προοδευτικά να προκύψουν σύνθετες πληροφοριακές δομές. Ο Luciano Floridi το συνοψίζει αυτό στον επίσης κλασσικό ορισμό του: η πληροφορία είναι «δομημένα δεδομένα με νόημα». Η έννοια της πληροφορίας μορφοποιήθηκε στη διάρκεια του 20ού αιώνα και η ιστορία της έχει πολλές ομοιότητες με την ιστορία της έννοιας της ενέργειας, η οποία μορφοποιήθηκε έναν αιώνα νωρίτερα. Δύο ήταν οι βασικές εξελίξεις που οδήγησαν στη θεμελίωση της έννοιας της πληροφορίας. Αφενός, η δημοσίευση το 1948 του άρθρου του Claude Shannon για τη «Μαθηματική Θεωρία της Επικοινωνίας». Η δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου σηματοδοτεί την τυποποίηση της έννοιας της πληροφορίας και των θεωρητικών νόμων που διέπουν τον μετασχηματισμό και τη μετάδοσή της. Αφετέρου, η δημιουργία των «αναλυτικών μηχανών», δηλαδή των υπολογιστών, που ήταν σε θέση να χειριστούν την πληροφορία: Να την αποθηκεύσουν, να την επεξεργαστούν, να τη μεταδώσουν και να κάνουν πράγματα με αυτή. Έναν αιώνα νωρίτερα, οι μαθηματικές επεξεργασίες των William Thomson και Rudolf Clausius και οι θερμικές μηχανές της βιομηχανικής επανάστασης είχαν κάνει κάτι ανάλογο για την ενέργεια: την έκαναν οντολογικά ορατή. Της έδωσαν υπόσταση και την κατέστησαν δομικό στοιχείο αυτού εδώ του κόσμου. Με παρόμοιο τρόπο, οι εργασίες των κυβερνητιστών προσέδωσαν στην πληροφορία οντολογικό καθεστώς. Σε αυτό το πλαίσιο, η πληροφορία δεν είναι αναπαράσταση, πληροφόρηση για κάτι που υπάρχει έξω από αυτή, αλλά είναι αυτή η ίδια μια θεμελιώδης (σύμφωνα με κάποιους η θεμελιώδης) οντότητα αυτού του κόσμου. Το πρώτο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την πληροφορία και η πληροφορία έχει να κάνει με την οντολογία.

Το δεύτερο Δ αφορά τη διακριτότητα και πιο συγκεκριμένα τις μηχανές διακριτών καταστάσεων. Για να καταλάβουμε τι είναι μια μηχανή διακριτών καταστάσεων μπορούμε να φανταστούμε μια ακανόνιστη σκακιέρα που έχει έναν τυχαίο αριθμό μαύρων και άσπρων τετραγώνων. Τα άσπρα και μαύρα τετράγωνα σχηματίζουν μια διάταξη (configuration). Σε κάθε τικ, σε κάθε μονάδα του χρόνου (που δεν χρειάζεται, όμως, να είναι ο συμβατικός χρόνος) η διάταξη αυτή αλλάζει σύμφωνα με ένα σύνολο οδηγιών που έχουμε δώσει στη μηχανή. Αυτή είναι μια μηχανή διακριτών καταστάσεων, η οποία λόγω ακριβώς της φύσης της μπορεί, αφενός, να αναπαριστά πληροφοριακές δομές (κάθε τετράγωνο είναι ένα bit) και, αφετέρου, να τις μετασχηματίζει σύμφωνα με τους κανόνες που της έχουμε δώσει. Οι ψηφιακές μηχανές είναι μηχανές διακριτών καταστάσεων. Στην είσοδό τους τροφοδοτούνται με πληροφοριακές δομές και σύνολα κανόνων και στην έξοδό τους μας δίνουν τροποποιημένες πληροφοριακές δομές που αντιστοιχούν σε εναλλακτικές διατάξεις του πραγματικού. Οι ψηφιακές μηχανές δεν είναι μηχανές που θα κλέψουν την ψυχή μας, αλλά μηχανές που μας δίνουν πρόσβαση στην πληροφοριακή διάσταση της ύπαρξης. Μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε, να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε την ύπαρξη στο οντολογικό επίπεδο της πληροφορίας. Το δεύτερο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την ψηφιακότητα και η ψηφιακότητα έχει να κάνει με την τεχνολογία ως κοσμοποιητική διαδικασία.

