Η ψηφιοποίηση του εαυτού

ΠΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ στον ψηφιακό χώρο; Ο ψηφιακός χώρος δεν μπορεί να υποδεχτεί «ψυχές».  Η ζωτική δύναμη που «εμψυχώνει» τον άνθρωπο και ίσως και άλλες μορφές ζωής, για να μπορέσει να υπάρξει στον ψηφιακό χώρο πρέπει να ψηφιοποιηθεί, δηλαδή να τμηματοποιηθεί. Ο ψηφιακός χώρος μπορεί να υποδεχτεί προτιμήσεις, αξίες, δεξιότητες, επιθυμίες, συναισθήματα κ.λπ., δηλαδή συστατικά των «ψυχών»· ίσως και «ψυχοσυνθέσεις» – όχι όμως υπό τη μορφή συγκεκριμένων ατόμων, αλλά υπό τη μορφή προτύπων σύνθεσης αυτών των χαρακτηριστικών.

Η ψηφιοποίηση του εαυτού είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, η οποία πραγματοποιείται χωρίς τη ρητή πρόθεση ή συγκατάθεση του ατόμου, μέσω των like και dislike (αξίες και αισθητική), των επιδόσεών του σε παιχνίδια (δεξιότητες), των αναζητήσεών του στον ιστό (επιθυμίες), των αγορών του (ανάγκες), της συμμετοχής του σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς) κ.λπ. Ο χρήστης έχει την εντύπωση ότι μέσα στον ψηφιακό χώρο μπορεί να ανασυνθέσει την «πραγματική» του προσωπικότητα. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, όμως, είναι ότι η ανασύνθεση των ψηφιοποιημένων χαρακτηριστικών σε μια ψηφιακή προσωπική ταυτότητα  (avatar), με την οποία ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα εμφανίζεται στις σχέσεις του με άλλους ανθρώπους, είναι μια εγγενώς ψηφιακή διαδικασία. Η ψηφιακή ταυτότητα που προκύπτει με αυτό τον τρόπο:

  1. Δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την ταυτότητα του «φυσικού» προσώπου από το οποίο προήλθαν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
  2. Δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα ή μόνο τα χαρακτηριστικά του «φυσικού» προσώπου. Μπορεί να περιέχει μερικά από αυτά, αλλά το πιθανότερο είναι ότι περιέχει κάποια από τα αρχικά χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με άλλα χαρακτηριστικά που διατίθενται ελεύθερα στον ψηφιακό χώρο. Αυτά τα δεύτερα μπορεί να προέρχονται από άλλους ανθρώπους, να είναι επί τούτου δημιουργημένος κώδικας ή να έχουν παραχθεί από τις επιδόσεις κάποιων σε μια συγκεκριμένη περιοχή του ψηφιακού χώρου (ρόλοι σε ένα παιχνίδι, πρότυπα συμπεριφοράς κ.λπ.).
  3. Δεν είναι μοναδική. Υπάρχουν πολλοί δυνατοί τρόποι σύνθεσης των ψηφιοποιημένων χαρακτηριστικών. Άρα, από τα ίδια, πάνω κάτω, αρχικά χαρακτηριστικά μπορούν να προκύψουν πολλές διαφορετικές ταυτότητες. Η premium έκδοση του gravatar επιτρέπει στον χρήστη να δημιουργήσει όσες «οικουμενικές» ψηφιακές ταυτότητες επιθυμεί.

Η ψηφιοποίηση του εαυτού επαναφέρει στο προσκήνιο τη φιλοσοφία του David Hume. Ο Hume υποστήριζε ότι ο εαυτός είναι μια δέσμη εντυπώσεων που συνδέονται με σχέσεις ομοιότητας και συνάφειας και όχι μια ανεξάρτητη υπόσταση με εγγενείς δυνάμεις και χαρακτηριστικά. Η άποψη του Hume ξαναγίνεται επίκαιρη στο ψηφιακό πλαίσιο. Το ερώτημα για τη συνείδηση μετατοπίζεται από το τι είναι συνείδηση στο πώς μια συγκεκριμένη δέσμη ψηφιακών χαρακτηριστικών («εντυπώσεων») συγκροτεί μία ή περισσότερες ταυτότητες με τις οποίες ένας άνθρωπος μπορεί να υπάρξει στον κόσμο. Ή, για να θυμηθούμε μια δημοφιλή τηλεοπτική σειρά, στο πώς ένας άνθρωπος μπορεί να επανεπινοήσει τον εαυτό του μέσα στον μαύρο καθρέφτη.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 38, στις 6.4.2018.

