Μικροδοκίμια

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΤΑ χρόνια, σε αυτήν εδώ τη στήλη, είναι σε εξέλιξη ένα πείραμα. Μπορούμε να μιλάμε με συντομία για σοβαρά ζητήματα, χωρίς ο λόγος μας να εκφυλίζεται σε δυσνόητο γρίφο ή δημοσιογραφική κενολογία; Μπορούμε να αναλύουμε με συντομία την πραγματικότητα –και μάλιστα μια πραγματικότητα που είναι σε διαδικασία ριζικού μετασχηματισμού– χωρίς να εγκλωβιζόμαστε σε ηθικιστικά διλήμματα ή τεχνοφοβικές κοινοτοπίες; Μπορούμε να παράγουμε σύντομο θεωρητικό λόγο, ο οποίος θα μας βοηθά να παρακολουθήσουμε τις αλλαγές της ανθρώπινης κατάστασης που είναι σε εξέλιξη; Το ερώτημα, σε όλες τις περιπτώσεις, αφορά τη συντομία: Μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά με μικρά, συμπαγή και κατανοητά κείμενα που, παρ’ όλα αυτά, θα συνομιλούν με τις θεωρητικές παραδόσεις του παρελθόντος και του παρόντος;

Γιατί πρέπει να το κάνουμε αυτό, όμως; Γιατί να μην γράφουμε χορταστικά βιβλία και εκτενή δοκίμια, όπου θα αναλύουμε λεπτομερώς τα φαινόμενα της εποχής μας και θα αναμετριόμαστε με τις θεωρητικές προκλήσεις που αυτή θέτει; Επειδή, είτε μας αρέσει είτε όχι, οι αναγνωστικές συνήθειες αλλάζουν. Δεν διάβαζαν πάντοτε οι άνθρωποι εκτενή μυθιστορήματα και ογκώδεις θεωρητικές πραγματείες. Ούτε διάβαζαν σαρωτικά έναν τεράστιο όγκο βιβλίων, όπως κάνουν οι σημερινοί αναγνώστες. Διάβαζαν αποσπασματικά και επαναλαμβανόμενα έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό έργων, αναζητώντας τη σοφία στο βάθος και όχι στην έκταση. Ακολούθησε η εποχή του μυθιστορήματος και των μεγάλων θεωρητικών συνθέσεων, στη διάρκεια της οποίας θεμελιώθηκε και η βιομηχανία του βιβλίου. Η εμπορευματοποίηση του γραπτού λόγου συνέβαλε στην αλλαγή των αναγνωστικών συνηθειών και στον εκδημοκρατισμό της γνώσης. Όλες και όλοι είχαν τη δυνατότητα να εντρυφήσουν σε ένα θέμα, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν σε θέση να αφιερώσουν επαρκή χρόνο στη μελέτη του.

Οι ψηφιακές τεχνολογίες σηματοδότησαν μία ακόμα μετάβαση. Η πρόσβαση σε όλα τα επίπεδα της πληροφόρησης και της γνώσης είναι πλέον ελεύθερη και ο χρόνος ή η επίπονη διανοητική προσπάθεια δεν αποτελούν προϋποθέσεις για την ενασχόληση με ένα θέμα. Όλες και όλοι έχουν στη διάθεσή τους έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών από τις οποίες μπορούν να συνθέτουν άμεσα τις απαντήσεις στα ερωτήματα που τους απασχολούν. Τόσο ο όγκος της διαθέσιμης πληροφορίας, όμως, όσο και τα χαρακτηριστικά του μέσου επιβάλλουν τον περιορισμό της έκτασης των κειμένων. Η νέα γνώση συντίθεται από αρθρώματα –από συμπαγείς πληροφοριακές δομές– κι όχι από σχοινοτενείς συλλογισμούς ή μακροσκελείς θεωρητικές επισκοπήσεις.