Το τρίτο Δ αφορά τη δυνητικότητα. Η δυνητικότητα είναι μια παρεξηγημένη έννοια. Αναφέρεται στις αγγλικές λέξεις virtual και virtuality, οι οποίες απαντούν σε εκφράσεις όπως virtual reality, virtual identity κλπ. Στα ελληνικά, οι λέξεις αυτές αποδίδονται συνήθως ως «εικονικό» και «εικονικότητα». H απόδοση αυτή είναι εσφαλμένη, επειδή τις συνδέει με την έννοια της αναπαράστασης – και μάλιστα μιας φανταστικής ανασύνθεσης της πραγματικότητας: ό,τι είναι virtual δεν είναι πραγματικό. Στην πραγματικότητα, η δυνητικότητα είναι μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική έννοια με μακρά ιστορία, η οποία φτάνει μέχρι τον Αριστοτέλη. Στη φιλοσοφία του 20ού αιώνα, η συγκεκριμένη έννοια αξιοποιήθηκε κατά κύριο λόγο από τον Gilles Deleuze. Η δυνητικότητα αφορά ένα καθεστώς πραγματικότητας που προηγείται του ενεργεία υπαρκτού (actual), της πραγματοποιημένης πραγματικότητας. Το πεδίο του δυνητικού είναι ένα πεδίο οντοτήτων και εντάσεων από το οποίο είναι δυνατό να προκύψουν ένας αριθμός εναλλακτικών διευθετήσεων. Το ενεργεία υπαρκτό είναι μία από αυτές τις διευθετήσεις, μία από τις δυνατές λύσεις στο πεδίο των προβλημάτων που αποτελεί το δυνητικό. Υπό αυτή την έννοια, η δυνητική πραγματικότητα δεν αφορά τους κόσμους που μπορούμε να πλάσουμε με τη φαντασία μας και με τη βοήθεια του υπολογιστή, αλλά την καταβύθιση στο πληροφοριακό υπόβαθρο της υπάρχουσας πραγματικότητας. Γι’ αυτό είναι πιο σωστό να λέμε ότι το ψηφιακό δυνητικοποιεί την πραγματικότητα: Με την βοήθεια των ψηφιακών μέσων μπορούμε να μεταφερθούμε σε ένα οντολογικά πρότερο επίπεδο πραγματικότητας και να δούμε τις πληροφοριακές δομές και τις εντάσεις από τις οποίες προέκυψε η πραγματοποιημένη πραγματικότητα. Και με τη βοήθεια των ίδιων μέσων να εξετάσουμε τη δυνατότητα συναρμογής των πληροφοριακών αρθρωμάτων με εναλλακτικούς τρόπους, οι οποίοι θα υπερβαίνουν τους περιορισμούς του ενεργεία υπαρκτού, δηλαδή του καθεστώτος πραγματικότητας που μας παρουσιάζεται ως το μόνο δυνατό. Το τρίτο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την ψηφιακή δυνητικότητα ως πεδίο πολιτικής δράσης. Με τη σημαντική υποσημείωση, βεβαίως, ότι η ψηφιακή δυνητικότητα ως τέτοια δεν είναι μια μηχανή παραγωγής ουτοπιών, αλλά ένας «χώρος δυνατοτήτων» (space of possibilities) – ένα πεδίο σύγκρουσης και διεκδίκησης εναλλακτικών διευθετήσεων του πραγματικού, ανάλογα με τις μορφές επιτελεστικότητας που θα αναπτύξουν σε αυτό οι δρώντες.

Οντολογία, τεχνολογία, πολιτική. Αυτοί είναι εντέλει οι τρεις άξονες γύρω από τους οποίους αναπτύσσεται το φιλόδοξο εκδοτικό εγχείρημα της Φιλοσοφίας του Ψηφιακού. Ο τόμος που επιμελήθηκε η Γκόλφω Μαγγίνη περιλαμβάνει 17 κείμενα, καθένα από τα οποία συνοδεύεται από ένα κείμενο πλαισίωσης που έχει στόχο να κατατοπίσει την αναγνώστρια ή τον αναγνώστη σχετικά με την προβληματική του συγγραφέα και το ρεύμα σκέψης στο οποίο αυτή εντάσσεται. Το βιβλίο δεν διαβάζεται απευθείας, from cover to cover όπως λένε: Είναι πολύ μεγάλο και πολύ ετερογενές για μια τέτοια προσέγγιση. Είναι, όμως, ένα πολύτιμο έργο αναφοράς, στο σώμα του οποίου κάθε αναγνώστης ή αναγνώστρια μπορούν να χαράξουν τις προσωπικές τους διαδρομές. Η σειρά με την οποία θα διαβαστούν τα κείμενα και οι τρόποι με τους οποίους θα συσχετιστούν μεταξύ τους θα παραγάγει διαφορετικές εκδοχές του ίδιου βιβλίου· διαφορετικά σημεία εστίασης και διαφορετικές θεωρητικές συνάφειες που θα αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές διανοητικές αναζητήσεις κάθε αναγνώστη ή αναγνώστριας. Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, το έργο θα διατηρεί το βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του: Έναν ισχυρά φιλοσοφικό πυρήνα ο οποίος μας επιτρέπει να εστιάσουμε στα ουσιώδη ζητήματα του ψηφιακού μετασχηματισμού. Και αυτά τα ζητήματα, σε όλες τις περιπτώσεις, αφορούν την οντολογία, την τεχνολογία και την πολιτική – και με αυτή τη σειρά.

