Μέτρηση

Η ΗΘΙΚΗ της επιστήμης θεμελιώνεται στην αντικειμενικότητα και η αντικειμενικότητα στη μέτρηση. Δεν είναι τόσο απλό, αλλά «στο τέλος της ημέρας», όπως συνηθίζουμε να λέμε τελευταία, έτσι είναι. Η αποβολή από την επιστημονική πρακτική της υποκειμενικότητας, άρα και της ενδεχόμενης προσωπικής ιδιοτέλειας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση μιας ηθικά ακέραιης επιστήμης. Και ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να εμπιστευθούμε τους αριθμούς. Οι αριθμοί είναι ψυχροί, αδιάφοροι, και γι’ αυτό εγγενώς ηθικοί.

Η μετατροπή της πραγματικότητας σε αριθμούς, ωστόσο, δεν είναι μια τετριμμένη διαδικασία. Η μέτρηση είναι πολύ περισσότερα πράγματα από τη σύγκριση ενός μεγέθους με ένα άλλο. Έχει προϋποθέσεις που δεν τις σκεφτόμαστε: Ένα μέγεθος που χρησιμοποιείται ως κοινό μέτρο σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης· μια δεξιότητα που είναι επίσης κοινή σε όσους πραγματοποιούν μετρήσεις και περιορίζει δραστικά τα περιθώρια των προσωπικών επιλογών· κι ακόμα, τη μεταφυσική παραδοχή ότι ο κόσμος είναι σταθερός και η τιμή που παίρνουμε από τη μέτρηση ενός μεγέθους δεν επηρεάζεται από τις «διαθέσεις» αυτού που μετράμε.

Το ενδιαφέρον είναι ότι καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν θεμελιώνεται στην ίδια την επιστήμη. Για τη μεταφυσική παραδοχή της σταθερότητας και της συνέχειας της ύπαρξης αυτό είναι προφανές: πρέπει να προσφύγουμε στον φιλοσοφικό στοχασμό. Όμως εκεί θα συναντήσουμε, ας πούμε, τον σκεπτικισμό του Χιουμ, που συνδέει αυτές τις αντιλήψεις με τις προσδοκίες του υποκειμένου και όχι με τον κόσμο: η μέτρηση δεν αποτυπώνει τη φύση όπως είναι, αλλά προβάλλει σε αυτή ένα ιδεώδες κανονικότητας, για το οποίο δεν διαθέτουμε καμία βεβαιότητα. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι λίγο καλύτερα σε σχέση με τις μονάδες και τις διαδικασίες της μέτρησης. Όμως οι ιστορικοί των επιστημών έχουν φέρει στο φως πολλές περιπτώσεις συγκρούσεων μέσω των οποίων οι διάφορες τοπικές μονάδες παραχώρησαν τη θέση τους σε «έγκυρες» διεθνείς μονάδες και η τεχνογνωσία των τοπικών ειδημόνων αντικαταστάθηκε από «αδιάβλητες» διαδικασίες μέτρησης. Οι συγκρούσεις αυτές δεν είναι επιστημονικές, αλλά πρωτίστως πολιτικές και πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της αποικιοκρατίας και της ιμπεριαλιστικής επέκτασης του κεφαλαίου. Χωρίς κοινές μονάδες μέτρησης και χωρίς την περιθωριοποίηση των τοπικών ειδημόνων δεν μπορεί να εδραιωθεί ο έλεγχος πάνω στις συναλλαγές και ένα κοινό ήθος εμπορίου.

Η μέτρηση ήταν και παραμένει μια διαδικασία συναλλαγής με τον φυσικό κόσμο. Ο στόχος της είναι να δώσει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ανα-μετρηθεί με την αταξία και την τυχαιότητα που τον περιβάλλει. Αυτό όμως δεν τη θωρακίζει απέναντι στους περιορισμούς, τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης. Και, υπό αυτή την έννοια, είναι αμφίβολο αν μπορεί να εγγυηθεί την ηθική ακεραιότητα της επιστημονικής γνώσης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 10, στις 28.1.2017.

IMAGE CREDIT: Gregor Reisch, Margarita philosophica (1503).

