Η Τεχνητή Νοημοσύνη στον δημόσιο διάλογο

Η χρησιμότητα μιας άχρηστης συζήτησης

ΕΙΝΑΙ ΑΧΡΗΣΤΗ η δημόσια συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη; Ίσως ο χαρακτηρισμός είναι σκόπιμα υπερβολικός για να τραβήξει την προσοχή των αναγνωστών και αναγνωστριών. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι πρόκειται για μια συζήτηση που, κατά το μάλλον ή ήττον, στηρίζεται σε παρανοήσεις.

Στον δημόσιο διάλογο, η παρουσία της ΤΝ αντιμετωπίζεται ως εισβολή, η οποία ενεργοποιεί φόβους ή προσδοκίες. Ο φόβος και η ελπίδα, όμως, είναι από τα μεγαλύτερα γνωσιολογικά εμπόδια – ιδίως η δεύτερη. Το ερώτημα αν θα ζήσουμε σε μια ουτοπία όπου οι μηχανές θα αναλάβουν να παράγουν τους υλικούς όρους της ύπαρξής μας είναι το ίδιο άχρηστο και ανούσιο με το ερώτημα αν θα ζήσουμε σε μια δυστοπία τύπου δικαστή Dredd, όπου η επιτήρηση και η προληπτική καταστολή θα εξουδετερώνει κάθε ελευθερία, δημιουργικότητα και αυθορμητισμό.

Και όμως, οι αποφάσεις, τόσο σε εταιρικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κρατικής πολιτικής, λαμβάνονται ως επί το πλείστον σε αυτό το πλαίσιο σκέψης. Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι τα περισσότερα στελέχη της οικονομίας και της διοίκησης έχουν στρεβλή ή ελλιπή εικόνα για την ΤΝ. Πιθανότατα αυτό δεν θα αποτελούσε πρόβλημα, αν οι αποφάσεις τους αφορούσαν την υιοθέτηση της μιας ή της άλλης τεχνολογίας. Βέβαια, και σε αυτή την περίπτωση η επιλογή που θα γινόταν θα είχε περισσότερο ή λιγότερο σοβαρές συνέπειες. Η συζήτηση όμως για την ΤΝ είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή δεν αφορά μια τεχνολογική αλλαγή, αλλά τη μετάβαση σε μια νέα κοινωνική συνθήκη. Υπό αυτή την έννοια, δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια ανταλλαγή απόψεων μεταξύ ειδικών που ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε. Αφορά το σύνολο της κοινωνίας και οφείλει να διεξαχθεί με τρόπο που θα επιτρέψει στους πολίτες να κατανοήσουν τη συντελούμενη μετάβαση και να συμμετάσχουν στη λήψη των σχετικών τεχνοεπιστημονικών αποφάσεων. Εξού και ο τίτλος: Η χρησιμότητα (ή, αν θέλετε, η αναγκαιότητα) μιας (φαινομενικά) άχρηστης συζήτησης.

Για να γίνει αυτή η συζήτηση θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα για δύο πράγματα: Α) Να παραμεριστούν οι παρανοήσεις και οι προκαταλήψεις που στέκονται εμπόδιο στην ορθή κατανόηση του τεχνοεπιστημονικού εγχειρήματος της ΤΝ. Β) Να τεθούν τα τεχνοκοινωνικά ζητήματα που αφορούν την ΤΝ σε όλη την ευρύτητά τους και με όσο το δυνατόν πιο συμπεριληπτικό τρόπο. Σε όσα ακολουθούν, θα επιχειρήσω απλώς να θέσω κάποια σημεία αυτής της συζήτησης, ελπίζοντας ότι συμβάλω στη διασφάλιση αυτών των δύο προϋποθέσεων.