Ποια μπορεί να είναι η μορφή του θεωρητικού λόγου σε αυτή τη συνθήκη; Ίσως το μικροδοκίμιο να είναι μια απάντηση. Ούτως ή άλλως, μέσω του κατακερματισμού ή της σύνοψης, όλη η σοφία του παρελθόντος τείνει να μετατραπεί σε ένα σύνολο μικροδοκιμίων στην ψηφιακή σφαίρα. Το ερώτημα είναι πώς θα διασφαλιστεί η ακεραιότητα του θεωρητικού λόγου σε αυτό το νέο πλαίσιο. Μήπως πρέπει να αφήσουμε την ελλειπτικότητα της ποίησης και τη διεισδυτικότητα των αφορισμών να μας καθοδηγήσουν;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 156, στις 13 Μαΐου 2023.

Image credit: Andre Vicente Goncalves, Πορτες του κοσμου.

Επιστήμη και Θρησκεία στο βασίλειο του Λόγου

ΕΝΑ από τα πιο βαθιά εδραιωμένα στερεότυπα της δυτικής νεωτερικότητας είναι η αντίθεση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας. Σε αυτό το στερεοτυπικό αφήγημα, η επιστήμη αντιπροσωπεύει την ελεύθερη σκέψη και την αμερόληπτη μελέτη του φυσικού κόσμου, ενώ η θρησκεία τη δογματική σκέψη και την προκατειλημμένη ερμηνεία του κόσμου. Η επιστήμη είναι προσανατολισμένη στην εμπειρία, τη δημιουργία και την πρόοδο· η θρησκεία στη μεταφυσική, τη στασιμότητα και τη συντήρηση. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο σήμερα. Πάντοτε η θρησκεία αποτελούσε εμπόδιο για τον ελεύθερο φυσικό στοχασμό και οι άνθρωποι της προόδου έπρεπε να βρίσκουν πλάγιους τρόπους για να προωθήσουν τις ιδέες τους.

Η αλήθεια είναι ότι τέτοιες δηλώσεις αποτελούν σοβαρή διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας εδώ. Το θέμα είναι ότι η ίδια η ιδέα της αντίθεσης μεταξύ επιστήμης και θρησκείας είναι μια κατασκευή του τέλους του 19ου αιώνα. Όταν η επιστήμη συγκροτείται ως κοινωνική ταυτότητα και αρχίζει να απορροφά το κοινωνικό κύρος που μέχρι τότε απολάμβανε η θρησκεία (κι αυτό δεν γίνεται πριν το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα), εμφανίζονται τα πρώτα αφηγήματα που έχουν στόχο αφενός να εξάρουν την διανοητική ανωτερότητα της επιστήμης έναντι της θρησκείας και, αφετέρου, να προβάλουν τη μεταξύ τους αντίθεση στο σύνολο της Ιστορίας των Επιστημών. Γι’ αυτή την κοινωνική κατασκευή μιλάει ο Peter Harrison στο βιβλίο του Οι Επικράτειες της Επιστήμης και της Θρησκείας. Ο Αυστραλός ιστορικός έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της έρευνάς του στην αναθεώρηση των αντιλήψεων περί επιστήμης και θρησκείας, εστιάζοντας την προσοχή του στην ιστορικότητα των δύο εννοιών, καθώς και στην πορεία συνδιαμόρφωσής τους.