Ενέργεια

Η ενέργεια, αντίθετα απ’ ό,τι θα πίστευε κανείς, είναι πολύ πρόσφατη ανακάλυψη. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι περισσότερες από τις φυσικές εκδηλώσεις που σήμερα συνδέονται με την έννοια της ενέργειας συνδέονταν κατά κύριο λόγο με τη δύναμη, και μάλιστα με μια πολύ χαλαρή εκδοχή του όρου: η μηχανική ώση, η δύναμη που «έχει» ένα κινούμενο σώμα, η δύναμη της θερμότητας, η δύναμη του ηλεκτρισμού, το φως κ.λπ. Γύρω στα μέσα του αιώνα, οι φυσικοί αρχίζουν να διατυπώνουν ο ένας μετά τον άλλο την αρχή διατήρησης μιας οντότητας που μπορεί να παίρνει διάφορες μορφές και μέσω των μετασχηματισμών της ζωογονεί τη φύση. Το δεύτερο μισό του αιώνα αφιερώθηκε στη διαμάχη γύρω από τη φύση της οντότητας που «ανακαλύφθηκε»: Τι είναι ενέργεια; Είναι ένα αβαρές ρευστό, μια διάσταση του θείου σχεδίου της Δημιουργίας ή μια μαθηματική αφαίρεση, που συμπυκνώνει τη δυναμική της αλλαγής στη φύση;

Όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ. Η φυσική, αντίθετα από ό,τι αφήνει να εννοείται, ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με ερωτήματα οντολογίας. Αυτό που έγινε, όμως, είναι ότι επανιδρύθηκε η φυσική: η επιστήμη που γνωρίζουμε σήμερα θεμελιώνεται στην έννοια της ενέργειας, χωρίς να διερωτάται για τη φύση και την προέλευσή της. Αποφασιστικής σημασίας γι’ αυτή την εξέλιξη υπήρξε η δεύτερη Βιομηχανική Επανάσταση. Η ενέργεια, η διατήρησή της, οι μετατροπές και οι απώλειές της έγιναν το κατεξοχήν αντικείμενο ενός θεωρητικού και πρακτικού στοχασμού που είχε στόχο να τιθασεύσει τις δυνάμεις που έδωσε ο Θεός στη φύση και να τις θέσει στην υπηρεσία του βιομηχανικού καπιταλισμού. Κάτι πολύ περισσότερο, μάλιστα: να δείξει ότι ο κόσμος, όπως φτιάχτηκε από τον Θεό είναι συμβατός με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και, αντιστρόφως, ότι ο καπιταλισμός είναι ένα «φυσικό» σύστημα.

Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, οι μηχανές που «παράγουν» ενέργεια και τα θεωρητικά μοντέλα που μελετούν τους «νόμους» της μετατροπής της απέκτησαν τέτοια φυσικότητα, που τους επέτρεψε να αποτελέσουν τη βάση για την κατανόηση ολόκληρης της φύσης: Ο κόσμος παύει να είναι ο σύνθετος, πλην απλοϊκός στη σύλληψή του, ωρολογιακός μηχανισμός του Καρτέσιου. Γίνεται μια μοντέρνα μηχανή που αυτορυθμίζεται μέσω της ανταλλαγής ποσοτήτων ενέργειας, και η γνώση του κόσμου γίνεται η γνώση των κανονικοτήτων και των περιορισμών που διέπουν αυτές τις ανταλλαγές. Αυτό δεν σημαίνει ότι η φυσική γνώση είναι μια μεταφορά – όπως δεν ήταν, εξάλλου, και στα χρόνια του Καρτέσιου. Αυτό που γνωρίζουμε θεμελιώνεται πάντοτε στην αντικειμενική πραγματικότητα. Ο τρόπος που το γνωρίζουμε, όμως, δεν θεμελιώνεται σε μια μεθοδολογική ουδετερότητα. Αντιθέτως, συμπυκνώνει τις κοινωνικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας του πλαισίου στο οποίο διαμορφώθηκε. Και, ως αποτέλεσμα, συντείνει στην περαιτέρω φυσικοποίηση αυτών των σχέσεων.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 9, στις 14.01.2017.

