Resilience

ΣΕ ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΘΡΟ, που δημοσιεύτηκε το 1973, ο C. S. Holling εισήγαγε στη θεωρητική και εμπειρική βιολογία την έννοια του resilience. Αμετάφραστη λέξη στα ελληνικά, θα την αποδίδαμε κατά προσέγγιση ως «προσαρμοστική ανθεκτικότητα». Η ιδέα είναι ότι η σταθερότητα των ζωντανών συστημάτων πρέπει να γίνεται κατανοητή με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι η σταθερότητα των μηχανικών συστημάτων. Αν αυτό που μελετάμε, γράφει ο Holling, είναι μια συσκευή που έχει σχεδιαστεί για να εκτελεί συγκεκριμένες εργασίες σε ένα καθορισμένο πλαίσιο προβλέψιμων εξωτερικών συνθηκών, τότε αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η σταθερή επίδοση της μηχανής και η άμεση διόρθωση των αποκλίσεών της από την προβλεπόμενη συμπεριφορά. Συνεπώς, η προσέγγιση που θα υιοθετηθεί θα πρέπει να είναι ποσοτική και οι παράμετροι που θα πρέπει να ελέγχονται είναι το πλάτος και η συχνότητα των ταλαντώσεων του συστήματος. Αν όμως έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα, η συμπεριφορά του οποίου επηρεάζεται καθοριστικά από τους εξωτερικούς παράγοντες, τότε η σταθερότητα της επίδοσής του παύει να έχει κεντρική σημασία. Η κρίσιμη παράμετρος, σε αυτή την περίπτωση, είναι οι μηχανισμοί χάρη στους οποίους το σύστημα κατορθώνει να διατηρήσει τη συνοχή του σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Συνεπώς, το θεωρητικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τα ποσοτικά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του συστήματος και από τη μετρήσιμη επίδοση στην ίδια τη δυνατότητα της ύπαρξης.

Η πρώτη προσέγγιση, η μηχανική, έλκει την καταγωγή της από την κλασική φυσική. Η δεύτερη, η οργανιστική, από τις ανθρωπιστικές επιστήμες και από τον Ρομαντισμό. Η συμβολή του ίδιου του Holling συνίσταται στην ανάπτυξη μιας συνθετικής μεθοδολογίας που χρησιμοποιεί τη θεωρία συστημάτων για να μελετήσει τη ζωντανά συστήματα με όρους προσαρμοστικής ανθεκτικότητας. Τα μοντέλα διαχείρισης που προκύπτουν από καθεμιά από τις παραπάνω προσεγγίσεις είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Το μοντέλο που προτάσσει τη σταθερότητα της επίδοσης «δίνει έμφαση στην ισορροπία, στη διατήρηση ενός προβλέψιμου κόσμου και στη δυνατότητα συγκέντρωσης φυσικών πόρων με όσο το δυνατόν λιγότερες διακυμάνσεις». Το μοντέλο που εστιάζει στην προσαρμοστική ανθεκτικότητα, αντίθετα, δίνει έμφαση στη διατήρηση και την προαγωγή της ετερογένειας, ώστε να παραμείνουν διαθέσιμες όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές για το σύστημα. Επίσης, επιδιώκει την δημιουργική σύζευξη του συστήματος με το περιβάλλον του και όχι την αυστηρή οριοθέτηση και τον έλεγχο.

Η θεώρηση της προσαρμοστικής ανθεκτικότητας δεν αποβλέπει τόσο στη συγκέντρωση επαρκούς γνώσης, όσο στην αναγνώριση και στη διαχείριση της άγνοιάς μας, γράφει ο Holling. Δεν στηρίζεται στην ελπίδα ότι τα μελλοντικά γεγονότα μπορούν να προβλεφθούν, αλλά στη βεβαιότητα ότι είναι εκ φύσεως απρόβλεπτα. Ως εκ τούτου, σηματοδοτεί μια ριζική αλλαγή προοπτικής, «καθώς δεν απαιτεί ακριβή ικανότητα πρόβλεψης του μέλλοντος, αλλά μόνο την ποιοτική ικανότητα επινόησης συστημάτων που θα μπορούν να απορροφήσουν και να ενσωματώσουν τα μελλοντικά συμβάντα, όσο απρόβλεπτα κι αν είναι αυτά».

