Gender and the digital

BRIEF COMMUNICATION presented at the international workshop Women in the History of Science, Philosophy and Literature that took place in Syros, Greece, 12-14 July 2018.


The underlying question of this workshop is what do we learn if we adopt a gender-sensitive perspective, that we do not learn from the mainstream narratives in history of science, philosophy and literature? Stories of women who thrived in philosophy can surely be found in the mainstream history of philosophy – often combined with the politically-correct lament for the inferior status they enjoyed; but it is indeed difficult to find a history of philosophy that takes seriously into account the gendered ways of philosophizing. After all, philosophy is philosophy and science is science. Truth about the world and about being in the world does not depend on gender, class, race etc. It is a hard-core result that can be reached through various ways, but is always the same.

Of course, all of us who participate in this meeting know very well that this is an obsolete approach and that historiography has moved far beyond this point. However, we should not fool ourselves: Stories in the press, stories taught at schools, reproduced in the public sphere and even the commonsensical perception of history of science and philosophy have it this way. They defend women’s position and even assert their right to enjoy equal treatment by historians, but they are unable to escape the limits of the established perspective. If we take some distance from our disciplinary borders, we’ll soon come to realize that we are just an islet in an ocean of trivial feminism.

Continue reading

Delete

Κάποτε υπήρχε το CD. Όχι πολύ παλιά, αλλά ήδη μεγαλώνει μια γενιά που δεν έχει γνωρίσει αυτή την τεχνολογία. Αρχικά τα CD προωθήθηκαν στην αγορά ως εξέλιξη των δίσκων βινυλίου, αλλά στη συνέχεια η χρήση τους συνδέθηκε όλο και περισσότερο με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Λειτουργικά συστήματα και προγράμματα έρχονταν πλέον σε μορφή οπτικού δίσκου. Για ένα μικρό διάστημα επικράτησε η ψευδαίσθηση ότι οι οπτικοί δίσκοι είναι αθάνατοι, αλλά στην πορεία διαπιστώθηκε ότι πιθανότατα είχαν μικρότερη διάρκεια ζωής ακόμα κι από εκείνους που προορίζονταν να αντικαταστήσουν. Επικράτησαν όμως, επειδή μπορούσαν να αποθηκεύσουν απείρως περισσότερη πληροφορία και μάλιστα οποιασδήποτε μορφής.

Η σύνδεση του CD με τους υπολογιστές δημιούργησε την απαίτηση της εγγραψιμότητας και επανεγγραψιμότητας. Την ίδια απαίτηση δημιουργούσε, φυσικά, και η σύνδεσή τους με τις ηχητικές τεχνολογίες: οι οπτικοί δίσκοι δεν ανταγωνίζονταν μόνο το βινύλιο, αλλά και την κασέτα. Οι χρήστες είδαν με ανακούφιση να εμφανίζονται στην αγορά τα πρώτα εγγράψιμα και κατόπιν τα επανεγγράψιμα CD. Οι δύο τεχνολογίες εμφανίστηκαν διαδοχικά και η κρίσιμη διαφορά μεταξύ τους ήταν ότι στη δεύτερη περίπτωση οι πληροφορίες που είχαν εγγραφεί στον οπτικό δίσκο μπορούσαν να διαγραφούν και να αντικατασταθούν από άλλες. Μόνο που αυτό γινόταν με έναν περίεργο τρόπο: Η πληροφορία δεν σβηνόταν φυσικά. Απλώς γραφόταν στον δίσκο η πρόσθετη πληροφορία ότι η ήδη εγγεγραμμένη πληροφορία δεν υπήρχε. Αυτό είχε το παράδοξο αποτέλεσμα κάθε διαγραφή να προκαλεί αύξηση του κατειλημμένου χώρου. Και κάποτε, μετά από επάλληλες διαγραφές το CD να μην μπορεί πλέον να επανεγγραφεί.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή είναι η διαδικασία διαγραφής των ψηφιακών δεδομένων εν γένει. Η διαγραφή δεν είναι αφαίρεση, αλλά προσθήκη πληροφορίας. Η τεχνολογία, φυσικά, έχει αλλάξει από την εποχή των πρώτων επανεγγράψιμων CD, αλλά ακόμα κι έτσι, σκοπός της διαγραφής είναι να προκαλέσει ένα είδους κορεσμού που θα κάνει την πληροφορία μη εντοπίσιμη (απλή διαγραφή) ή μη αναγνώσιμη (ριζική διαγραφή). Άραγε αυτό αφορά μόνο την ψηφιακή εμπειρία; Στον λεγόμενο φυσικό κόσμο είναι δυνατή η διαγραφή; Είναι δυνατόν ένα σύστημα να ξε-μάθει, να ξε-κάνει, να ξεχάσει αυτό που του έχει συμβεί; Φαίνεται ότι κι εδώ τα πράγματα δουλεύουν με τον ίδιο τρόπο: Για να συμβεί κάτι τέτοιο, η εμπειρία του συστήματος θα πρέπει να αυξηθεί και όχι να μειωθεί. Επίσης η δομή της θα πρέπει να γίνει πιο σύνθετη και πιο απροσδιόριστη προκειμένου να ανα-νοηματοδοτήσει ή να απο-νοηματοδοτήσει μια προγενέστερη κατάσταση. Το γεγονός ότι είναι, εξ ορισμού, αδύνατο να έχουμε επίγνωση αυτής της διαδικασίας (εφόσον πρόκειται για «διαγραφή»), σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η φυσική σύσταση του συστήματος απλοποιείται. Η διαγραφή είναι, απλώς, άλλη μια μορφή κατάφασης στην αύξηση της εμπειρίας και της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει τη ζωή. Δεν υπάρχει delete!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 44, στις 30.6.2018.

