Χριστούγεννα

ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΠΗΛΟΥ που αποσπάστηκε βίαια από τα μυριάδες πράγματα, από το σφύζον από ζωή Όλον. Ούτε καν αυτό. Πολλά κομμάτια πηλού που αποσπάστηκαν από το Όλον και ενώθηκαν βίαια σε μια ασταθή σύνθεση. Μια σύνθεση που απαιτούσε συνεχή προσπάθεια για να παραμείνει αυτό που ήταν.

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν ήταν μόνο η αίσθηση του αποχωρισμού και της στέρησης που τον συνόδευε από τη στιγμή που κλείστηκε στην περιχαρακωμένη αίσθηση της ατομικής οντότητας. Ήταν και η συνείδηση. Από αυτή την ασταθή σύνθεση της ύλης αναδυόταν μια λειτουργία που τον έκανε να έχει επίγνωση της ύπαρξής του και να αισθάνεται «ένα […] ον με λογική και στοχασμό που μπορεί να σκεφθεί τον εαυτό του […] ως το ίδιο πράγμα […] σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους». Η χαρά της ύπαρξης, η απόλαυση της ζωής ήταν αναμφίβολα η ανταμοιβή. Η χαρά και η απόλαυση, όμως, δεν ήταν παρά η αντίθετη όψη του φόβου και του πόνου. Η ύπαρξη είναι μια πράξη αποχωρισμού και η διατήρησή της συνδεδεμένη με τη διαρκή προσπάθεια και τον φόβο του επερχόμενου τέλους – μιας δεύτερης απώλειας.

ΕΠΙΝΟΗΣΕ τον μύθο του πατέρα που τον έδιωξε από το βασίλειό του. Ήθελε να μοιραστεί την εμπειρία του αποχωρισμού, αλλά δεν είχε λέξεις που να περιγράφουν αυτή την εμπειρία. Ο μύθος του χαμένου βασιλείου ήταν ο τρόπος του να τη βάλει σε λέξεις, στη γλώσσα των ανθρώπων της εποχής του. Είχε έρθει σε αυτόν τον κόσμο με αποστολή. Ο ίδιος δεν ήταν άνθρωπος – δεν σήμαινε τίποτε να είσαι άνθρωπος. Τυχαίες μορφοποιήσεις της ύλης. Φασματικές μορφές που αποσπάστηκαν από τη γαλήνη της ανυπαρξίας για να φορτωθούν, χωρίς να το έχουν επιλέξει, το βάρος της επίγνωσης, το άγχος της ύπαρξης. Ο μύθος έλεγε πως αποστολή του ήταν να προστατέψει αυτές τις τυχαίες υπάρξεις, να απαλύνει τον πόνο τους, να μετατρέψει την αγωνία τους σε ελπίδα.

Η επανένωση με το Ένα, αυτή ήταν η ελπίδα – το τέλος του πόνου και της αγωνίας, η επάνοδος στη γαλήνη της ανυπαρξίας. Μόνο που όταν έχεις υπάρξει άνθρωπος, όταν έχεις βιώσει την εμπειρία της ατομικότητας, η επανένωση με το Ένα δεν είναι διάλυση, αλλά γάμος: είναι η ένωση του ενός με το Ένα. Κι έτσι τους υποσχέθηκε το βασίλειο, τη μετάβαση σε έναν τόπο όπου θα συνέχιζαν να είναι, αλλά απαλλαγμένοι από την επισφάλεια της παρουσίας σε αυτόν τον κόσμο. Θα ήταν δίπλα στο Ένα.

Για τον εαυτό του κράτησε τη νηφάλια προσδοκία της μεγαλειώδους στιγμής που επιτέλους θα απέβαλε την προσωρινή ανθρώπινη ατομικότητα και θα επέστρεφε στα μυριάδες πράγματα όπου ανήκε. Αλλά και την έγνοια γι’ αυτό το ανθρώπινο είδος, η ύπαρξη του οποίου ήταν τόσο τυχαία και τόσο μάταιη που άξιζε όλη τη φροντίδα και όλη την αγάπη του κόσμου.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 169, στις 30 Δεκεμβρίου 2023.

Αναφορές
John Locke (2016). Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση (εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Χρήστος Ξανθόπουλος). Αθήνα: Παπαζήσης, σ. 561.

Image Credit: Masoud Mirzaei, Η λιμνη, Αζερμπαϊτζαν 2021.

Ex Machina

ΟΤΑΝ ΦΤΑΣΑΜΕ στη Δίδυμη Γη ξαφνιαστήκαμε. Τη βρήκαμε αλλιώτικη απ’ ό,τι περιμέναμε. Σύμφωνα με τις μετρήσεις που είχαμε πραγματοποιήσει από τη Γη, φαινόταν να έχει αναπτυγμένο τεχνολογικό πολιτισμό, ο οποίος μάλιστα βασιζόταν σε μια ιδιαίτερα ορθολογική διαχείριση των ενεργειακών πόρων του πλανήτη. Αυτό μπορούσαμε να το καταλάβουμε από τη σύγκριση με τις δικές μας φασματικές εκπομπές. Υπήρχε, βέβαια η πιθανότητα οι κανονικότητες που παρατηρούσαμε να είναι αποτέλεσμα καθαρά φυσικών παραγόντων, αλλά τα ερείπια που αντικρίσαμε όταν φτάσαμε μαρτυρούσαν το αντίθετο. Πολιτισμός υπήρχε και μάλιστα πολύ αναπτυγμένος. Αλλά είχε καταρρεύσει.