 Αναφορές
Γκόλφω Μαγγίνη (επιμ.), Φιλοσοφία του Ψηφιακού: Μια εισαγωγή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024.

IMAGE CREDIT: Henry Moore, Ideas for Metal Standing Figures, 1947–9.

Χρησιμότητα

ΕΙΝΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟ το αυτοκίνητο; Ασφαλώς! Μπορεί η γενίκευση της χρήσης του να συνδέθηκε με μια σειρά κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι η δυνατότητα εύκολης και γρήγορης μετακίνησης έδωσε στον κόσμο τη σημερινή του μορφή. Ας πάμε λίγους αιώνες πίσω. Είναι χρήσιμη η τυπογραφία με χρήση κινητών στοιχείων; Εννοείται! Μπορεί εδώ και αρκετές δεκαετίες να έχουμε γεμίσει με τυπωμένα σκουπίδια που μολύνουν το φυσικό και το διανοητικό περιβάλλον, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάδοση του γραπτού λόγου έδωσε και αυτή στον πολιτισμό μας τη σημερινή του μορφή. Αντίστοιχες ερωτήσεις θα μπορούσαν να τεθούν για μια σειρά από τεχνολογίες που «έδωσαν στον πολιτισμό μας τη σημερινή του μορφή»: τον ηλεκτρισμό, τα σιδηροδρομικά δίκτυα, τους υπολογιστές κ.ο.κ. Και για όλες, η απάντηση θα ήταν ένα αυθόρμητο «Εννοείται!». Όμως, αν πάμε πίσω, στη στιγμή της εμφάνισης αυτών των τεχνολογιών, θα δούμε κάτι περίεργο: Ότι αγωνίστηκαν για να πείσουν για τη χρησιμότητά τους.

Όταν πρωτοεμφανίστηκε το αυτοκίνητο, δεν ήταν παρά μια τεχνολογία επίδειξης. Μια μηχανή που ήταν σε θέση να μεταφέρει ανθρώπους και ελαφρά φορτία με χαμηλές ταχύτητες και υψηλό κόστος στους κακοτράχαλους δρόμους που προορίζονταν για ζώα και κάρα. Γι’ αυτό και επί πολλές δεκαετίες, η μεταφορά εμπορευμάτων με τους παραδοσιακούς τρόπους ανταγωνίστηκε συστηματικά τις μεταφορές με αυτοκίνητα. Για να γίνει πειστικά χρήσιμο το αυτοκίνητο έπρεπε, κυριολεκτικά, να αλλάξει η μορφή του πλανήτη: Μόνο όταν οι δρόμοι των πόλεων έγιναν κατάλληλοι για αυτοκίνητα (και ακατάλληλοι για τα πέταλα των αλόγων) και οι ανθρώπινοι οικισμοί σε όλο τον πλανήτη άρχισαν να συνδέονται με φαρδιούς ασφαλτοστρωμένους δρόμους, το αυτοκίνητο «απέδειξε» τη χρησιμότητά του.

Με ανάλογο τρόπο μπορούμε να σκεφτούμε την επικράτηση της τυπογραφίας. Από τα τέλη του 15ου αιώνα, που τοποθετείται συμβατικά η εφεύρεση της εκτύπωσης με κινητά στοιχεία, μέχρι τον 18ο αιώνα, η τυπογραφία ανταγωνίζεται την επίμονη παρουσία του χειρογράφου. Δεν είναι, μάλιστα, λίγες οι περιπτώσεις που τα τυπωμένα έργα αντιγράφονται και διαδίδονται με μορφή χειρογράφων. Μόνο όταν δημιουργείται η δημόσια σφαίρα, όπου η διαμόρφωση πολιτικής στάσης συνδέεται με την ταχεία διακίνηση γραπτού λόγου, η τυπογραφική πρέσα (the Press) βρίσκει τη θέση της στο κέντρο της κοινωνικής ζωής. Για να «αποδείξει» τη χρησιμότητά της η τυπογραφία έπρεπε να αλλάξει η μορφή της κοινωνίας – να γεννηθεί η νεοτερικότητα.

Καμιά τεχνολογία δεν είναι εξαρχής χρήσιμη. Και καμιά τεχνολογία δεν καθοδηγεί την κοινωνική εξέλιξη με ντετερμινιστικό τρόπο. Η τεχνολογία αποτελεί έκφραση της κοινωνικής δυνητικότητας. Τα τεχνουργήματα μπορεί να είναι ή να μην είναι χρήσιμα. Για να συμβεί το πρώτο, πρέπει η δημιουργία τους να συνοδευτεί από την δημιουργία ενός κόσμου στον οποίο αυτά μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και να «αποδείξουν» τη χρησιμότητά τους ικανοποιώντας ανάγκες που δεν υπήρχαν στον κόσμο που γεννήθηκαν.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 160, στις 8 Ιουλίου 2023.