Image credit: Jean-Michel Basquiat, Untitled (1981)

Πανεπιστήμιο

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ χρόνια γίνεται μεγάλη συζήτηση από εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς, «think tank» και εταιρείες συμβούλων σχετικά με τις γνώσεις και τις δεξιότητες που θα πρέπει να διαθέτουν οι άνθρωποι που θα εισέλθουν στην αγορά εργασίας το επόμενο διάστημα. Πώς πρέπει να μετασχηματιστεί η εκπαίδευση για να ανταποκριθεί στις αλλαγές που επιφέρει η ψηφιακή τεχνολογία στην οργάνωση και εκτέλεση της εργασίας; Περιέργως, οι απαντήσεις που δίνουν οι περισσότεροι φορείς εστιάζουν σε μια χρησιμοθηρική και κοντόφθαλμη αναθεώρηση της εκπαίδευσης: Τα πανεπιστήμια πρέπει να γίνουν ευαίσθητοι δέκτες των αναγκών της «αγοράς» και να τροποποιήσουν τα γνωστικά τους αντικείμενα κατά τρόπον ώστε να εφοδιάζουν τους εκπαιδευόμενους με τις τεχνικές δεξιότητες που απαιτούνται για να ανταποκριθούν στην «ψηφιοποίηση» της εργασίας.

                                                                                                                                     LÁSZLÓ MOHOLY-NAGY, CH B3 (1941)

Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι αλλαγές που επιφέρει η ψηφιακότητα στην εργασία αφορούν την «αγορά» ή την «οικονομία», ωσάν η αγορά και η οικονομία να ήταν φυσικές οντότητες, οι οποίες μετασχηματίζονται στο πλαίσιο μιας μονόδρομης εξελικτικής διαδικασίας. Το βασικό πρόβλημα, όμως, είναι ότι ζούμε σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από ανισότητες και η εργασία είναι η κύρια πηγή αυτών των ανισοτήτων. Οι εργαζόμενοι αποξενώνονται από το προϊόν της εργασίας τους και από τη δημιουργικότητά τους· ο πλούτος κατανέμεται ανισομερώς· οι πολίτες χειραγωγούνται και επιτηρούνται· η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο εκτείνεται πλέον στον ελεύθερο χρόνο και στη σφαίρα του ιδιωτικού. Πώς αυτός ο κόσμος των ανισοτήτων μεταβαίνει στην ψηφιακότητα; Αυτό είναι το ερώτημα που θα κληθούν να απαντήσουν οι εργαζόμενοι των επόμενων δεκαετιών. Θα οξυνθούν ή θα αμβλυνθούν οι ανισότητες στο νέο πλαίσιο; Η εργασία θα γίνει πιο δημιουργική ή πιο αποξενωμένη; Μπορεί να μας απαλλάξει, άραγε, η τεχνητή νοημοσύνη από την καταναγκαστική εργασία και ποιο θα ήταν το κοινωνικό κόστος για κάτι τέτοιο;

Το πανεπιστήμιο ήταν πάντοτε χώρος ελεύθερου και κριτικού στοχασμού. Έχουν αλλάξει πολλά από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, εδώ και οκτώ αιώνες, αλλά όχι αυτό. Η παραγωγή γνώσης για τις κρίσιμες αλλαγές που συμβαίνουν στην κοινωνία δεν μπορεί να αφεθεί στα «think tank» και στις εταιρείες συμβούλων. Και οι εργαζόμενοι που θα κληθούν να λειτουργήσουν στο νέο πλαίσιο δεν επιτρέπεται να είναι προϊόντα ενός εκπαιδευτικού συστήματος που θα περιορίζεται στην τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση – μιας φτηνής, αναλώσιμης εκπαιδευτικής επένδυσης που θα μπορεί να επαναλαμβάνεται σε επικαλυπτόμενους κύκλους. Το πανεπιστήμιο έχει κρίσιμο ρόλο στη νέα συγκυρία: Αφενός, ως χώρος συλλογικού αναστοχασμού των αλλαγών που φέρνει η μετάβαση στην ψηφιακότητα· αφετέρου, ως εκπαιδευτικό πλαίσιο που θα παρέχει στους πολίτες την ικανότητα να διαχειριστούν με επίγνωση και κριτικό πνεύμα τα τεχνολογικά, ανθρωπολογικά και πολιτικά ζητήματα που θέτει η ψηφιοποίηση της εργασίας. Το λιγότερο που χρειάζεται σε αυτή τη φάση είναι η μετατροπή του σε ίδρυμα τεχνικής και επαγγελματικής κατάρτισης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 36, στις 10.3.2018.

