Φανταστικοί χάρτες 2.0

ΣΚΗΝΗ πρώτη. Βαδίζω με το κινητό στο χέρι. Στην οθόνη παρακολουθώ το ίχνος της διαδρομής μου. Φτάνω σε ένα άχρωμο τοπίο, ένα παλιό λατομείο με σκουριασμένα μηχανήματα και μεγάλες λακκούβες γεμάτες βρώμικα νερά. Το σύστημα γεωεντοπισμού κοκκινίζει τις συντεταγμένες. Ανοίγω τον περιηγητή και συνδέομαι σε μια ιστοσελίδα. Στην οθόνη βλέπω το τοπίο να μεταμορφώνεται. Βρίσκομαι σε έναν άλλο τόπο και σε άλλο χρόνο. Γύρω μου υπάρχει μια πόλη που σφύζει από ζωή. Στέκομαι αόρατος μέσα στο πλήθος. Παρ’ όλα αυτά, ο ηχοτοπίο πλημμυρίζει τις αισθήσεις μου μεταβιβάζοντάς μου θραύσματα εμπειριών. Η φωνή της αφηγήτριας με καθοδηγεί στις επιλογές μου και είναι πρόθυμη να μου δώσει λεπτομέρειες για όποια πτυχή της καθημερινής ζωής επιλέξω από το μενού. Δεν είμαι ούτε εδώ ούτε εκεί. Η εμπειρία του παρελθόντος χρόνου δεν είναι πλήρης, αφού περιορίζομαι στον ρόλο του παρατηρητή, αλλά η γνώση μου γι’ αυτόν υπερβαίνει τη γνώση όσων τον έζησαν πραγματικά. Η εμπειρία του παρόντος δεν είναι πλήρης, αφού απέχω από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον μου, αλλά ολοκληρώνεται με το βίωμα μιας χρονικότητας που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με την απλή εποπτεία του φυσικού τοπίου. Έχω εισέλθει στον ψηφιακό χώρο.

ΣΚΗΝΗ δεύτερη. Επισκέπτομαι το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Στρίβω σε μια εσοχή και στέκομαι μπροστά σε μια καλλιτεχνική σύνθεση. Το σύστημα γεωεντοπισμού κοκκινίζει τις συντεταγμένες στην οθόνη του κινητού μου και ανοίγω τον περιηγητή. Βρίσκομαι στο εργαστήριο του καλλιτέχνη και τον ακούω να περιγράφει τη δουλειά του όσο ετοιμάζει ένα γλυπτό. Ακολουθώ τη διανομή των έργων του και βλέπω τις συνθέσεις του εγκατεστημένες σε διάφορα μουσεία ανά τον κόσμο. Με λίγες κινήσεις φτιάχνω έναν ψηφιακό εκθεσιακό χώρο που περιλαμβάνει τα έργα της επιλογής μου και εκτείνεται πέρα από τα συμβατικά γεωγραφικά πλαίσια καθενός από αυτά. Το «φυσικό» έκθεμα που βρίσκεται μπροστά μου αποτελεί μέρος αυτής της υβριδικής επικράτειας και αυτομάτως αρχίζει να μιλάει μια γλώσσα διαφορετική από εκείνη των μοναχικών εκθεμάτων.

Όλα αυτά θα μπορούσαν, σε κάποιο βαθμό, να γίνουν με ένα καλό βιβλίο ή με έναν καλό κατάλογο έκθεσης. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η αμεσότητα και το εύρος της ψηφιακής εμπειρίας δεν μπορούν να συγκριθούν. Ας φανταστούμε έναν χώρο διάστικτο από τέτοιες «πύλες εισόδου». Η αρχαία αγορά και το εργαστήριο του καλλιτέχνη δεν μπορούν να προσπελαστούν απ’ οπουδήποτε, αλλά μόνο όταν βρεθούμε στο εγκαταλελειμένο λατομείο ή μπροστά στο συγκεκριμένο έκθεμα. Μόνο εκεί ενεργοποιείται η δυνατότητα που μας επιτρέπει να συνδυάσουμε την αμεσότητα του βιώματος με την ψηφιακή εμπειρία. Με αυτό τον τρόπο ο «φυσικός» χώρος γίνεται μέρος μιας υβριδικής διάταξης, όπου η έννοια της χρονικότητας και της τοπικότητας επανασημασιοδοτούνται προσφέροντας στα υποκείμενα εμπειρίες χωρίς ιστορικό προηγούμενο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 14, την 1.4.2017.