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 88, στις 13 Ιουνίου 2020.

Αναφορές
C. S. Holling (1973). Resilience and Stability of Ecological Systems. Annual Review of Ecology and Systematics 4(1): 1-23.

Μετά

ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ότι οι άνθρωποι που ζουν έναν πόλεμο έχουν την ίδια αίσθηση. Την αίσθηση ότι αυτό που συμβαίνει είναι πρωτοφανές. Επίσης, άνθρωποι που ζουν μια προσωπική τραγωδία, μια απώλεια, έναν εκτοπισμό αισθάνονται ότι από τη μια στιγμή στην άλλη έχουν γίνει μέρος μιας πραγματικότητας που τους ήταν αδιανόητη. Με τη σημαντική διαφορά, στη δεύτερη περίπτωση, ότι αυτή την αδιανόητη πραγματικότητα τη μοιράζονται με μερικούς ακόμα ανθρώπους κι όχι με ένα ολόκληρο έθνος ή, όπως τώρα, με όλο τον υπόλοιπο πλανήτη. Αυτό που ζούμε είναι όντως αδιανόητο και είναι, για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία, οικουμενικό. Συμβαίνει τώρα και συμβαίνει ταυτόχρονα σε όλο τον πλανήτη. Και είναι σαφές ότι ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος, δεν θα επανέλθει ποτέ στην προηγούμενη «κανονικότητα», όπως για παράδειγμα ήλπιζε η πλειονότητα των πολιτών στη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Το νέο στην περίπτωση της συγκεκριμένης πανδημίας δεν είναι η μαζική απώλεια ζωών, οι τραγικές επιλογές στις οποίες εξωθήθηκε το υγειονομικό προσωπικό, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η καραντίνα και οι αναγκαστικοί νόμοι. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και το Ολοκαύτωμα είναι πολύ πρόσφατα. Το νέο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι αποδείχτηκε πως μπορείς να κλείσεις όλους τους κατοίκους του πλανήτη στο σπίτι τους, να τους κάνεις να συμμορφωθούν με διατάγματα έκτακτης ανάγκης, να κανονικοποιήσεις και να ελέγξεις τη συμπεριφορά τους, και όλα αυτά μέσα σε λίγες ώρες. Από τη στιγμή που αποδείχθηκε ότι αυτό είναι δυνατό, ο κόσμος δεν μπορεί να είναι ποτέ ξανά ο ίδιος. Δεν λέω ότι δεν έπρεπε να γίνει αυτό για να εμποδιστεί η εξάπλωση του ιού – μάλλον έπρεπε. Αλλά από τη στιγμή που αποδείχτηκε ότι είναι δυνατό να βρεθεί όλος ο πλανήτης σε κατάσταση εξαίρεσης, δεν έχει καμιά σημασία αν η απειλή είναι πραγματική ή φανταστική, «φυσική» ή «κατασκευασμένη» – απλώς περνάμε σε άλλο επίπεδο.

Continue reading

Δυαδικότητα και εξατομίκευση

Στο ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ ο Michel Foucault αναφέρεται σε έναν κανονισμό του τέλους του 17ου αιώνα, ο οποίος όριζε τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν όταν σε μια πόλη ξέσπαγε επιδημία πανώλης. Ο κανονισμός περιγράφει καταλεπτώς, τα μέτρα περιορισμού, και τις διαδικασίες ελέγχου της εφαρμογής τους. Ο χώρος που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία είναι ένας…