Τοπική γνώση

«ΜΠΟΡΕΙ ΣΤΑ ΜΕΡΗ σας οι πέτρες να μην είναι ζωντανές, αλλά εδώ γεννιούνται και μεγαλώνουν, γι’ αυτό είναι ζωντανές». Μια ανησυχητική δήλωση. Την κάνει ένας ιθαγενής από την πολιτεία Acre της Βραζιλίας και αναφέρεται, προφανώς, σε μια τοπική πεποίθηση. Εκ πρώτης όψεως, ο ανησυχητικός χαρακτήρας της δήλωσης έγκειται στο ότι υπάρχουν άνθρωποι τον 20ό αιώνα που πιστεύουν ότι οι πέτρες είναι ζωντανές. Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει εγκαταλείψει προ πολλού τον ανιμισμό και η εκπαίδευση έχει αναλάβει να απαλλάξει τον κόσμο από την άγνοια και τις προκαταλήψεις.

Βεβαίως, η καλοπροαίρετη ανθρωπολόγος θα αποδώσει τη δήλωση σε ένα τοπικό σύστημα σημασιών και συμβόλων, που εκφράζει με λειτουργικό τρόπο τα φαινόμενα της καθημερινής ζωής. Κατά μία έννοια, η δήλωση είναι μεταφορική: Δεν αποδίδει στις πέτρες ζωή, αλλά την ικανότητα να μετασχηματίζονται. Αυτό «προφανώς» αφορά τα γεωλογικά φαινόμενα της περιοχής, που όπως γνωρίζουμε από την εποχή που ο Δαρβίνος περιηγείτο τη Νότια Αμερική εμφανίζουν εντυπωσιακά μεγαλύτερη ένταση από άλλες περιοχές του κόσμου. Άρα, αναφέρεται στις αλλαγές που προκαλεί στο φυσικό περιβάλλον η ηφαιστειακή δραστηριότητα και, από αυτή την άποψη, θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και «πρωτοεπιστημονική».

Ωστόσο, ο πραγματικά ανησυχητικός χαρακτήρας της δήλωσης βρίσκεται αλλού: Ο άνθρωπος που την εκφέρει, τη στιγμή ακριβώς που την εκφέρει, παραιτείται από κάθε αξίωση οικουμενικότητας. Οι πέτρες είναι ζωντανές εδώ. Αλλού μπορεί να μην είναι. Όχι επειδή οι πέτρες σε άλλα μέρη ανήκουν σε άλλο είδος, αλλά επειδή δεν είναι απαραίτητο ό,τι ισχύει σε μια περιοχή του κόσμου να ισχύει και οπουδήποτε αλλού. Μπορεί κάλλιστα να ισχύει πάντα, αλλά όχι παντού.

Αν δούμε τη δήλωση του κατοίκου της Acre υπό το πρίσμα της επιστημονικής μεθόδου λοιπόν, τότε πρόκειται για μια δήλωση που επέχει θέση τοπικού φυσικού νόμου. Είναι βέβαιο ότι πίσω από την πεποίθηση «είναι ζωντανές» υπάρχουν ακριβείς εμπειρικές παρατηρήσεις που αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι πέτρες μεγαλώνουν, τις ποσοτικές διαστάσεις του φαινομένου και τον τρόπο με τον οποίο αυτό επιδρά στο ευρύτερο περιβάλλον. Η τοπική γνώση είναι πάντα εξόχως εμπειρική. Τι σημαίνει όμως τοπικός φυσικός νόμος; Η αξίωση της οικουμενικότητας είναι σύμφυτη με την έννοια του φυσικού νόμου, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της δυτικής σκέψης. Η επιστήμη είναι ο ηγεμονικός λόγος που ενοποιεί τον κόσμο μέσω της αναγωγής του σε κανονικότητες που έχουν διαχρονική και υπερτοπική ισχύ. Αυτήν ακριβώς την παραδοχή αποσταθεροποιεί το «βλέμμα από την περιφέρεια»: Αν επιτρέψουμε στη ματιά του μη δυτικού να εισχωρήσει στο ιερό της επιστήμης, τότε η επίκληση της οικουμενικότητας χάνει την «αυτονόητη» γνωσιολογική της υπεροχή και μετατρέπεται σε όχημα επιβολής πολιτικής και πολιτιστικής ηγεμονίας στο όνομα μια εξωανθρώπινης και αντικειμενικής «φυσικότητας».

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 6, στις 3.12.2016.