Μετά

ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ότι οι άνθρωποι που ζουν έναν πόλεμο έχουν την ίδια αίσθηση. Την αίσθηση ότι αυτό που συμβαίνει είναι πρωτοφανές. Επίσης, άνθρωποι που ζουν μια προσωπική τραγωδία, μια απώλεια, έναν εκτοπισμό αισθάνονται ότι από τη μια στιγμή στην άλλη έχουν γίνει μέρος μιας πραγματικότητας που τους ήταν αδιανόητη. Με τη σημαντική διαφορά, στη δεύτερη περίπτωση, ότι αυτή την αδιανόητη πραγματικότητα τη μοιράζονται με μερικούς ακόμα ανθρώπους κι όχι με ένα ολόκληρο έθνος ή, όπως τώρα, με όλο τον υπόλοιπο πλανήτη. Αυτό που ζούμε είναι όντως αδιανόητο και είναι, για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία, οικουμενικό. Συμβαίνει τώρα και συμβαίνει ταυτόχρονα σε όλο τον πλανήτη. Και είναι σαφές ότι ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος, δεν θα επανέλθει ποτέ στην προηγούμενη «κανονικότητα», όπως για παράδειγμα ήλπιζε η πλειονότητα των πολιτών στη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Το νέο στην περίπτωση της συγκεκριμένης πανδημίας δεν είναι η μαζική απώλεια ζωών, οι τραγικές επιλογές στις οποίες εξωθήθηκε το υγειονομικό προσωπικό, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η καραντίνα και οι αναγκαστικοί νόμοι. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και το Ολοκαύτωμα είναι πολύ πρόσφατα. Το νέο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι αποδείχτηκε πως μπορείς να κλείσεις όλους τους κατοίκους του πλανήτη στο σπίτι τους, να τους κάνεις να συμμορφωθούν με διατάγματα έκτακτης ανάγκης, να κανονικοποιήσεις και να ελέγξεις τη συμπεριφορά τους, και όλα αυτά μέσα σε λίγες ώρες. Από τη στιγμή που αποδείχθηκε ότι αυτό είναι δυνατό, ο κόσμος δεν μπορεί να είναι ποτέ ξανά ο ίδιος. Δεν λέω ότι δεν έπρεπε να γίνει αυτό για να εμποδιστεί η εξάπλωση του ιού – μάλλον έπρεπε. Αλλά από τη στιγμή που αποδείχτηκε ότι είναι δυνατό να βρεθεί όλος ο πλανήτης σε κατάσταση εξαίρεσης, δεν έχει καμιά σημασία αν η απειλή είναι πραγματική ή φανταστική, «φυσική» ή «κατασκευασμένη» – απλώς περνάμε σε άλλο επίπεδο.

Continue reading

Δυαδικότητα και εξατομίκευση

Στο ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ ο Michel Foucault αναφέρεται σε έναν κανονισμό του τέλους του 17ου αιώνα, ο οποίος όριζε τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν όταν σε μια πόλη ξέσπαγε επιδημία πανώλης. Ο κανονισμός περιγράφει καταλεπτώς, τα μέτρα περιορισμού, και τις διαδικασίες ελέγχου της εφαρμογής τους. Ο χώρος που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία είναι ένας…