κλειστός και κατακερματισμένος χώρος, που επιτηρείται σε όλα του τα σημεία, όπου τα υποκείμενα τοποθετούνται σε μια συγκεκριμένη θέση, όπου και οι παραμικρές κινήσεις ελέγχονται, όπου όλα τα γεγονότα καταγράφονται, όπου μια αδιάκοπη εργασία εγγραφών συνδέει το κέντρο με την περιφέρεια, όπου η εξουσία ασκείται αδιαίρετα, σύμφωνα με ένα συνεχές ιεραρχικό σχήμα, όπου το κάθε άτομο ακατάπαυστα εντοπίζεται, εξετάζεται και κατατάσσεται στους ζωντανούς, στους αρρώστους και στους νεκρούς – όλα τούτα συνιστούν ένα συμπαγές πρότυπο του πειθαρχικού μηχανισμού. Στον λοιμό άπαντα η τάξη· ο ρόλος της είναι να διαλύσει κάθε πιθανότητα σύγχυσης: τη σύγχυση της αρρώστιας που μεταδίδεται όταν σμίγουν τα σώματα· τη σύγχυση του κακού που πολλαπλασιάζεται όταν ο φόβος και ο θάνατος καταλύουν τις απαγορεύσεις. Η τάξη ορίζει για κάθε υποκείμενο τη θέση του, το σώμα του, την ασθένεια και τον θάνατό του, την υγεία του – όλα αυτά μέσω μιας πανταχού παρούσας και παντογνώστριας εξουσίας, που και η ίδια υποδιαιρείται με κανονικό και αδιάλειπτο τρόπο έως τον έσχατο προσδιορισμό του υποκειμένου, τον προσδιορισμό όσων το χαρακτηρίζουν, όσων του ανήκουν, όσων του συμβαίνουν.Ενάντια στον λοιμό που είναι ανάμειξη, η πειθαρχία κάνει χρήση της δύναμής της, που είναι μια δύναμη ανάλυσης. Γύρω από τον λοιμό άνθισε μια ολόκληρη λογοτεχνία που τον παρουσιάζει σαν γιορτή: οι νόμοι καταργούνται, αίρονται οι απαγορεύσεις, ο χρόνος τρέχει με φρενήρη ρυθμό, τα σώματα ανακατεύονται χωρίς σεβασμό, τα υποκείμενα βγάζουν τα προσωπεία, εγκαταλείπουν τη συμβατική τους ταυτότητα και τη μορφή που τα έκανε αναγνωρίσιμα – αφήνουν να φανεί μια ολότελα διαφορετική αλήθεια. Υπήρξε όμως και ένα πολιτικό όνειρο του λοιμού πού ήταν ακριβώς το αντίστροφο: όχι η ομαδική γιορτή, αλλά οι αυστηρές διαιρέσεις· όχι η παραβίαση του νόμου, αλλά η διείσδυση του κανονισμού ως τις λεπτότερες πτυχές της καθημερινής ζωής με τη μεσολάβηση μιας τέλειας ιεραρχίας, που διασφαλίζει την τριχοειδή λειτουργία της εξουσίας· όχι τα προσωπεία που φορά ή που βγάζει κανείς, αλλά η απόδοση στον καθένα του «αληθινού» του ονόματος, της «αληθινής» του θέσης, του«αληθινού» του σώματος και της «αληθινής» του ασθένειας. Ο λοιμός, ως μορφή ταυτόχρονα πραγματική και φανταστική της αταξίας, έχει ως ιατρικό και πολιτικό αντίστοιχο την πειθαρχία.Πίσω από τους πειθαρχικούς μηχανισμούς βλέπει κανείς τον εφιάλτη της «μόλυνσης», του λοιμού, των εξεγέρσεων, των εγκλημάτων,της αλητείας, της λιποταξίας, ανθρώπων που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, ζουν και πεθαίνουν μέσα στην αταξία.

ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ότι η λέπρα γέννησε τελετουργίες αποκλεισμού που, ως ένα σημείο, αποτέλεσαν το πρότυπο και τη γενική μορφή του μεγάλου Περιορισμού, είναι εξίσου αλήθεια πως ο λοιμός γέννησε πειθαρχικά εγχειρήματα. Επακόλουθο του λοιμού δεν είναι τόσο ο μαζικός, δυαδικός διαχωρισμός ανάμεσα σε ένα σύνολο ανθρώπων κι ένα άλλο, όσο οι πολλαπλές διαιρέσεις, οι εξατομικευμένες κατανομές, μια σε βάθος οργάνωση της επιτήρησης και του ελέγχου, μια εντατικοποίηση και ένας διακλαδιζόμενος πολλαπλασιασμός της εξουσίας. Ο λεπρός εγκλωβίζεται σε μια πρακτική απόρριψης, εξορίας-εγκλεισμού· αφήνεται να χαθεί ως μέρος μιας μάζας που ελάχιστα ενδιαφέρει η διαφοροποίησή της· τα θύματα του λοιμού εγκλωβίζονται σε έναν λεπτομερή, τακτικό επιμερισμό, όπου οι ατομικές διαφοροποιήσεις είναι τα περιοριστικά αποτελέσματα μιας εξουσίας που πολλαπλασιάζεται, διαρθρώνεται και υποδιαιρείται.Από τη μια έχουμε τον μεγάλο εγκλεισμό, από την άλλη την ορθή εκπαίδευση. Τον λεπρό και τον διαχωρισμό του, τον λοιμό και τις τμηματοποιήσεις του. Ο πρώτος είναι στιγματισμένος· ο δεύτερος αναλυμένος και επιμερισμένος. Η εξορία του λεπρού και ο περιορισμός του λοιμού δεν ανάγονται στο ίδιο πολιτικό όραμα. Η πρώτη αφορά το όραμα μιας αγνής κοινότητας, ο δεύτερος το όραμα μιας πειθαρχημένης κοινωνίας: δύο τρόποι άσκησης της εξουσίας πάνω στους ανθρώπους, ελέγχου των σχέσεών τους, παρεμπόδισης του επικίνδυνου συγχρωτισμού τους. Η πόλη, που έχει πληγεί από την πανώλη διαπερνάται εξ ολοκλήρου από την ιεραρχία, την επιτήρηση, την παρακολούθηση, την καταγραφή· ακινητοποιημένη από τη λειτουργία μιας εκτεταμένης εξουσίας που ασκείται διαφορικά πάνω σε κάθε ατομικό σώμα – αυτή είναι η ουτοπία της τέλεια διοικούμενης πολιτείας. Ο λοιμός (θεωρούμενος τουλάχιστον ως ενδεχόμενο) είναι η δοκιμασία που στη διάρκειά της μπορούμε να καθορίσουμε με ιδεατό τρόπο την άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας. Οι νομικοί, στην προσπάθειά τους να κάνουν τα δικαιώματα και τους νόμους να λειτουργήσουν σύμφωνα με την καθαρή θεωρία, τοποθετούνταν, με τη φαντασία τους, στην κατάσταση της φύσης· οι κυβερνώντες, που ήθελαν να δουν πώς θα λειτουργούσε η τέλεια πειθαρχία, ονειρεύονταν την κατάσταση του λοιμού. Για τα πειθαρχικά εγχειρήματα, η εικόνα του λοιμού ισοδυναμούσε με κάθε λογής σύγχυση και αταξία·ακριβώς όπως και η εικόνα του λεπρού, του αποκομμένου από κάθε ανθρώπινη επαφή, βρίσκεται στη βάση όλων των εγχειρημάτων αποκλεισμού.