Continue reading

Νοσταλγία

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΨΗΦΙΑΚΟΙ ΙΘΑΓΕΝΕΙΣ και οι ψηφιακοί μετανάστες. Οι πρώτοι/ες είναι όσοι/ες γεννήθηκαν με τον αντίχειρα κολλημένο στην οθόνη του κινητού, να σκρολάρουν τον λογαριασμό τους στα social [σκέτο] και να διαλέγουν τζιφάκια για να μοιραστούν τα συναισθήματά τους με τους φίλους τους. Οι δεύτεροι/ες είναι όσοι/ες κρεμάνε σεμεδάκι στην οθόνη του υπολογιστή τους και πληκτρολογούν κείμενα με την ίδια επιμέλεια που παλαιότερα τα έγραφαν σε μπλε τετράδια. Οι digital natives θα σου γράψουν «*όμορφο» για να διορθώσουν το «άμορφο» του τελευταίου μηνύματός τους, ενώ οι digital immigrants θα έχουν ενεργοποιημένο τον διορθωτή και θα πηγαίνουν μπρος-πίσω βάζοντας κόμματα, ώστε να στείλουν ένα τέλεια συνταγμένο και ορθογραφημένο μήνυμα. Οι πρώτοι θα «φλεξάρουν» και θα «λοουντάρουν», ενώ οι δεύτεροι μετά βίας θα «τζαμάρουν» (κι αυτό στην πάμπ, όχι στον υπολογιστή) ή θα «μπουτάρουν», αλλά μέχρι εκεί – η γλωσσική ευπρέπεια έχει τα όριά της.

Το ψηφιακό χάσμα έχει να κάνει με την εξοικείωση των χρηστών με τη «γλώσσα των νέων μέσων» (κλέβω τον όρο από τον τίτλο του θρυλικού βιβλίου του Lev Manovich). Οι ψηφιακοί ιθαγενείς είναι εκ γενετής εξοικειωμένοι με τους κώδικες επικοινωνίας και τις δημιουργικές δυνατότητες των ψηφιακών μέσων, ενώ η προηγούμενη γενιά έμαθε να σκέφτεται με το μολύβι στο χέρι και χρειάστηκε να εκπαιδευτεί εκ νέου στη χρήση των ψηφιακών μέσων. Ή τουλάχιστον αυτό είναι το κυρίαρχο αφήγημα. Γιατί η καθαρή εικόνα του ψηφιακού χάσματος αρχίζει να θολώνει αν περιλάβουμε σε αυτή μια ιδιότητα που μοιράζονται και οι δύο κοινότητες: τη νοσταλγία. Τόσο για τους/ις digital immigrants όσο και για τους/ις digital natives, υπάρχει μια εποχή αθωότητας, η οποία εκτοπίστηκε βίαια είτε από την έλευση αυτή καθαυτή του ψηφιακού είτε από την ανάδυση δυνατοτήτων και μέσων που αποστραγγίζουν την ποίηση της καθημερινότητας. Οι ψηφιακοί ιθαγενείς του σήμερα νοσταλγούν την αθωότητα και την βραδύτητα των πρώτων ψηφιακών παιχνιδιών, με τον ίδιο τρόπο που οι προσομοιώσεις του Matrix νοσταλγούν τον γυμνό κώδικα των Atari και Commodore της δεκαετίας των ’80. Οι ροές των πράσινων συμβόλων που διατρέχουν την οθόνη παραπέμπουν σε μια καθησυχαστική αισθητική και στην ψευδαίσθηση του ελέγχου.

Η νοσταλγία ενός μονίμως διαφεύγοντος «πραγματικού» είναι στενά συνυφασμένη με τη διαδικασία ανάδυσης του ψηφιακού. Η εμμονική προσπάθεια οριοθέτησης της ψηφιακής δυνητικότητας που αναπτύσσεται και στις δύο πλευρές του ψηφιακού χάσματος αποτυπώνει την επιθυμία των υποκειμένων να παραγάγουν νοήματα που παραπέμπουν σε οικείες πολιτισμικές μορφές και τους διασφαλίζουν τη βεβαιότητα της συμμετοχής σε έναν αντικειμενικό, διαμοιραζόμενο κόσμο. Η νοσταλγία είναι το μπλε χάπι που κρατάει τους ανθρώπους δεσμευμένους στο αφήγημα μιας εκ των προτέρων δεδομένης πραγματικότητας και τους εμποδίζει να αποδεχτούν το γεγονός ότι οι κόσμοι στους οποίους κατοικούν είναι εξ ολοκλήρου προϊόντα της δικής τους επιτελεστικότητας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 125, στις 22 Ιανουαρίου 2022.

Ποιοτική έρευνα

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΜΟΥ αποτελείται από ανθρώπους που ως επί το πλείστον έχουν λάβει πανεπιστημιακή μόρφωση. Από  αυτούς είναι εμβολιασμένοι περίπου το 60% – ο εθνικός μέσος όρος. Αποφάσισα λοιπόν να κάνω μια μικρή έρευνα.