Ο ισχυρισμός που προβάλλει ο Harrison στο βιβλίο είναι ότι όχι μόνο η ιδέα περί προαιώνιας αντίθεσης μεταξύ επιστήμης και θρησκείας αλλά και οι ίδιες οι πρωταγωνίστριες αυτής της αντίθεσης είναι κατασκευές του όψιμου 19ου αιώνα. Είναι η εποχή που οι επιστήμες (στον πληθυντικό) γίνονται Επιστήμη (στον ενικό) και η Θρησκεία (ο Χριστιανισμός) συναντά τους υποδεέστερες όμοιές της – τις «θρησκείες» του κόσμου. Για την αναγνώστρια και τον αναγνώστη που έχουν εκτεθεί στη νέα Ιστοριογραφία της Επιστήμης, το ότι η επιστήμη, ως ομοιογενής και αυτόνομη διανοητική δραστηριότητα, διαμορφώθηκε πριν από ενάμιση αιώνα μπορεί να μην αποτελεί έκπληξη. Είναι δυνατόν να ισχύει το ίδιο και για τη θρησκεία, όμως; Οι θρησκείες υπήρχαν από την αυγή της ανθρωπότητας. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Auguste Comte, το πρώτο στάδιο διανοητικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας ήταν το θεολογικό, στη διάρκεια του οποίου το ανθρώπινο πνεύμα αντιλαμβανόταν τον φυσικό κόσμο ως αποτέλεσμα της δράσης υπερφυσικών όντων. Μπορεί, αλλά οι θρησκείες ως συμπαγή δογματικά συστήματα, που προβάλλουν αξιώσεις αλήθειας, είναι προϊόντα της νεωτερικότητας. Ο Harrison μας εκπλήσσει: «Αυτές που, συχνά πλέον, αναφέρονται ως “ανατολικές θρησκείες” […] εμφανίστηκαν τον 19ο αιώνα και η γέννησή τους καταγράφηκε με ένα νέο εύρος ονομασιών. Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση του “βουδισμού” έγινε το 1801, του “ινδουισμού” το 1829, του “ταοϊσμού” το 1838 και του “κομφουκιανισμού” το 1862. […] Η προϋπόθεση για την εμφάνιση των πολλών “θρησκειών” ήταν ότι κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο προέκυψε ένας κοινός τρόπος εννοιολόγησης της θρησκείας, δηλαδή μίας θρησκείας που είχε συγκεκριμένες πεποιθήσεις και πρακτικές» (σελ. 219-20).

Οι θρησκείες κατασκευάστηκαν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Χριστιανισμού και των εσωτερικών δογματικών του αντιπαραθέσεων. Ο σκοπός ήταν διττός. Αφενός, έπρεπε να μπορούν να συγκριθούν μαζί του, άρα έπρεπε να αποτελέσουν και αυτές συγκροτημένα δογματικά συστήματα. Αφετέρου, έπρεπε να μπορεί να αποδειχθεί ότι η «αλήθεια» τους ήταν κατώτερη ή έστω λιγότερο πλήρης από εκείνη του Χριστιανισμού. Έτσι, η κατασκευή των θρησκειών συνοδεύτηκε από την αναγωγή των διαφόρων συστημάτων πίστης σε συστήματα προτάσεων, τα οποία μπορούσαν να κριθούν ως προς την εσωτερική συνέπεια και την αλήθεια τους. Με άλλα λόγια, οι θρησκείες μπορούσαν πλέον να τεθούν στη δοκιμασία του λόγου. Αλλά αυτό είχε μια απροσδόκητη συνέπεια: Οι θρησκείες ως προτασιακά συστήματα τίθενται στο ίδιο επίπεδο με το άλλο εμβληματικό προτασιακό σύστημα της νεωτερικότητας, την επιστήμη. Το θέμα εδώ δεν είναι πόσο γόνιμη μπορεί να αποδειχθεί μια σύγκριση μεταξύ τους, αλλά ότι θρησκεία και επιστήμη διεκδικούν την ίδια επικράτεια –την επικράτεια της γνώσης– και μάλιστα με όρους αμοιβαίου αποκλεισμού.

ΑΥΤΗ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ της θρησκείας είχε μια εξαιρετικά σημαντική συνέπεια για τη φυσιογνωμία της επιστήμης. Όπως σημειώνει ο Harrison, η πρώιμη χριστιανική θρησκευτικότητα παρείχε το μοντέλο ενός συστήματος πίστης, το οποίο διεκδικούσε οικουμενική και διαπολιτισμική αξία. Η νέα αντίληψη για τη θρησκεία έβαλε τον Χριστιανισμό στο παιχνίδι των αντικρουόμενων ισχυρισμών αλήθειας με τις άλλες θρησκείες, οι οποίες είχαν συγκροτηθεί κατά το πρότυπό του. Όπως ήταν φυσικό, η σύγκριση επικύρωσε την οικουμενική ισχύ των χριστιανικών αληθειών. Τώρα, όμως, είχε δημιουργηθεί ένας επιστημικός χώρος, τον οποίο η θρησκεία μοιραζόταν με την επιστήμη.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ θρησκείας και επιστήμης κατά τον 19ο αιώνα σηματοδότησε τη μεταφορά πολιτισμικού και γνωσιολογικού κύρους από την πρώτη στη δεύτερη. Αυτή η μεταφορά συνέβαλε στην απορρόφηση από τη νεοσύστατη επιστήμη και των αξιώσεων οικουμενικότητας που μέχρι τότε αποτελούσαν αποκλειστικό προνόμιο του Χριστιανισμού: «Ένας από τους λόγους που η επιστήμη μας διατυπώνει καθολικούς ισχυρισμούς […] είναι επειδή δανείζεται από “τη χριστιανική θρησκεία” την ιδέα ότι μπορεί να έχει οικουμενική ισχύ» (σ. 376-7). Συνεπώς, «αν η άνοδος της πολιτισμικής εξουσίας της επιστήμης στη σύγχρονη περίοδο συνέβαλε στην υποστασιοποίηση της θρησκείας, το είδος της εξουσίας που απέκτησε η επιστήμη ήταν δάνειο από την επιβλητική πολιτισμική εξουσία που κάποτε ανήκε στη θρησκεία» (σ. 379).