Διαπραγμάτευση

Η ΛΕΞΗ που έχει ακουστεί περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Κατά περίπτωση, μπορεί να συνδέεται με επίθετα που δηλώνουν υποταγή και υποχωρητικότητα ή υπερηφάνεια και μαχητικότητα. Πάντα, όμως, μοιάζει να αναφέρεται σε μια κατάσταση προσωρινή, η οποία θα κρίνει αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει: η διαπραγμάτευση οφείλει να έχει μια έκβαση. Καλή ή κακή, αναπτυξιακή ή υφεσιακή, εντός ή εκτός της ευρωζώνης, πάντως μια μόνιμη κατάσταση, που θα διαδεχθεί την προσωρινή διελκυστίνδα μεταξύ των διαπραγματευόμενων μερών.

Πού γίνεται η διαπραγμάτευση, όμως; Ποιος είναι ο τόπος της διαπραγμάτευσης; Ποια η γλώσσα της και ποιες οι μονάδες μέτρησης και οι ανταλλακτικές αξίες βάσει των οποίων αποτιμώνται τα διακυβεύματα;

Ο Peter Galison έχει εισαγάγει στην ιστορία της επιστήμης τον όρο «ζώνη συνδιαλλαγών» για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν διαφορετικοί κλάδοι της ίδιας επιστήμης ή διαφορετικές επιστήμες γύρω από ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Η ζώνη συνδιαλλαγών είναι ένας τόπος, όχι ένα όριο ανάμεσα σε διαφορετικές επικράτειες. Έχει τη δική της ζωή, η οποία διέπεται από ένα καθεστώς διαπραγμάτευσης, ένα σύνολο κανόνων, δηλαδή, που είναι το μόνο πράγμα στο οποίο τα διαπλεκόμενα μέρη συμφωνούν εκ των προτέρων. Επίσης έχει κατοίκους. Ενώ υπάρχουν άνθρωποι που μπαινοβγαίνουν στη ζώνη συνδιαλλαγών, υπάρχουν κι άλλοι που η θέση και η εργασία τους είναι εκεί. Ένα πολύμορφο ανθρώπινο δυναμικό που αντλεί πόρους και κύρος από την ίδια τη διαπραγμάτευση.

Οι άνθρωποι στις ζώνες συνδιαλλαγών μιλούν γλώσσες pidgin. Πρόκειται για απλουστευμένες μορφές επικοινωνίας, οι οποίες προέρχονται από τη μίξη δύο ή περισσότερων γλωσσών και επιτρέπουν τη συνεννόηση, χωρίς όμως να διαβιβάζουν με ακρίβεια τα νοήματα. Αξίες και νοήματα είναι ρευστά στις ζώνες συνδιαλλαγών. Η μία πλευρά είναι αδύνατο να γνωρίσει επακριβώς το εννοιολογικό και αξιακό σύστημα της άλλης, πολύ δε περισσότερο να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες αντιστοιχίσεις και αναγωγές. Αυτό το κενό επικοινωνίας το αναπληρώνουν οι κοινές «μονάδες» – είτε πρόκειται για πραγματικές μονάδες μέτρησης είτε για αντικείμενα που έχουν συμβολική σημασία και για τις δύο πλευρές. Τόσο οι γλώσσες pidgin όσο και οι μονάδες είναι και οι ίδιες προϊόντα διαπραγμάτευσης.

Οι ζώνες συνδιαλλαγών είναι κόσμοι ολόκληροι. Τα λιμάνια, οι αποικιακοί καταυλισμοί, τα εμπορικά παζάρια υπήρξαν ανέκαθεν τέτοιοι κόσμοι. Εσχάτως έχουμε την πολυτέλεια να ζούμε την εμπειρία μιας διαπραγμάτευσης μεταξύ «θεσμών» που αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο τις πολιτικές προτεραιότητες του ευρωπαϊκού χώρου. Ανεξάρτητα από την όποια συγκυριακή κατάληξη, η διαπραγμάτευση αυτή τείνει να αποκτήσει τα μόνιμα χαρακτηριστικά μιας ζώνης συνδιαλλαγών. Δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς κακό με τις ζώνες συνδιαλλαγών· η συγκεκριμένη εξέλιξη, όμως, κληροδοτεί στην Ευρώπη έναν θεσμό κι ένα πολιτικό προσωπικό που επιχειρεί να διαιωνίσει την ύπαρξή του και να επιβάλει τη νομιμότητά του στις παρυφές του πολιτικού συστήματος. Τι προοιωνίζεται άραγε αυτό για το μέλλον της Ευρώπης;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 13, στις 11.3.2017.

Image credit: Max Ernst, Οι ανθρωποι δεν θα ξερουν τιποτα απο αυτο, 1923.