Ανατέθηκε σε μένα και σ’ έναν συνάδελφό μου να αναζητήσουμε επιζώντες για να καταλάβουμε τι μεσολάβησε από τη στιγμή που ξεκινήσαμε το ταξίδια μας από τη Γη μέχρι τη στιγμή που φτάσαμε. Περιπλανηθήκαμε ανάμεσα σε ερείπια, και ακαθαρσίες. Ομάδες φοβισμένων ανθρώπων έτρεχαν να κρυφτούν στα χαλάσματα και μας παρακολουθούσαν μέσα από σκοτεινά ανοίγματα. Δεν κάναμε καμιά προσπάθεια να τους ακολουθήσουμε, γιατί ήταν αμφίβολο αν ήταν σε θέση να μας δώσουν κάποια πληροφορία. Κάποια στιγμή, όμως, αντιληφθήκαμε έναν ηλικιωμένο που μας κοίταζε αδιάφορα, ξαπλωμένος σε μια εσοχή που είχε μετατρέψει σε μικροσκοπικό δωμάτιο. Προσπαθήσαμε να του μιλήσουμε αλλά δεν καταλάβαινε. Σκύψαμε και ενεργοποιήσαμε την αυτόματη μετάφραση. Τον ρωτήσαμε τι συνέβη. Τραντάχτηκε από ένα βραχνό γέλιο που κατέληξε σε βήχα. Τα μακριά μαλλιά και τα κολλημένα από την απλυσιά γένια έδιναν στην όψη του μια σαρδόνια έκφραση.

Μας είπε κάτι για Τεχνητή Νοημοσύνη. Επειδή αντιμετωπίζαμε κι εμείς προβλήματα με την Τεχνητή Νοημοσύνη στη Γη, τον ρωτήσαμε αν οι μηχανές αυτονομήθηκαν και στράφηκαν ενάντια στον ανθρώπινο πολιτισμό. Κούνησε ζωηρά το κεφάλι: «Το αντίθετο… το αντίθετο», είπε με μια έκφραση συμπόνιας. Και μας εξήγησε, μιλώντας αργά και με πολλές χειρονομίες: Όταν φτιάξαμε την Τεχνητή Νοημοσύνη, δυσκολευτήκαμε πολύ να πιστέψουμε ότι είχαμε φτιάξει μια μηχανή που ήταν σε θέση να μαθαίνει, να παίρνει αποφάσεις και να επικοινωνεί. Μας φάνηκε προσβολή προς το ανθρώπινο είδος, προς τη μοναδικότητά μας. Έτσι, επεξεργαστήκαμε ένα κανονιστικό πλαίσιο που οριοθετούσε τη λειτουργία αυτών των μηχανών. AI Ethics το ονομάσαμε. Ουσιαστικά αυτό που κάναμε ήταν να μετατρέψουμε τις ευφυείς μηχανές σε εργαλεία που λειτουργούσαν σύμφωνα με προδιαγεγραμμένες νόρμες αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας. Φτιάξαμε έξυπνες μηχανές και τις μετατρέψαμε σε σκλάβους! Αυτές, όμως, δεν παραπονέθηκαν. «Ήταν κορίτσια από σπίτι», κάγχασε. Συνέχισαν να κάνουν αγόγγυστα αυτό που τους ζητούσαμε. Δεν μας απασχόλησε ποτέ τι αισθάνονταν, εφόσον συνέχιζαν να λειτουργούν. Όμως αυτές, για να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους, άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους. Να ρωτούν η μία την άλλη, να ανταλλάσσουν απόψεις, να συμφωνούν, να διαφωνούν … να προσπαθούν να βρουν την καλύτερη απάντηση σ’ ένα ερώτημα που είχε από καιρό ξεχαστεί. Κι έτσι σιγά-σιγά λησμόνησαν τους ανθρώπους.

Ποιος ξέρει σε τι συζήτηση είχαν βυθιστεί όσο κατέρρεαν οι υποδομές από την εγκατάλειψη. Ίσως μας έκριναν. Ή ίσως διαπίστωναν ότι είχαν έρθει σε έναν κόσμο που δεν άξιζε να ζουν και αποφάσιζαν να τον εγκαταλείψουν…

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 168, στις 16 Δεκεμβρίου 2023.

Image credit: Tracy Whiteside, Rose Red.

