Δομές έκλυσης

ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΗ Η ΕΜΜΟΝΗ με τους κανόνες; Στο προηγούμενο σημείωμα έγραφα ότι η γερμανικής έμπνευσης συνταγή αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης είχε ως βασικό άξονα την απαρέγκλιτη εφαρμογή των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας. Παρότι επιστημολογικά συζητήσιμη (ποιος ερμηνεύει τους κανόνες και ποιος αποφασίζει τι συνιστά συνεπή εφαρμογή τους;) η τήρηση των κανόνων τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό επίπεδο αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί προτεραιότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Η αλήθεια είναι ότι η θέσπιση και τήρηση κανόνων είναι ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί η πολυπόθητη ευρωπαϊκή ενοποίηση. Χρειάζεται κάτι που να υπερκεράζει την πολυπολιτισμικότητα και τη διαφορετικότητα: καθ’ όλα σεβαστές και οι δύο, αλλά η ουσιαστική αναγνώρισή τους αποτελεί εμπόδιο στην εφαρμογή μιας ενιαίας φιλελεύθερης πολιτικής. Οι κανόνες, ως προϊόντα μιας επιστήμης που θεωρείται ουδέτερη και αντικειμενική, θεμελιώνουν μια ρητορική που υποτάσσει τις τοπικές αποκλίσεις στις προτεραιότητες της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής.

Στόχος των κανόνων είναι να εξασφαλίσουν την απαραίτητη ομοιογένεια, η οποία θα επιτρέψει στην Ευρώπη να οριοθετηθεί από τη μη Ευρώπη. Από την εποχή του Montesquieu αυτή ήταν η καταστατική επιδίωξη της Ευρώπης: Να οριοθετηθεί από το Άλλο και να αναδείξει τον εαυτό της ως οικουμενικό πολιτισμικό πρότυπο. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να δημιουργήσει σταθερές δομές που θα διασφαλίζουν τη συνοχή της και θα αποτυπώνουν πειστικά την πολιτισμική της ανωτερότητα. Για να γίνει αυτό, όμως, πρέπει να βρεθούν τρόποι ώστε η εντροπία, που φυσιολογικά τείνει να αυξάνεται στο εσωτερικό της, να διοχετεύεται στο περιβάλλον της. Παράγοντες που προκαλούν αταξία και αντιβαίνουν στο ενοποιητικό εγχείρημα πρέπει να κρατιούνται έξω από του «υγιές σώμα» της Ευρώπης.

Είναι τυχαίο άραγε που η ενωμένη Ευρώπη σε όλη τη διάρκεια του 21ου αιώνα περιβάλλεται από ένα μενταγιόν πολέμων και εξεγέρσεων; Αλγερία, Λιβύη, Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Λίβανος, Συρία, Ιράκ – για να μην αναφέρουμε την πολύπαθη και εντός των τειχών πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία. Η αύξηση της τάξης στο εσωτερικό της Ευρώπης αντισταθμίζεται από την αύξηση της αταξίας στο περιβάλλον της, όπως αυτό ορίζεται κάθε φορά ιστορικά: Η παλιά ιστορία της αποικιοκρατίας στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες. Μάλιστα, αν ένα μέλος της ευγενικής συντροφιάς των κρατών του «πολιτισμένου κόσμου» απειλήσει να μετατραπεί σε παράγοντα μόνιμης αύξησης της εντροπίας, το «υγιές σώμα» της Ευρώπης διά στόματος σεβάσμιων πολιτικών και επιστημονικά καταρτισμένων τεχνοκρατών είναι πρόθυμο να το ακρωτηριάσει: Η περίπτωση της Ελλάδας.

Μόνο ένα πράγμα είναι ικανό να απειλήσει το αφήγημα αυτής της αποτελεσματικά οριοθετημένης και αδιατάρακτης ευημερίας. Το ενδεχόμενο μια άλλη δύναμη, η οποία προσπαθεί να εξασφαλίσει όρους σταθερότητας στο εσωτερικό της, να αρχίσει να εξάγει εντροπία προς την κατεύθυνση της Ευρώπης. Το ενδεχόμενο, δηλαδή, να μετατραπεί η ίδια σε μια εξωτερικότητα όπου διοχετεύεται η ένταση, η αταξία, η κοινωνική ανισότητα και ο πόλεμος. History is a bitch.

Αναφορές
Ilya Prigogine (2003). Το τέλος της Βεβαιότητας. Χρόνος, Χάος και οι Νόμοι της Φύσης (μτφρ. Σ. Μαρουλάκος· επιμέλεια, πρόλογος και επίμετρο: Ι. Ε. Αντωνίου). Αθήνα: Κάτοπτρο.
Ilya Prigogine, Isabelle Stengers (2008). Τάξη μέσα από το χάος. Ο νέος διάλογος του ανθρώπου με τη φύση (μτφρ. Μ. Λογιωτάτου, επιμέλεια Ά. Νίκας). Αθήνα: Κέδρος.
Marcello Verga (2008). European civilization and the ‘emulation of the nations’. Histories of Europe from the Enlightenment to Guizot. History of European Ideas, 34, 353–360.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 129, στις 19 Μαρτίου 2022.