ΣΧΗΜΑΤΑ λοιπόν διαφορετικά, όχι όμως και ασυμβίβαστα. Σιγά σιγά βλέπουμε μια προσέγγιση ανάμεσά τους, και αποτελεί ιδιομορφία του 19ου αιώνα το ότι στον χώρο του αποκλεισμού, όπου ο λεπρός ήταν άλλοτε ο συμβολικός του κάτοικος (ενώ οι αλήτες, οι ζητιάνοι, οι τρελοί και οι αποκλίνοντες αποτελούσαν τον πραγματικό του πληθυσμό), εφαρμόστηκε η τεχνική της εξουσίας που έχει στόχο τον πειθαρχικό διαχωρισμό. Μεταχειρίσου τους «λεπρούς» σαν να ήταν «θύματα πανώλης», πρόβαλε τις λεπτές κατατμήσεις της πειθαρχίας στον συγκεχυμένο χώρο του εγκλεισμού, χειρίσου τον με τις μεθόδους αναλυτικής κατανομής που προσιδιάζουν στην εξουσία, εξατομίκευσε τους αποκλεισμένους, αλλά χρησιμοποίησε τις διαδικασίες εξατομίκευσης για να επισημάνεις τον αποκλεισμό – αυτά ήταν που επιτελούσε συστηματικά η πειθαρχική εξουσία, από τις αρχές κιόλας του 19ου αιώνα στο ψυχιατρικό άσυλο, στο σωφρονιστήριο, στο αναμορφωτήριο, στο ίδρυμα επιτηρούμενης εκπαίδευσης και, ως έναν βαθμό, στο νοσοκομείο. Γενικά μιλώντας, όλες οι αρχές που ασκούν εξατομικευμένο έλεγχο λειτουργούν με διπλή μορφή: με τη μορφή της δυαδικής διαίρεσης και του στιγματισμού (τρελός-μη τρελός· επικίνδυνος-ακίνδυνος· φυσιολογικός-μη φυσιολογικός)· και με τη μορφή του καταναγκαστικού προσδιορισμού, της διαφορικής κατανομής (ποιος είναι αυτός συγκεκριμένα· πού πρέπει να βρίσκεται· πώς μπορεί να χαρακτηριστεί· πώς μπορεί να αναγνωριστεί· πώς μπορεί να του ασκηθεί μόνιμη επιτήρηση με εξατομικευμένο τρόπο κ.λπ.). Από τη μια μεριά, μεταχειρίζονται τους λεπρούς ως «θύματα της πανώλης», επιβάλλουν στους αποκλεισμένους τις τακτικές της εξατομικευτικής πειθαρχίας· κι από την άλλη, η καθολικότητα των πειθαρχικών ελέγχων επιτρέπει τον στιγματισμό του «λεπρού» και τη χρήση εναντίον του των δυαδικών μηχανισμών του αποκλεισμού. Η μόνιμη διαίρεση ανάμεσα στο φυσιολογικό και το μη φυσιολογικό, πού επιβάλλεται σε κάθε υποκείμενο, μας φέρνει στην εποχή μας, όπου βλέπουμε την εφαρμογή του δυαδικού στιγματισμού και της εξορίας του λεπρού και σε όλα τα άλλα αντικείμενα· η ύπαρξη ενός συνόλου τεχνικών και θεσμών, που έργο τους είναι να καταμετρούν, να ελέγχουν και να διορθώνουν το μη φυσιολογικό, θέτει σε λειτουργία τους πειθαρχικούς μηχανισμούς που παραπέμπουν στον φόβο της πανούκλας. Όλοι οι μηχανισμοί της εξουσίας που, ακόμα και σήμερα, οργανώνονται γύρω από το μη φυσιολογικό, για να το στιγματίσουν και να το μετασχηματίσουν, συντίθενται από αυτές τις δύο μορφές, από τις οποίες έλκουν τη μακρινή καταγωγή τους.

Απόδοση στα ελληνικά από το: Michel Foucault, Surveiller et punir. Naissance de la prison. Gallimard, Παρίσι 1975: 199-201.

Image Credit: Paul Fürst, Der Doctor Schnabel von Rom, 1656 | André Breton, Cadavre Exquis, c.1930 | René Magritte, Man with a Newspaper, 1928.