Το Σπήλαιο

Η Έλλη Παπακωνσταντίνου είναι μια σκηνοθέτις με πολύ ιδιαίτερο ύφος. Οι παραστάσεις της συνδυάζουν στοιχεία ροκ όπερας, βαριετέ και αυτοσχεδιασμού με κλασικά κείμενα (όχι απαραιτήτως θεατρικά) και με τον πολιτικοποιημένο φιλοσοφικό αναστοχασμό της επικαιρότητας. Στο παρελθόν, μάς έχει δώσει εξαιρετικές παραστάσεις στηριγμένες σε κείμενα τόσο διαφορετικών στοχαστών όσο ο Σαίξπηρ, ο Χομπς και οι Καταστασιακοί, πάντα όμως με αναφορά στα προβλήματα του παρόντος. Παρόλ’ αυτά, με εξέπληξε η επιλογή της να ασχοληθεί με την ψηφιακότητα.

Η τελευταία της δουλειά, «Το σπήλαιο», έκανε πρεμιέρα στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης αυτή την εβδομάδα, θα συνεχίσει με περιοδεία σε διεθνείς σκηνές –είναι διεθνής παραγωγή, εξάλλου– και ελπίζω ότι θα επανέλθει κάποια στιγμή στην ελληνική σκηνή. Όπως αποκαλύπτει ο τίτλος της, η παράσταση στηρίζεται στην αλληγορία του σπηλαίου από την Πολιτεία του Πλάτωνα. Οι άνθρωποι, αλυσοδεμένοι μέσα σε ένα σκοτεινό σπήλαιο, είναι σε θέση να αντιληφθούν μόνο τις σκιές των πραγμάτων που περνούν από πίσω τους, ανάμεσα στους ίδιους και ένα φως που προβάλλει τα είδωλά τους στον απέναντι τοίχο. Και θεωρούν ότι αυτές οι σκιές είναι η πραγματικότητα. Η μόνη πραγματικότητα που έχουν αντιληφθεί ποτέ και η μόνη που είναι σε θέση να αντιληφθούν. Εκτός αν κάποιος από αυτούς καταφέρει να λυθεί, βγει από το σπήλαιο και δει τα πράγματα όπως είναι κάτω από το φως του ήλιου. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, θα είναι αδύνατο να μοιραστεί με τους δεσμώτες του σπηλαίου μια αλήθεια που τόσο καταφανώς αντιφάσκει με την αισθητηριακή εμπειρία τους.

Η Παπακωνσταντίνου δεν αντιπαραβάλλει, όμως, το ιδεώδες της πλατωνικής αλήθειας με την εποχή των fake news (όπως τόσο εύκολα κάνουν οι φορείς της «έγκυρης» ενημέρωσης»). Όπως έχει κάνει και στο παρελθόν, φέρνει σε διάλογο τις ιδέες του Πλάτωνα με ένα παρόν που θέτει νέα προβλήματα. Και επωφελείται από αυτόν ακριβώς τον διάλογο για να στοχαστεί κριτικά το παρόν. Χρησιμοποιώντας εικαστικές και επιτελεστικές τεχνικές, η ομάδα ΟDC Ensemble αναπαριστά την ψηφιακότητα ως πλατωνικό σπήλαιο. Με δύο ουσιώδεις διαφορές, όμως. Αφενός οι σκιές που κυριαρχούν στον τοίχο του σπηλαίου είναι των ίδιων των ανθρώπων και όχι των αντικειμένων του φυσικού κόσμου. Και, αφετέρου, τα υποκείμενα συνυπάρχουν με τις σκιές τους, η δράση τους με την απεικόνισή της, ο λόγος τους με τις παραμορφώσεις του. Η φυσική παρουσία συνυπάρχει με την αναπαράστασή της δημιουργώντας μια νέα φυσικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που τίθεται εκ νέου το πρόβλημα της αλήθειας. Δεν είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να λυθεί εύκολα. Αλλά η Παπακωνσταντίνου μοιάζει να εννοεί ότι η λύση του συνδέεται με την αναζήτηση της τρίτης διάστασης, που θα επανεισαγάγει την αίσθηση της προοπτικής σε ένα σύμπαν όπου το ίδιο το υποκείμενο της γνώσης αναλύεται σε φως.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 34, στις 10.2.2018.