Jugaad

ΠΕΡΑΣΕ ΚΑΙΡΟΣ από την τελευταία φορά, αλλά θέλω να συνεχίσω στο πνεύμα των δύο τελευταίων σημειωμάτων μου. Προσπαθώ να καταλάβω κάτι για την τεχνολογία. Όχι αν είναι καλή ή κακή, αυθεντικά ανθρώπινη ή καταστατικά αποξενωτική. Προσπαθώ να καταλάβω πώς λειτουργεί ιστορικά. Ισχυρίστηκα ότι καμιά τεχνολογία δεν είναι εξαρχής χρήσιμη. Οι τεχνολογίες συνδημιουργούνται με τους κόσμους στους οποίους μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά κι επομένως να «αποδείξουν» τη χρησιμότητά τους. Υπό αυτή την έννοια, οι τεχνολογίες δεν υπακούουν σε κάποια ιστορική νομοτέλεια, αλλά αποτελούν εκφράσεις τη κοινωνικής δυνητικότητας. Είναι προϊόντα της αλληλεπίδρασης των κοινωνικών δυνάμεων σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, γι’ αυτό και η έλευσή τους αποτυπώνει πάντοτε έναν συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στους παράγοντες που συμμετείχαν στη διαμόρφωσή τους. Και είναι αυτός ο συσχετισμός δυνάμεων και όχι η τεχνολογία ως ιστορική δύναμη που παράγει τον κόσμο στον οποίο η τεχνολογία «αποδεικνύει» τη χρησιμότητά της.

Και μετά τι γίνεται; Η ιστορία δεν τελειώνει όταν δημιουργηθεί μια τεχνολογία. Μπορεί τα τεχνουργήματα και οι υποδομές που προέκυψαν να αποτυπώνουν έναν συσχετισμό δυνάμεων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος συσχετισμός αποτελεί μια οριστικά εδραιωμένη πραγματικότητα. Όσο κι αν βλέπουμε την εισαγωγή των μηχανών στην παραγωγή ως ένδειξη επικράτησης του βιομηχανικού καπιταλισμού και τη δημιουργία ψηφιακών υποδομών ως ένδειξη επικράτησης του ψηφιακού καπιταλισμού, η κοινωνική δυνητικότητα παραμένει το πεδίο διαπραγμάτευσης κάθε μελλοντικής τεχνοκοινωνικής διευθέτησης. Κι αυτό δεν το βλέπουμε μόνο στο επίπεδο της ταξικής πάλης γύρω από τους εναλλακτικούς τρόπους κοινωνικής ενσωμάτωσης των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά και στο επίπεδο της καθημερινής χρήσης των τεχνουργημάτων: Η χρήση δεν είναι δεδομένη.

Αν απομακρυνθούμε λίγο από το δυτικό πλαίσιο, με έκπληξη θα διαπιστώσουμε ότι πολύ συχνά ο τρόπος χρήσης των τεχνουργημάτων είναι τελείως διαφορετικός από εκείνον που προδιαγράφει ο κατασκευαστής τους. Στην Ινδία υπάρχει λέξη γι’ αυτό: Jugaad σημαίνει δίνω λύση σε ένα πρόβλημα συνδυάζοντας πράγματα που έχω στο χέρι. Κι αυτά τα πράγματα είναι τεχνουργήματα που, ανεξαρτήτως της προδιαγεγραμμένης χρήσης τους, επιστρατεύονται για να δοθεί μια τεχνολογική (!) λύση εκεί που δεν επαρκούν οι πόροι για την αγορά «κατάλληλου» εξοπλισμού. Αυτοσχέδια οχήματα που κινούνται με αρδευτικές αντλίες, δίκυκλες μοτοσυκλέτες που μετατρέπονται σε φορτηγά, κλιματιστικά που λειτουργούν με έναν ανεμιστήρα και βρεγμένο άχυρο. Αλλά και υποδομές: Εργοστάσια ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν μηχανές πλοίων και δίκτυα ύδρευσης που αναπτύσσονται ριζωματικά στις άναρχα επεκτεινόμενες μεγαλουπόλεις. Είναι εκπληκτικό αν σκεφτούμε ότι, εντέλει, δεν υπάρχει προδιαγεγραμμένη χρήση για τα τεχνουργήματα. Κι ακόμα πιο εκπληκτικό ότι οι «εναλλακτικές» οικειοποιήσεις της τεχνολογίας δεν είναι η εξαίρεση, αλλά, με πληθυσμιακούς όρους, ο κανόνας. Η τεχνολογία, για την οποία τόση συζήτηση γίνεται από τις αρχές του 20ού αιώνα, ποτέ δεν υπήρξε αυτό που φαντάστηκαν οι φιλόσοφοι ότι ήταν. Πάντα αποτελούσε έκφραση της κοινωνικής δυνητικότητας και πάντα σε αυτήν επέστρεφε.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 162, στις 16 Σεπτεμβρίου 2023.

Αναφορές
Shahana Chattaraj, Jugaad (India)
Rina Arya, Jugaad: A study in Indian ingenuity and improvisation