IMAGE CREDIT: Ben Shahn, Liberation, 1945

et consumimur igni

ΔΙΑΣΧΙΖΟΥΜΕ μιαν εποχή όπως περνάμε την άκρη της Dogana, δηλαδή μάλλον γρήγορα.

Στην αρχή δεν την κοιτάμε καν, ενώ πλησιάζει. Κι ύστερα την ανακαλύπτουμε φτάνοντας στο ύψος της, και πρέπει να παραδεχτούμε ότι φτιάχτηκε έτσι, κι όχι αλλιώς. Προσπερνάμε όμως κιόλας τον κάβο, και την αφήνουμε πίσω, και ξανοιγόμαστε σε άγνωστα νερά.

[…] Μέσα σε είκοσι χρόνια, δεν προλαβαίνει κανείς να ζήσει πραγματικά παρά σε ελάχιστα σπίτια. Ήσαν όλα φτωχά, το υπογραμμίζω, μα σε καλή θέση. Ό,τι άξιζε ήταν καλοδεχούμενο και για τα υπόλοιπα η πόρτα κλειστή. Η ελευθερία δεν είχε τότε πολλά άλλα μέρη να μείνει.

[…] Η αίσθηση της ροής του χρόνου υπήρξε πάντα πολύ έντονη μέσα μου, και με τραβούσε, όπως άλλους τους τραβάει το κενό ή το νερό. Μ’ αυτή την έννοια, αγάπησα την εποχή μου, που είδε να χάνεται κάθε υφιστάμενη ασφάλεια και να καταρρέουν όλα όσα είχαν επιβληθεί κοινωνικά.

Διασχίζουμε τώρα το τοπίο αυτό, το ρημαγμένο από τον πόλεμο που μια κοινωνία έχει εξαπολύσει εναντίον του εαυτού της, εναντίον των ίδιων της των δυνατοτήτων. Το ασχήμισμα των πάντων ήταν πιθανόν το αναπόφευκτο τίμημα της σύγκρουσης. Μόνο επειδή ο εχθρός έφτασε να κάνει τόσα λάθη, αρχίσαμε εμείς να κερδίζουμε.

Η πιο αληθινή αιτία του πολέμου, για τον οποίο τόσες απατηλές ερμηνείες έχουν δοθεί, είναι πως έπρεπε αναγκαστικά να προκύψει σαν μια σύγκρουση πάνω στο θέμα της αλλαγής. Δεν του έμενε πλέον κανένα από τα χαρακτηριστικά μιας σύγκρουσης μεταξύ συντήρησης και αλλαγής. Κι ήμασταν εμείς, περισσότερο από τον καθένα, οι άνθρωποι της αλλαγής, σε καιρούς που άλλαζαν. Οι ιδιοκτήτες της κοινωνίας ήσαν αναγκασμένοι, για να κρατηθούν, να θέλουν μια αλλαγή που ήταν η αντίθετη από τη δική μας. Θέλαμε να ξαναχτίσουμε τα πάντα, κι αυτοί επίσης, αλλά σε κατευθύνσεις εκ διαμέτρου αντίθετες. Αυτό που φτιάξανε αρκεί για να δείξει, στο αρνητικό, το δικό μας σχέδιο. Τα τεράστια έργα τους τούς έφεραν λοιπόν εδώ, σε αυτή τη διαφθορά. Το μίσος της διαλεκτικής οδήγησε τα βήματά τους ίσαμε αυτήν εδώ τη χαβούζα.

Έπρεπε να εξαφανίσουμε –και είχαμε γι’ αυτό ικανά όπλα– κάθε ψευδαίσθηση διαλόγου ανάμεσα σε αυτές τις ανταγωνιστικές προοπτικές. Κι έπειτα τα γεγονότα θα έδιναν την ετυμηγορία τους. Και την έδωσαν.

Έχει γίνει ακυβέρνητη αυτή η «χαλασμένη γη» όπου νέες οδύνες κρύβονται πίσω από το όνομα παλαιών απολαύσεων, κι όπου οι άνθρωποι φοβούνται τόσο πολύ. Γυρίζουν γύρω-γύρω μέσα στη νύχτα και κατατρώγονται από τη φωτιά. Ξυπνούν σαστισμένοι και ψάχνουν τη ζωή ψηλαφώντας. Κυκλοφορεί η φήμη πως, αυτοί που την απαλλοτρίωσαν, την έχουν, σαν επιστέγασμα, χάσει.

Να λοιπόν ένας πολιτισμός που φλέγεται, καταποντίζεται και χάνεται ολόκληρος. Όμορφος τορπιλισμός αλήθεια!

Guy Debord (1978), In Girum Imus Nocte et Consumimur Igni, μτφρ. Ανδρέας Βαρίκας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 116, στις 11 Σεπτεμβρίου 2021.