Τεχνολογικός ντετερμινισμός

Κάθε φορά είναι σαν να στεκόμαστε στην άκρη μιας καρφίτσας. Το λέμε, άλλωστε: «Στην αιχμή της τεχνολογίας». Το παρελθόν δεν έχει καμιά σημασία. Έχει παρέλθει οριστικά και αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι μόνο η στιγμή που προηγείται του παρόντος. Η πρόοδος είναι ένα ρεύμα που ξεβράζει διαρκώς στις όχθες του χρόνου κάθε άχρηστη, ανούσια, ανώφελη έκφραση της ανθρώπινης ζωής, ενώ συγκεντρώνει στο ορμητικό μέτωπό του το απόσταγμα της ανθρώπινης προσπάθειας για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Κρατάει μόνο τα χρήσιμα και επιτυχημένα για να τα κάνει περισσότερο χρήσιμα και επιτυχημένα χάρη στη μελλοντική εργασία που θα επενδυθεί σε αυτά και ξεφορτώνεται τους περιοριστικούς τρόπους σκέψεις και τις πολιτισμικές προκαταλήψεις που δεσμεύουν την κοινωνία σε παρωχημένα πρότυπα ζωής.

 LÁSZLÓ MOHOLY-NAGY, SPACE MODULATOR (1938-40)

Η ατμομηχανή αυτής της κίνησης είναι, «ασφαλώς», η τεχνολογία. Η τεχνολογία δημιουργεί διαρκώς νέες δυνατότητες για τους ανθρώπους. Νέους τρόπους παραγωγής, νέες μορφές επικοινωνίας, νέους τρόπους μετακίνησης, νέες μεθόδους έρευνας, νέες μορφές θεραπείας… Όλες αυτές οι τεχνολογικές καινοτομίες έχουν ανθρωπολογικό αντίκρισμα. Οι άνθρωποι βλέπουν περισσότερα, κατανοούν καλύτερα και, ως εκ τούτου, αποδεσμεύονται από ταυτότητες και συμπεριφορές που τους περιορίζουν στο στενό τοπικό τους πλαίσιο – στις τοπικές παραδόσεις τους. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο ο χρόνος που γίνεται γραμμικός με αιχμηρή απόληξη, αλλά και ο χώρος που γίνεται σφαιρικός με ομοιογενή χαρακτηριστικά.

Στην ιστοριογραφία αυτή η αντίληψη ονομάζεται τεχνολογικός ντετερμινισμός: Η επιστημονική επανάσταση έγινε δυνατή χάρη στην ανακάλυψη του τηλεσκοπίου και η βιομηχανική επανάσταση χάρη στην ανακάλυψη της ατμομηχανής. Η κοινωνία προοδεύει χάρη στην ανάπτυξη νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων. Η ουσία αυτών των δυνατοτήτων είναι πέρα από κάθε συζήτηση – πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Είναι «αντικειμενικά» θετικές. Το πώς και από ποιους θα χρησιμοποιηθούν, όμως, είναι όντως υπό συζήτηση. Υπάρχουν καλές και κακές χρήσεις ή μάλλον υπάρχει η αυτονόητα καλή χρήση τους προς όφελος της ανθρωπότητας και η στρεβλή χρήση τους προς όφελος μιας ελίτ, μιας τάξης ή ενός τζεημσμποντικού κακού.

Ωστόσο, αν κάποιος κάνει τον κόπο να σκύψει κάτω από μια ατμομηχανή ή να επεξεργαστεί ενσυνείδητα αυτό που βλέπει κοιτώντας στο εσωτερικό μιας ηλεκτρονικής συσκευής, θα συνειδητοποιήσει ότι η τεχνολογία (όχι η πρόοδός της, αλλά η ίδια η ύπαρξη των τεχνουργημάτων) είναι ένα εγχείρημα που απαιτεί περισσότερους πόρους από αυτούς που η ίδια αποδίδει στην κοινωνία. Επίσης, απαιτεί σύνθετες διαδικασίες κοινωνικής νομιμοποίησης καθώς και ειδικές μορφές οργάνωσης του συλλογικού βίου που δεν θα ήταν απαραίτητες αν δεν υπήρχαν τα συγκεκριμένα τεχνουργήματα. Τα αυτοκίνητα δεν κινούνται σε ήδη ασφαλτοστρωμένους δρόμους – οι δρόμοι κατασκευάζονται για να μπορούν να κινηθούν τα αυτοκίνητα. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι «τι είναι αυτό που κάνει δυνατό η τεχνολογία;», αλλά «τι είναι αυτό που κάνει δυνατή την τεχνολογία;».