Πόσοι από αυτούς είναι συνωμοσιολόγοι; Πόσοι πιστεύουν δηλαδή ότι η διάδοση του ιού ή η διάθεση των εμβολίων εκπορεύεται από μυστικά κέντρα που κινούν τα νήματα της παγκόσμιας οικονομίας και πολιτικής; Σχεδόν κανείς. Και όσοι αναφέρθηκαν στη συνωμοσία των φαρμακευτικών εννοούσαν κατά βάση τις μονοπωλιακές πρακτικές που όλοι και όλες γνωρίζουμε ότι χαρακτηρίζουν την κίνηση του μεγάλου κεφαλαίου. Ένα ενδιαφέρον εύρημα, μάλιστα, είναι ότι τις συγκεκριμένες απόψεις για τις πρακτικές των φαρμακευτικών εταιρειών τις συμμερίζεται και η πλειονότητα των εμβολιασμένων. Εξάλλου, η άποψη ότι ο ιός φτιάχτηκε σε εργαστήριο και εξαπολύθηκε στην ανθρωπότητα για να δημιουργήσει κέρδη στις πολυεθνικές δεν αποτελεί επιχείρημα κατά του εμβολιασμού. Αν πιστεύω κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι πρέπει να πεθάνω κιόλας για να το υπερασπιστώ. Εφόσον το εμβόλιο είναι διαθέσιμο, θα το κάνω και μετά θα δω τι θα κάνω με τις πολυεθνικές.

Πόσοι από εκείνους κι εκείνες που δεν έχουν εμβολιαστεί γνωρίζουν τι είναι και πώς λειτουργούν τα εμβόλια; Σχεδόν κανείς. Όλοι και όλες, όμως, νομίζουν ότι το γνωρίζουν. Οι απαντήσεις που λαμβάνει κανείς αν επιχειρήσει να μπει σε λεπτομέρειες είναι αποθαρρυντικά αφελείς και δηλώνουν βαθιά σύγχυση. Ο καθένας έχει φτιάξει μια δική του σύνθεση από τα θραύσματα επιστημονικής πληροφόρησης που παρέχουν οι εξίσου απαίδευτοι δημοσιογράφοι. Και η σύνθεση αυτή, βεβαίως, δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Άλλο ένα ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι την ίδια σύγχυση εκδηλώνει και η πλειονότητα των εμβολιασμένων. Αυτοί, όμως, εμβολιάστηκαν – πράγμα που δείχνει ότι η απόφασή τους καθορίστηκε από άλλους παράγοντες (από τον φόβο, ας πούμε) και όχι από την ενημέρωση. Αν ισχύει αυτό όμως, τότε η απόφασή τους δεν είναι σταθερή – μπορεί πολύ εύκολα να αναιρεθεί και αυτό είναι πιθανό να το δούμε στην εφαρμογή των αναμνηστικών δόσεων.

Τρίτη ερώτηση, στους εμβολιασμένους, αυτή τη φορά: Θα εμβολιάζατε το εξάχρονο παιδί σας; Καταφατικά απάντησαν ελάχιστες και ελάχιστοι. Οι περισσότερες απαντήσεις κινήθηκαν μεταξύ της κάθετης άρνησης (ε, όχι και να εμβολιάσω το εξάχρονο!) και της ισχυρής επιφυλακτικότητας (μμμ… θα ρωτούσα την παιδίατρο). Τι σημαίνει αυτό για την άποψη που έχουν για το εμβόλιο που έκαναν στον εαυτό τους; Σοβαρή επιφύλαξη, ασφαλώς, και ότι δεν έλαβαν την απόφασή τους ορθολογικά, όπως θα έκαναν αν η απόφαση αυτή αφορούσε το παιδί τους.

Το έλλειμμα υπεύθυνης επιστημονικής ενημέρωσης είναι τεράστιο και αφορά το σύνολο της κοινωνίας,  όχι μόνο ένα δακτυλοδεικτούμενο περιθώριο που εμφορείται από ανορθολογικές αντιλήψεις. Και την ευθύνη γι’ αυτό το έλλειμμα σίγουρα δεν τη φέρουν εκείνοι που είναι τα θύματά του.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 121, στις 20 Νοεμβρίου 2021.