IMAGE CREDIT: El Lissitzky, Proun 19D (c. 1920).

Μέγας Αλέξανδρος

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ πραγματικά ο Μέγας Αλέξανδρος; Τι έκανε στη ζωή του, από τι παρακινήθηκε και σε ποιο βαθμό κατόρθωσε να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του; Αυτές δεν είναι ερωτήσεις που θα έθετε ένας ιστορικός κι αν τις έθετε θα θεωρούσε εξ αρχής αδύνατο να απαντηθούν. Είναι ερωτήσεις, ωστόσο, που θέτει μια ιδιαίτερα εκτεταμένη γραμματεία, η οποία ξεκινάει από τον 3ο αιώνα και διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας. Η γραμματεία αυτή έχει τις απαρχές της στο έργο Historia Alexandri Magni και με την πάροδο του χρόνου εμπλουτίζεται με αραβικές, αιγυπτιακές, περσικές, ελληνικές, γαλλικές και αγγλικές εκδοχές της ιστορίας του Αλέξανδρου.

Το πρόσωπο που παρουσιάζεται σε αυτές τις αφηγήσεις είναι μια μυθική φιγούρα που διακατέχεται από τη φιλοδοξία να φτάσει στα όρια της ανθρώπινης γνώσης και εμπειρίας. Ένας Σεβάχ, που ταξιδεύει στα πέρατα του κόσμου για να γνωρίσει μυστικά απρόσιτα στους κοινούς θνητούς και να κερδίσει την αθανασία. Τα ύψη και τα βάθη δεν έχουν όριο γι’ αυτόν τον Αλέξανδρο. Σε μια από τις ιστορίες, ο Αλέξανδρος επιθυμεί να κατακτήσει τους ουρανούς. Οι σύντροφοί του συλλαμβάνουν δύο γρύπες και τους αφήνουν να λιμοκτονήσουν. Κατόπιν τους δένουν σε ένα καλάθι και τους δελεάζουν με ένα κομμάτι κρέας που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους. Έτσι τους αναγκάζουν να ανυψώσουν τον Αλέξανδρο στο ψηλότερο σημείο του κόσμου, όπου εκείνος, με μια δόση μελαγχολίας, διαπιστώνει ότι οι ήπειροι δεν είναι παρά τα μέλη ενός γιγαντιαίου ανθρώπινου σώματος. Η ίδια μελαγχολία τον καταλαμβάνει όταν, σε μια άλλη ιστορία, μπαίνει σε ένα γυάλινο δοχείο και βυθίζεται στον ωκεανό για να γνωρίσει τα θαύματα της θαλάσσιας ζωής. Πράγματι, γνωρίζει όλων των ειδών τα παράξενα πλάσματα, αλλά στο τέλος αυτό που μένει είναι μια τετριμμένη διαπίστωση. Ο νόμος του ωκεανού είναι ίδιος με το νόμο της Γης: το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό.

Η φιλοδοξία του Αλέξανδρου είναι μεγάλη, τέτοια που τον οδηγεί στις πύλες του Παραδείσου, τις οποίες αδυνατεί να διαβεί, βέβαια. Μόλις αυτή η φιλοδοξία πασπαλιστεί με τη σκόνη της θνητότητας, όμως, όπως περιγράφει μια άλλη ιστορία, δεν ζυγίζει παραπάνω από ένα άχυρο. Χάνει τη λάμψη και τη μεγαλοπρέπειά της και μετατρέπεται σε αβάσταχτη ανθρώπινη μοναξιά. Ο Αλέξανδρος απαρνείται την αθανασία, όταν ο φύλακας της πηγής με το θαυματουργό νερό τον προειδοποιεί ότι το τίμημα της αθανασίας θα είναι μια ζωή χωρίς φίλους και συντρόφους. Λίγες μέρες αργότερα θα πεθάνει δηλητηριασμένος από έναν από αυτούς του συντρόφους.

Οι ιστορίες για τον Αλέξανδρο έχουν λίγο πολύ το ίδιο τέλος: Ο Αλέξανδρος πεθαίνει χωρίς να έχει ολοκληρώσει το έργο του και η αυτοκρατορία διαλύεται. Το μόνο που μένει είναι η αίσθηση της περατότητας και η αβάσταχτη πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι πέρα για πέρα ανθρώπινος.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 43, στις 16.6.2018.