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 33, στις 27.1.2018.

Ο Καθρέφτης

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ γυρίζονται πολλές ταινίες που προσπαθούν να προσεγγίσουν ερωτήματα γύρω από τη φύση της συνείδησης, τη λειτουργία της μνήμης και το βίωμα του χρόνου. Αρκετές από αυτές φέρνουν στο προσκήνιο φιλοσοφικές, ψυχολογικές και γλωσσολογικές θεωρίες, που μέχρι πρότινος αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης αποκλειστικά ακαδημαϊκών συναθροίσεων. Το «Memento» του C. Nolan συνδιαλέγεται με τον εμπειρισμό του Locke, το «Mr. Nobody» του J. Van Dormael με τον συμπεριφορισμό του B. F. Skinner και το «Arrival» του D. Villeneuve με την υπόθεση Sapir-Whorf. Κι αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα. Ο κινηματογράφος, όπως το έχει κάνει και στο παρελθόν, φέρνει τη φιλοσοφία στη δημόσια σφαίρα.

Ωστόσο, ο κινηματογράφος είναι διαφορετικός σήμερα. Είναι πιο εύγλωττος, πιο συγκεκριμένος, πιο κυριολεκτικός. Τα ερωτήματα διατυπώνονται με σαφήνεια, η διερεύνησή τους γίνεται με δεξιοτεχνία και συστηματικότητα και οι απαντήσεις ή η απουσία απαντήσεων συνοδεύονται, συνήθως, από συναισθηματική αποστασιοποίηση και την αποδοχή του τετελεσμένου. Και όταν δεν συμβαίνει το τελευταίο, έχουμε happy end που στηρίζονται στη βολονταριστική υπέρβαση της φυσικής αναγκαιότητας με τρόπο που καθησυχάζει μεν τον θεατή, αλλά υπονομεύει τη σοβαρότητα του ίδιου του κινηματογραφικού εγχειρήματος: το «Interstellar» του C. Nolan.

Ξαναείδα πρόσφατα τον «Καθρέφτη» του Αντρέι Ταρκόφσκι. Πρόκειται για μια από τις πιο δυσνόητες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Ανήκει στο είδος που ακροβατεί ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία, το μεταφυσικό δράμα, την ψυχαναλυτική εξερεύνηση. Έχουν γραφτεί τόσα γι’ αυτή την ταινία που είναι αδύνατο να διατυπωθεί μια οριστική ερμηνεία. Ωστόσο, όταν κάποιος αφεθεί στη μαγεία της γραφής του Ταρκόφσκι μπορεί να προσπελάσει το σύμπαν του συναισθητικά. Ο ετοιμοθάνατος ποιητής ταξιδεύει πίσω στον χρόνο για να συναντήσει τον εαυτό του με τη μορφή του γιού του και το μέλλον του με τη μορφή του πατέρα του. Τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν διατηρούν τη μορφή τους και αλλάζουν ρόλους αφήνοντας συγκεχυμένα αποτυπώματα στη ψυχή του. Η ταυτότητες που συντίθενται από αυτά τα αποτυπώματα είναι διαφορετικές και μονίμως διαφεύγουσες.

Η κίνηση του ήρωα στον χρόνο δεν είναι γραμμική, γιατί ο χρόνος δεν είναι γραμμή. Είναι ο καθρέφτης, ένα επίπεδο που αντανακλά τις αποσπασματικές στιγμές της ύπαρξης και σχηματίζει εικόνες του εαυτού παρακάμπτοντας τους συμβατικούς περιορισμούς της χρονικότητας. Η ύπαρξη, με αυτή την έννοια, είναι φευγαλέα και δεν υπάρχει καμία υπερβατική αρχή που να εγγυάται τη συνέχεια και τη μονιμότητά της. Ο Ταρκόφσκι δεν καταφεύγει σε φυσικά παράδοξα για να γεμίσει το υπαρξιακό κενό. Η απάντηση δεν βρίσκεται στη θεωρία της σχετικότητας ή την κβαντομηχανική, αλλά στην ποίηση. Μόνο η ποίηση μπορεί να μετατρέψει το φευγαλέο βίωμα σε ζωή, να ενσταλάξει νόημα στον χρόνο. Μόνο η ποίηση υπάρχει και μας κάνει να υπάρχουμε…

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 32, στις 13.1.2018.