Όπως συμβαίνει πάντα, όταν τολμάμε να κινηθούμε πέρα από τα εδραιωμένα στερεότυπα, ανακαλύπτουμε έναν κόσμο διαφορετικό, πλούσιο σε νοήματα, ιδέες και πραγματοποιημένες ή μη ιστορικές δυνατότητες. Ο Peter Harrison μας προσφέρει μια γοητευτική ιστορική επισκόπηση, η οποία μας επιτρέπει να δούμε τη νεωτερικότητα υπό νέο φως και να αναστοχαστούμε κριτικά τις πολιτικές ισχύος που εδραιώνονται στο αυτοεπιβεβαιωτικό θετικιστικό αφήγημα της σύγχρονης επιστήμης. Η εξαιρετική μετάφραση του Δημήτρη Πετάκου συνοδεύεται από ένα κατατοπιστικό προοίμιο του ίδιου, που εισάγει δεξιοτεχνικά τον αναγνώστη στις προκλήσεις της σύγχρονης Ιστοριογραφίας της Επιστήμης.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα το Βήμα, στις 30 Απριλίου 2023.

Αναφορές
Peter Harrison (2023). Οι Επικράτειες της Επιστήμης και της Θρησκείας, μτφρ. Δημήτρης Πετάκος. Θεσσαλονίκη: Ροπή.

Black Mirror

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΥΣΤΟΠΙΑ

ΠΡΙΝ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ, στις 23 Γενάρη συγκεκριμένα, βρεθήκαμε στον φιλόξενο χώρο του Ρομάντσου για να μιλήσουμε για το Black Mirror. Αφορμή η κυκλοφορία από τις Εκδόσεις Καστανιώτη του τόμου Black Mirror, ο Μαύρος Καθρέφτης της Ψηφιακότητας, που επιμελήθηκε η Δέσποινα Καταπότη. Το Black Mirror υπήρξε μια εξαιρετικά δημοφιλής τηλεοπτική σειρά, η οποία τροφοδότησε μεγάλο αριθμό συζητήσεων στον ακαδημαϊκό χώρο. Τα θέματα των συζητήσεων αυτών περιλαμβάνουν κρίσιμα κοινωνικά, ανθρωπολογικά και φιλοσοφικά ζητήματα, τα οποία αρκετά χρόνια μετά το τέλος της σειράς συνεχίζουν να απασχολούν τους θεωρητικούς. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όμως, είναι κάπως περίεργο: Βρεθήκαμε για να συζητήσουμε για μια τηλεοπτική σειρά. Μέχρι τα μέσα του 2000 κάτι τέτοιο θα έμοιαζε αδιανόητο, εκτός αν προερχόμασταν από κάποιο πανεπιστημιακό τμήμα Σπουδών Επικοινωνίας. Αυτό κάτι λέει για τη συγκεκριμένη τηλεοπτική σειρά, αλλά και για αρκετές από τις σειρές που γυρίστηκαν έκτοτε. Πέρα από το ότι ο κατ’ οίκον περιορισμός της καραντίνας και η εξάπλωση των τηλεοπτικών πλατφορμών μάς έδωσαν την ευκαιρία να εντρυφήσουμε στη νέα τηλεοπτική παραγωγή, υπάρχουν και αρκετά νέα χαρακτηριστικά του τηλεοπτικού λόγου που έχουν τραβήξει την προσοχή των θεωρητικών. Ένα από αυτά είναι η αποδραματοποίηση. Σε πολλές από τις σειρές που παρακολουθήσαμε τα τελευταία χρόνια, η περιπέτεια, οι συμπλοκές και οι σεναριακές ανατροπές είναι απλές προφάσεις για να ειπωθεί μια ιστορία που έχει σχέση με κρίσιμα κοινωνικά ή φιλοσοφικά προβλήματα. Η πραγματική περιπέτεια είναι η περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης, η αναζήτηση της ταυτότητας, η ψηλάφηση των ορίων της ανθρωπινότητας. Αρκετές σειρές αποτυπώνουν αυτό το χαρακτηριστικό με ιδιαίτερα εύγλωττο τρόπο:

  • To Penny Dreadful, μια queer σειρά του 2014 που συνοψίζει τη βικτωριανή λογοτεχνία του φανταστικού και πραγματεύεται την ανάδυση του νεοτερικού υποκειμένου ως τερατογένεση.
  • Το Orphan Black του 2013, το οποίο συζητά θέματα που σχετίζονται με την υπέρβαση των ορίων της ανθρώπινης σωματικότητας υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας του διανθρωπισμού και των πιο πρόσφατων εξελίξεων στη βιοτεχνολογία. Σημειώνω χαρακτηριστικά ότι οι τίτλοι των επεισοδίων του πρώτου κύκλου της σειράς προέρχονται από την Καταγωγή των Ειδών του Δαρβίνου, του δεύτερου από έργα του Francis Bacon και του τέταρτου από έργα της Donna Haraway.
  • Το Westworld του 2016, το οποίο εξετάζει το ζήτημα της προσωπικής ταυτότητας, της ελεύθερης βούλησης και του συμπεριφορικού ελέγχου σε μια επικράτεια όπου η γραμμή που οριοθετεί το ανθρώπινο από το μη ανθρώπινο δεν είναι πάντοτε σαφής.
  • Και, φυσικά, το Black Mirror για το οποίο θα συζητήσουμε αναλυτικότερα στη συνέχεια.

Τι κοινό έχουν αυτές οι σειρές; Πέρα από το ότι είναι καλοφτιαγμένες και χαρακτηρίζονται από την πρόθεση να απευθυνθούν σε ένα ενημερωμένο και προβληματισμένο κοινό, θέτουν όλες με έμφαση το ίδιο πρόβλημα: Σε έναν κόσμο που υφίσταται βαθιές τεχνολογικές μεταβολές και ανασημασιοδοτήσεις, πώς οριοθετείται το ανθρώπινο από το μη ανθρώπινο; Το Penny Dreadful μιλάει για την αποκόλληση του νεοτερικού υποκειμένου από τη μήτρα της Ιστορίας, όπου το ανθρώπινο μοιραζόταν τον κόσμο με διάφορες προνεοτερικές μορφές, και για το τραύμα που προκλήθηκε από αυτή τη ρήξη. Οι υπόλοιπες σειρές μιλούν για το ενδεχόμενο απώλειας της κυριαρχίας που έχει εξασφαλίσει ο άνθρωπος επί των άλλων μορφών ζωής με τις οποίες μοιράζεται τον νεοτερικό κόσμο, και το υπαρξιακό άγχος που προκαλείται από αυτή την προοπτική.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό που μοιράζονται οι τρεις από τις τέσσερις σειρές που ανέφερα (αλλά, για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω εδώ, πιστεύω και το Penny Dreadful) είναι η αναφορά τους στην ψηφιακότητα. Οι δυνατότητες που ενεργοποιούνται από τις ψηφιακές τεχνολογίες αποτελούν την πάγια τεχνολογική αναφορά αυτών των σειρών και ορίζουν το πλαίσιο στο οποίο διενεργείται ξανά και ξανά, με ακατάβλητη επιμονή, η Δοκιμασία Turing που θα δείξει ότι η Rachel είναι ρέπλικα (και που το έδειξε, όμως, δεν έπαιξε κανένα ρόλο).