κλειστός και κατακερματισμένος χώρος, που επιτηρείται σε όλα του τα σημεία, όπου τα υποκείμενα τοποθετούνται σε μια συγκεκριμένη θέση, όπου και οι παραμικρές κινήσεις ελέγχονται, όπου όλα τα γεγονότα καταγράφονται, όπου μια αδιάκοπη εργασία εγγραφών συνδέει το κέντρο με την περιφέρεια, όπου η εξουσία ασκείται αδιαίρετα, σύμφωνα με ένα συνεχές ιεραρχικό σχήμα, όπου το κάθε άτομο ακατάπαυστα εντοπίζεται, εξετάζεται και κατατάσσεται στους ζωντανούς, στους αρρώστους και στους νεκρούς – όλα τούτα συνιστούν ένα συμπαγές πρότυπο του πειθαρχικού μηχανισμού. Στον λοιμό άπαντα η τάξη· ο ρόλος της είναι να διαλύσει κάθε πιθανότητα σύγχυσης: τη σύγχυση της αρρώστιας που μεταδίδεται όταν σμίγουν τα σώματα· τη σύγχυση του κακού που πολλαπλασιάζεται όταν ο φόβος και ο θάνατος καταλύουν τις απαγορεύσεις. Η τάξη ορίζει για κάθε υποκείμενο τη θέση του, το σώμα του, την ασθένεια και τον θάνατό του, την υγεία του – όλα αυτά μέσω μιας πανταχού παρούσας και παντογνώστριας εξουσίας, που και η ίδια υποδιαιρείται με κανονικό και αδιάλειπτο τρόπο έως τον έσχατο προσδιορισμό του υποκειμένου, τον προσδιορισμό όσων το χαρακτηρίζουν, όσων του ανήκουν, όσων του συμβαίνουν.Ενάντια στον λοιμό που είναι ανάμειξη, η πειθαρχία κάνει χρήση της δύναμής της, που είναι μια δύναμη ανάλυσης. Γύρω από τον λοιμό άνθισε μια ολόκληρη λογοτεχνία που τον παρουσιάζει σαν γιορτή: οι νόμοι καταργούνται, αίρονται οι απαγορεύσεις, ο χρόνος τρέχει με φρενήρη ρυθμό, τα σώματα ανακατεύονται χωρίς σεβασμό, τα υποκείμενα βγάζουν τα προσωπεία, εγκαταλείπουν τη συμβατική τους ταυτότητα και τη μορφή που τα έκανε αναγνωρίσιμα – αφήνουν να φανεί μια ολότελα διαφορετική αλήθεια. Υπήρξε όμως και ένα πολιτικό όνειρο του λοιμού πού ήταν ακριβώς το αντίστροφο: όχι η ομαδική γιορτή, αλλά οι αυστηρές διαιρέσεις· όχι η παραβίαση του νόμου, αλλά η διείσδυση του κανονισμού ως τις λεπτότερες πτυχές της καθημερινής ζωής με τη μεσολάβηση μιας τέλειας ιεραρχίας, που διασφαλίζει την τριχοειδή λειτουργία της εξουσίας· όχι τα προσωπεία που φορά ή που βγάζει κανείς, αλλά η απόδοση στον καθένα του «αληθινού» του ονόματος, της «αληθινής» του θέσης, του«αληθινού» του σώματος και της «αληθινής» του ασθένειας. Ο λοιμός, ως μορφή ταυτόχρονα πραγματική και φανταστική της αταξίας, έχει ως ιατρικό και πολιτικό αντίστοιχο την πειθαρχία.Πίσω από τους πειθαρχικούς μηχανισμούς βλέπει κανείς τον εφιάλτη της «μόλυνσης», του λοιμού, των εξεγέρσεων, των εγκλημάτων,της αλητείας, της λιποταξίας, ανθρώπων που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, ζουν και πεθαίνουν μέσα στην αταξία.

ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ότι η λέπρα γέννησε τελετουργίες αποκλεισμού που, ως ένα σημείο, αποτέλεσαν το πρότυπο και τη γενική μορφή του μεγάλου Περιορισμού, είναι εξίσου αλήθεια πως ο λοιμός γέννησε πειθαρχικά εγχειρήματα. Επακόλουθο του λοιμού δεν είναι τόσο ο μαζικός, δυαδικός διαχωρισμός ανάμεσα σε ένα σύνολο ανθρώπων κι ένα άλλο, όσο οι πολλαπλές διαιρέσεις, οι εξατομικευμένες κατανομές, μια σε βάθος οργάνωση της επιτήρησης και του ελέγχου, μια εντατικοποίηση και ένας διακλαδιζόμενος πολλαπλασιασμός της εξουσίας. Ο λεπρός εγκλωβίζεται σε μια πρακτική απόρριψης, εξορίας-εγκλεισμού· αφήνεται να χαθεί ως μέρος μιας μάζας που ελάχιστα ενδιαφέρει η διαφοροποίησή της· τα θύματα του λοιμού εγκλωβίζονται σε έναν λεπτομερή, τακτικό επιμερισμό, όπου οι ατομικές διαφοροποιήσεις είναι τα περιοριστικά αποτελέσματα μιας εξουσίας που πολλαπλασιάζεται, διαρθρώνεται και υποδιαιρείται.Από τη μια έχουμε τον μεγάλο εγκλεισμό, από την άλλη την ορθή εκπαίδευση. Τον λεπρό και τον διαχωρισμό του, τον λοιμό και τις τμηματοποιήσεις του. Ο πρώτος είναι στιγματισμένος· ο δεύτερος αναλυμένος και επιμερισμένος. Η εξορία του λεπρού και ο περιορισμός του λοιμού δεν ανάγονται στο ίδιο πολιτικό όραμα. Η πρώτη αφορά το όραμα μιας αγνής κοινότητας, ο δεύτερος το όραμα μιας πειθαρχημένης κοινωνίας: δύο τρόποι άσκησης της εξουσίας πάνω στους ανθρώπους, ελέγχου των σχέσεών τους, παρεμπόδισης του επικίνδυνου συγχρωτισμού τους. Η πόλη, που έχει πληγεί από την πανώλη διαπερνάται εξ ολοκλήρου από την ιεραρχία, την επιτήρηση, την παρακολούθηση, την καταγραφή· ακινητοποιημένη από τη λειτουργία μιας εκτεταμένης εξουσίας που ασκείται διαφορικά πάνω σε κάθε ατομικό σώμα – αυτή είναι η ουτοπία της τέλεια διοικούμενης πολιτείας. Ο λοιμός (θεωρούμενος τουλάχιστον ως ενδεχόμενο) είναι η δοκιμασία που στη διάρκειά της μπορούμε να καθορίσουμε με ιδεατό τρόπο την άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας. Οι νομικοί, στην προσπάθειά τους να κάνουν τα δικαιώματα και τους νόμους να λειτουργήσουν σύμφωνα με την καθαρή θεωρία, τοποθετούνταν, με τη φαντασία τους, στην κατάσταση της φύσης· οι κυβερνώντες, που ήθελαν να δουν πώς θα λειτουργούσε η τέλεια πειθαρχία, ονειρεύονταν την κατάσταση του λοιμού. Για τα πειθαρχικά εγχειρήματα, η εικόνα του λοιμού ισοδυναμούσε με κάθε λογής σύγχυση και αταξία·ακριβώς όπως και η εικόνα του λεπρού, του αποκομμένου από κάθε ανθρώπινη επαφή, βρίσκεται στη βάση όλων των εγχειρημάτων αποκλεισμού.