Εθισμοί

ΜΕΤΑΦΡΑΖΩ από το λήμμα «Ανάγνωση και αναγνωστικές πρακτικές» της Εγκυκλοπαίδειας του Διαφωτισμού (επιμέλεια A. C. Kors, Oxford University Press 2003):

«Η οικουμενικότητα της ανάγνωσης αποτυπώνεται σε ταξιδιωτικά ημερολόγια και περιγραφές της καθημερινής ζωής.[…] Μια πραγματική “αναγνωστική μανία” […] καταλαμβάνει το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Στην ιατρική, το φαινόμενο αυτό περιγράφεται ως παθολογικό. Επισημαίνονται οι καταστροφικές συνέπειες της υπερβολικής ανάγνωσης, οι οποίες εκλαμβάνονται τόσο ως ατομικές διαταραχές όσο και ως επιδημικές εκδηλώσεις. Στον […] βαθμό που συνδυάζεται με την ακινησία και την έξαψη της φαντασίας, η ανάγνωση ενοχοποιείται για σωματική εξάντληση, την απόρριψη της πραγματικότητας, και την έφεση προς χιμαιρικές καταστάσεις. Εξού και η συσχέτισή της με άλλες κολάσιμες μοναχικές πρακτικές, όπως ο αυνανισμός. Η ανάγνωση ερωτικών μυθιστορημάτων περιγράφεται συχνά ως προοίμιο άλλων, λιγότερο πνευματικών δραστηριοτήτων. Τόσο η ανάγνωση όσο και αυτές οι δραστηριότητες οδηγούν, εξάλλου, στα ίδια συμπτώματα: ωχρότητα, άγχος, αδιαφορία, και κατάπτωση. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος όταν το υλικό ανάγνωσης είναι μυθιστόρημα και ο αναγνώστης αναγνώστρια, δηλαδή γυναίκα που απολαμβάνει το έργο κατά μόνας. […]

Η θεωρία της εξημμένης από την ανάγνωση φαντασίας αποτελούσε μια σύγχρονη εκδοχή των θεωριών περί των κινδύνων που συνδέονται με την ανεξέλεγκτη χρήση της φαντασίας. Οι αντιλήψεις αυτές απαντούν στη χριστιανική παράδοση, αλλά συνδέονται και με την απέλαση των ποιητών από την πλατωνική Πολιτεία. Υπήρχαν ωστόσο και καθαρώς φιλοσοφικές επιφυλάξεις όσον αφορά τις υπερβολές της ανάγνωσης. Ο Φίχτε θεωρούσε την ανάγνωση “ναρκωτικό”, που αποσπούσε την προσοχή των ανθρώπων από ουσιώδη θέματα, ενώ ο Theodor Bergk τη θεωρούσε “πράξη εσχάτης προδοσίας προς την ανθρωπότητα, διότι υποβαθμίζει τα μέσα για την επίτευξη ανώτερων σκοπών”».

Όλα αυτά στα χρόνια του Διαφωτισμού, όταν οι δυτικές κοινωνίες μπαίνουν για τα καλά στην τροχιά της νεωτερικότητας. Όμως ο αναγνώστης έχει καταλάβει ήδη το τρικ: αν αντικαταστήσουμε τη λέξη ανάγνωση με λέξεις που παραπέμπουν στη χρήση των υπολογιστών και του διαδικτύου, βρισκόμαστε ξαφνικά στο σήμερα. Η ελευθεριότητα, ο αισθησιασμός, η αποχαύνωση, η υποβόσκουσα παραβατικότητα, όλα αυτά αποτελούν κινδύνους που ελλοχεύουν στη χρήση των νέων μορφών ανάγνωσης. Οι αλήθειες και οι απολαύσεις που προσφέρουν αυτές οι μορφές είναι ύποπτες όχι εξαιτίας της δύναμής τους να φέρουν στο φως κρυμμένες ή απαγορευμένες όψεις της πραγματικότητας, αλλά εξαιτίας της ικανότητάς τους να μετασχηματίσουν το ίδιο το υποκείμενο της γνώσης με τρόπους που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο. Και αυτό είναι κάτι που μας τρομάζει, εξού και η συχνή επίκληση του εθισμού. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ανθρωπότητα ξαναβρέθηκε σε αυτή την κατάσταση στο παρελθόν και αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο. Δεν χρειάστηκε όμως πολύ για να γκρεμιστεί ένας κόσμος και να αναδυθεί αυτό που οι άνθρωποι αδυνατούσαν να οραματιστούν.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 12, στις 24.2.2017.

IMAGE CREDIT: MARY CASSATT, YOUNG WOMAN READING (1878).