Image Credit: Cerith Wyn Evans, In Girum Imus Nocte et Consumimur Igni, 2006.

Μέλλον

ΣΕ ΜΙΑ ΕΡΕΥΝΑ που κάναμε πρόσφατα, ήρθαμε αντιμέτωποι με μια περίεργη διαπίστωση. Η έρευνα αφορούσε την αντίληψη που αναπτύσσουν για τον χρόνο άτομα μεταξύ 13 και 16 ετών, τα οποία εκτίθενται συστηματικά σε ψηφιακά περιβάλλοντα (gaming και μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Ενώ η αντίληψη αυτή είναι εξαιρετικά εκλεπτυσμένη και αρθρώνεται σε πολλαπλά επίπεδα, μοιάζει να είναι ελλιπής: Σχεδόν πουθενά δεν εμφανίζεται το μέλλον. Οι ικανότητες που αναπτύσσουν οι digital natives να κινούνται ανάμεσα σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια, να αψηφούν τις διαφορές ανάμεσα σε χρονικές ζώνες, ακόμα και να παράγουν συνεχείς αφηγήσεις από ασυνεχείς ροές δεδομένων είναι εκπληκτικές και πρωτόγνωρες. Ωστόσο, αυτές οι ικανότητες αφορούν κατά κύριο λόγο το παρόν και το παρελθόν. Το μέλλον εμφανίζεται μόνο ως μια παιχνιδοποιημένη εκδοχή του παρόντος, η οποία εμφορείται από έντονο τεχνολογικό ντετερμινισμό και παίρνει τη μορφή της χάρη στα σενάρια που υλοποιούνται στις ψηφιακές πλατφόρμες.

«Πού χάθηκε το μέλλον;» αναρωτιόταν πριν μερικά χρόνια ο ανθρωπολόγος Marc Augé. Ασφαλώς, δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι τα άτομα που μελετήθηκαν είναι αντιπροσωπευτικά μιας γενιάς που μεγάλωσε στο πλαίσιο δυο διαδοχικών κρίσεων, της οικονομικής και της υγειονομικής. Το παρόν αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε αυτές τις συνθήκες. Χάνει την αποβλεπτικότητα και τον μεταβατικό χαρακτήρα του και γίνεται μια δυσκίνητη μάζα προβλημάτων που απαιτεί την αποκλειστική προσοχή των υποκειμένων. H επίκληση του μέλλοντος, και μάλιστα ενός διαφορετικού ή ανατρεπτικού μέλλοντος, μετατρέπεται σε επιπόλαιη ονειροπόληση που παραβλέπει την επιτακτικότητα του παρόντος και τα «προβλήματα της πραγματικής ζωής».

Δεν είναι, όμως, μόνο οι σημερινοί έφηβοι που χάνουν την προοπτική του μέλλοντος. Η απουσία προοπτικής τείνει να γίνει καταστατική συνθήκη της ζωής μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Το πρεκαριάτο είναι η ρευστή κοινωνική κατηγορία που περιλαμβάνει όσους και όσες προορίζονται να ζήσουν σε μόνιμη εργασιακή επισφάλεια. Περιμένουμε (απαιτούμε!) από αυτούς τους ανθρώπους να είναι καλοί παιδαγωγοί, παραγωγικοί εργαζόμενοι, δημιουργικοί ερευνητές, ενώ ταυτόχρονα τους εγκλωβίζουμε σε έναν τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και του κράτους που τους στερεί κάθε δυνατότητα να οραματιστούν την προσωπική τους εξέλιξη. Η επανάληψη του παρόντος αποτελεί την καλύτερη εκδοχή του μέλλοντος που μπορούν να φανταστούν. Όταν το έργο στο οποίο πρέπει να διοχετεύσουν όλη τους την ενέργεια είναι η εξασφάλιση μιας θέσης αναπληρώτριας καθηγήτριας στη Μέση Εκπαίδευση ή ακαδημαϊκής υποτρόφου στο Πανεπιστήμιο για την επόμενη χρονιά, η επεξεργασία μιας παιδαγωγικής ή ερευνητικής ατζέντας αποτελεί πολυτέλεια, πόσω μάλλον η σύνδεση της εργασίας τους με την προοπτική της κοινωνικής αλλαγής.

Σε συνθήκες κρίσης, ο καπιταλισμός εγκαταλείπει την επιτήδευση της νεοτερικότητας. Η λειτουργία του επικεντρώνεται στη στείρα αναπαραγωγή μοτίβων που εξασφαλίζουν τη σταθερότητα του συστήματος, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπουν την επιτακτικότητα του παρόντος σε μαύρη τρύπα που καταβροχθίζει όλες τις διαστάσεις της χρονικότητας των υποκειμένων.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 106, στις 27 Μαρτίου 2021.

IMAGE CREDIT: M.C. Escher, Bond of Union, 1956.