Αναφορές
Yehuda Elkana, “The University of the 21st Century: An Aspect of Globalization” στον τόμο Jürgen Renn (επιμ.), The Globalization of Knowledge in History, Max Planck Research Library for the History and Development of Knowledge, Studies 1, Βερολίνο 2012.

Διαμεσολάβηση

Έγραφα στο προηγούμενο φύλλο για τη θεατρική παράσταση της Έλλης Παπακωνσταντίνου και της ομάδας ΟDC Ensemble «Το Σπήλαιο». Το έργο θέτει το ερώτημα της αλήθειας στον ψηφιακό χώρο, τον οποίο παριστάνει ως μια διευρυμένη εκδοχή του πλατωνικού σπηλαίου όπου τα υποκείμενα συνυπάρχουν με τις σκιές τους και η δράση τους με την αναπαράστασή της.

Ο προβληματισμός της παράστασης συνδέεται στενά και με ένα άλλο ζήτημα που θέτει η μετάβαση στην ψηφιακότητα. Συχνά διατυπώνεται έντονος σκεπτικισμός για τη λειτουργία των ανθρώπων στον ψηφιακό χώρο, επειδή η λειτουργία αυτή διαμεσολαβείται και εποπτεύεται από μέσα που τα υποκείμενα δεν είναι σε θέση να ελέγξουν. Παρά το γεγονός ότι όλες και όλοι αισθάνονται ότι λαμβάνουν έλλογες αποφάσεις για την παρουσία τους στον ψηφιακό χώρο, στην πραγματικότητα η ενημέρωσή τους, η αλληλεπίδρασή τους με άλλους χρήστες, οι αισθητικές τους προτιμήσεις και οι καταναλωτικές τους αποφάσεις ελέγχονται από τις λειτουργίες του ίδιου του ψηφιακού πλαισίου: Από τους αλγόριθμους που οριοθετούν και διαμορφώνουν το εύρος των επιλογών των χρηστών. Η τεχνολογική διαμεσολάβηση θεωρείται ένας από τους μεγάλους κινδύνους που φέρνει η μετάβαση στην ψηφιακότητα.

Με αφορμή το έργο της Παπακωνσταντίνου, σκεφτόμουν ότι το πρόβλημα είναι ακριβώς το αντίθετο: η απουσία διαμεσολάβησης. Όλα τα σώματα στο ψηφιακό στερέωμα έχουν το ίδιο μέγεθος, την ίδια λαμπρότητα, την ίδια ευκρίνεια. Μεμονωμένες, αποκλίνουσες ή παραβατικές συμπεριφορές αποκτούν καθολικότητα σαν να επρόκειτο για συμπεριφορές ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού. Στο πλαίσιο της «πολιτικής οικονομίας της προσοχής» όλοι και όλα αγωνίζονται να κάνουν αισθητή την παρουσία τους και το ποιος θα το καταφέρει δεν έχει σχέση ούτε με το ποιος είναι ούτε με το τι αντιπροσωπεύει. Η διάκριση ανάμεσα στο τοπικό και το καθολικό, το σημαντικό και το ασήμαντο, το επείγον και το καθημερινό, το ιδιωτικό και το δημόσιο καταλύεται. Όλα έχουν το ίδιο μέγεθος, είναι εξίσου σημαντικά και εξίσου καθολικά.

Ωστόσο, σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας, η γνώση μας για την πραγματικότητα ήταν προϊόν της ανθρώπινης εργασίας. Η αξιολόγηση, η επιλογή, η κρίση, αλλά επίσης η μέτρηση και τα τεχνικά μέσα έδιναν στην πραγματικότητα τη μορφή με την οποία τη γνώριζαν οι άνθρωποι. Χωρίς αυτή τη διαμεσολάβηση, η πραγματικότητα δεν θα είχε νόημα και το ίδιο το υποκείμενο θα αδυνατούσε να οριοθετήσει την ύπαρξή του απ’ ό,τι το περιέβαλε. Και είναι ακριβώς η απουσία αυτής της διαμεσολάβησης που μετατρέπει την ανθρώπινη παρουσία στον ψηφιακό χώρο σε ψηφιακό μωσαϊκό. Σε αυτή τη βάση, η Παπακωνσταντίνου αναρωτιέται: Σε έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα περιορίζεται σε δύο διαστάσεις, σαν τις μορφές του θεάτρου σκιών, πώς θα μπορέσουν τα υποκείμενα να ανακτήσουν την ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται την αληθινή προοπτική των πραγμάτων;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 35, στις 24.2.2018.