ΣΧΗΜΑΤΑ λοιπόν διαφορετικά, όχι όμως και ασυμβίβαστα. Σιγά σιγά βλέπουμε μια προσέγγιση ανάμεσά τους, και αποτελεί ιδιομορφία του 19ου αιώνα το ότι στον χώρο του αποκλεισμού, όπου ο λεπρός ήταν άλλοτε ο συμβολικός του κάτοικος (ενώ οι αλήτες, οι ζητιάνοι, οι τρελοί και οι αποκλίνοντες αποτελούσαν τον πραγματικό του πληθυσμό), εφαρμόστηκε η τεχνική της εξουσίας που έχει στόχο τον πειθαρχικό διαχωρισμό. Μεταχειρίσου τους «λεπρούς» σαν να ήταν «θύματα πανώλης», πρόβαλε τις λεπτές κατατμήσεις της πειθαρχίας στον συγκεχυμένο χώρο του εγκλεισμού, χειρίσου τον με τις μεθόδους αναλυτικής κατανομής που προσιδιάζουν στην εξουσία, εξατομίκευσε τους αποκλεισμένους, αλλά χρησιμοποίησε τις διαδικασίες εξατομίκευσης για να επισημάνεις τον αποκλεισμό – αυτά ήταν που επιτελούσε συστηματικά η πειθαρχική εξουσία, από τις αρχές κιόλας του 19ου αιώνα στο ψυχιατρικό άσυλο, στο σωφρονιστήριο, στο αναμορφωτήριο, στο ίδρυμα επιτηρούμενης εκπαίδευσης και, ως έναν βαθμό, στο νοσοκομείο. Γενικά μιλώντας, όλες οι αρχές που ασκούν εξατομικευμένο έλεγχο λειτουργούν με διπλή μορφή: με τη μορφή της δυαδικής διαίρεσης και του στιγματισμού (τρελός-μη τρελός· επικίνδυνος-ακίνδυνος· φυσιολογικός-μη φυσιολογικός)· και με τη μορφή του καταναγκαστικού προσδιορισμού, της διαφορικής κατανομής (ποιος είναι αυτός συγκεκριμένα· πού πρέπει να βρίσκεται· πώς μπορεί να χαρακτηριστεί· πώς μπορεί να αναγνωριστεί· πώς μπορεί να του ασκηθεί μόνιμη επιτήρηση με εξατομικευμένο τρόπο κ.λπ.). Από τη μια μεριά, μεταχειρίζονται τους λεπρούς ως «θύματα της πανώλης», επιβάλλουν στους αποκλεισμένους τις τακτικές της εξατομικευτικής πειθαρχίας· κι από την άλλη, η καθολικότητα των πειθαρχικών ελέγχων επιτρέπει τον στιγματισμό του «λεπρού» και τη χρήση εναντίον του των δυαδικών μηχανισμών του αποκλεισμού. Η μόνιμη διαίρεση ανάμεσα στο φυσιολογικό και το μη φυσιολογικό, πού επιβάλλεται σε κάθε υποκείμενο, μας φέρνει στην εποχή μας, όπου βλέπουμε την εφαρμογή του δυαδικού στιγματισμού και της εξορίας του λεπρού και σε όλα τα άλλα αντικείμενα· η ύπαρξη ενός συνόλου τεχνικών και θεσμών, που έργο τους είναι να καταμετρούν, να ελέγχουν και να διορθώνουν το μη φυσιολογικό, θέτει σε λειτουργία τους πειθαρχικούς μηχανισμούς που παραπέμπουν στον φόβο της πανούκλας. Όλοι οι μηχανισμοί της εξουσίας που, ακόμα και σήμερα, οργανώνονται γύρω από το μη φυσιολογικό, για να το στιγματίσουν και να το μετασχηματίσουν, συντίθενται από αυτές τις δύο μορφές, από τις οποίες έλκουν τη μακρινή καταγωγή τους.

Απόδοση στα ελληνικά από το: Michel Foucault, Surveiller et punir. Naissance de la prison. Gallimard, Παρίσι 1975: 199-201.

Image Credit: Paul Fürst, Der Doctor Schnabel von Rom, 1656 | André Breton, Cadavre Exquis, c.1930 | René Magritte, Man with a Newspaper, 1928.

Σουρινάμ

ΤΟ ΣΟΥΡΙΝΑΜ είναι μια μικρή χώρα της Νότιας Αμερικής, στριμωγμένη ανάμεσα στη Βενεζουέλα και τη Βραζιλία, μαζί με τις δύο Γουιάνες (τη Γαλλική και την πρώην Βρετανική). Στις αρχές του 1773 έφτασε εκεί ένα στρατιωτικό σώμα από την Ολλανδία για να βοηθήσει τα τοπικά στρατεύματα να καταπνίξουν την εξέγερση των «νέγρων». Η ολλανδική παρουσία στο Σουρινάμ είχε ως αποτέλεσμα την σχεδόν ολοκληρωτική εξαφάνιση των τοπικών πληθυσμών. Τη θέση τους είχαν πάρει σκλάβοι και σκλάβες από την Αφρική που χρησιμοποιούνταν στην εξαιρετικά αποδοτική και εξίσου απαιτητική βιομηχανία ζάχαρης. Ο John Gabriel Stedman συμμετείχε με τον βαθμό του λοχαγού στις επιχειρήσεις καταστολής, οι οποίες εξαπλώθηκαν σε όλη την επικράτεια, καθώς οι εξεγερμένοι σκλάβοι υιοθέτησαν την τακτική του ανταρτοπόλεμου.

Η φύση εντυπωσίασε τον νεαρό Τζον. Η ομορφιά και ο εξωτισμός της άγνωστης χώρας τον παρακίνησαν να αρχίσει να κρατάει ημερολόγιο. Τον εντυπωσίασε, όμως, και η ανθρώπινη φύση. Τα μαρτύρια στα οποία υπέβαλαν οι συνάδελφοί του τους σκλάβους και η απόγνωση των ίδιων των σκλάβων ξεπερνούσαν οτιδήποτε είχε αντικρίσει μέχρι τότε. Οι σημειώσεις του αποτελούν μια από τις πιο εύγλωττες μαρτυρίες της βαναυσότητας της αποικιοκρατίας. Η αλήθεια είναι ότι οι εμπειρίες του δεν τον μετέτρεψαν σε υπέρμαχο της κατάργησης της δουλείας. Η στάση του στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι περίπλοκη και αντιφατική. Δεν υπάρχει αμφιβολία, όμως, ότι τον ευαισθητοποίησαν. Αποτέλεσμα αυτής της ευαισθητοποίησης ήταν η έκδοση των σημειώσεών του υπό μορφή βιβλίου. Η Αφήγηση της πενταετούς εξόρμησης για την καταστολή των εξεγερμένων νέγρων του Σουρινάμ (1796) έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα αναγνώσματα μεταξύ των abolitionists. Και η αφορμή για τη συνάντησή του με έναν από τους πιο θαρραλέους υποστηρικτές του κινήματος, τον William Blake.

Ο Blake, που με την εικονογράφηση του βιβλίου συνέβαλε στην ανάδειξη του αντιαποικιοκρατικού μήνυματός του, ήταν αντιδιαφωτιστής. Επίσης, ήταν κι ο ίδιος μια αντιφατική προσωπικότητα, εμφορούμενος από μυστικιστικές πεποιθήσεις και οραματιζόμενος τοπία και σχέσεις που αργότερα αποτέλεσαν εμβλήματα του Ρομαντισμού. Κυρίως, όμως, δεν έχανε ευκαιρία να υπερασπίζεται το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα όλων στην ελευθερία και να εκφράζει την επιφυλακτικότητά του ως προς τη δυνατότητα του Διαφωτισμού να εγγυηθεί αυτή την προοπτική. «Οι φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του νόμου», έγραφε. Σήμερα γνωρίζουμε ότι, πράγματι, οι εκπρόσωποι της Δημοκρατίας των Γραμμάτων ποτέ δεν πήραν ξεκάθαρη θέση ενάντια στον θεσμό της δουλείας. H εργαλειακότητα του Λόγου πάντα τους μπέρδευε. Και η ιδέα να αντλήσουν επιχειρήματα απευθείας από τον κόσμο των αξιών έμοιαζε αφόρητα ιδεαλιστική. Ούτε, όμως, η θεμελίωση των αξιών στον Λόγο αποτέλεσε ασφαλή βάση για την οικοδόμηση της ελεύθερης Πολιτείας. Η Ευρώπη του Διαφωτισμού δεν υπήρξε ποτέ. Αυτή που υπήρξε πραγματικά είναι η Ευρώπη της αποικιοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 66, στις 15 Ιουνίου 2019.

Image crediT: Εικονα του william blake απο το βιβλιο του John Gabriel Stedman, The Narrative of a Five Years Expedition against the Revolted Negroes of Surinam.