BLACK MIRROR, λοιπόν. Οι συζητήσεις για τη σειρά έχουν εστιάσει ως επί το πλείστον στο δίπολο τεχνοφιλία-τεχνοφοβία. Η σειρά έχει καταγραφεί ως τεχνοφοβική, αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο: όχι ως μια άκριτη καταγγελία της τεχνολογίας, ως μια σύγχρονη έκφραση λουδισμού, αλλά ως μια εύστοχη κριτική των συνεπειών της γενικευμένης ψηφιακότητας στην κοινωνική ζωή και την προσωπική ταυτότητα των υποκειμένων. Μια κριτική που είναι αδύνατο να παραβλέψουν ακόμα και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της ψηφιακότητας. Ωστόσο, αυτή η ανάγνωση δεν συλλαμβάνει το κύριο χαρακτηριστικό της σειράς. Το Black Mirror πετυχαίνει κάτι αξιοθαύμαστο – κάτι που πολύ λίγες σειρές και ταινίες επιστημονικής φαντασίας έχουν κατορθώσει. Παράγει μια εικόνα του τώρα που δεν είναι τώρα. Τοποθετεί τις προηγμένες ψηφιακές τεχνολογίες του αύριο σε έναν κόσμο που δεν έχει αλλάξει από την τεχνολογία· έναν κόσμο που δεν είναι αυτός που παρήγαγε τις συγκεκριμένες τεχνολογίες, άρα δεν μετασχηματίστηκε, δεν ωρίμασε, δεν ανανοηματοδοτήθηκε κατά τη διαδικασία παραγωγής και κοινωνικής ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων. Είναι ένας κόσμος που κατοικείται από τα ίδια υποκείμενα και διέπεται από τις ίδιες αξίες με τον κόσμο που μας είναι οικείος. Γι’ αυτό και η παρουσία των συγκεκριμένων τεχνολογιών τον κάνει να δείχνει ανατριχιαστικός. Σαν να τοποθετείς το αγριεμένο στόμα μιας γάτας στο πρόσωπο ενός μωρού. Το οικείο και το ξένο ταυτόχρονα, η ασυμφιλίωτη αντίθεση που δεν έχει οντολογική αναφορά, η απειλή της οποίας αδυνατείς να προσδιορίσεις την προέλευση. Το Black Mirror δεν είναι μια «ρεαλιστική φαντασία», δεν είναι η προβολή στο μέλλον της σημερινής τεχνολογικής κοινωνίας· είναι μια επί τούτου κατασκευασμένη εικόνα ενός κόσμου που δεν είναι ούτε υπαρκτός ούτε πιθανός. Είναι σκέτο θέαμα. Ο Charlie Brooker αξιοποιεί τα εργαλεία που τόσο καλά ξέρει να χειρίζεται για να φτιάξει και να τοποθετήσει στον κόσμο της σκέψης και του κοινωνικού προβληματισμού ένα τεχνούργημα που λειτουργεί ως μηχανή καταστροφής νοημάτων. Το οικείο μετατρέπεται σε ξένο, το φιλικό σε απειλή και το ανθρώπινο … σε όλα τα πιθανά αντίθετά του.

Γιατί, όμως, η θέαση του Black Mirror λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο; Στο κάτω κάτω, το θέμα του είναι η ψηφιακότητα, μια τεχνολογία με την οποία όλες και όλοι είμαστε εξοικειωμένοι, μια τεχνολογία που αποτελεί πλέον τη βάση της καθημερινής μας εμπειρίας, από την εργασία μέχρι την επικοινωνία και από τη διασκέδαση μέχρι τη γνώση. Τι νέο φέρνει σε αυτή την εμπειρία η θέαση της σειράς;

ΣΥΝΗΘΙΖΟΥΜΕ να βλέπουμε την ψηφιακότητα ως συνέχεια και, ενδεχομένως, κορύφωση των μετασχηματισμών που ξεκίνησαν με την πρώτη βιομηχανική επανάσταση. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι όταν αναφερόμαστε στις ψηφιακές τεχνολογίες μιλάμε για τέταρτη βιομηχανική επανάσταση: Ό,τι έκαναν οι μηχανές των προηγούμενων βιομηχανικών επαναστάσεων τώρα γίνεται πιο γρήγορα, πιο αποτελεσματικά, πιο «έξυπνα». Αναμφίβολα, κάθε επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης προσθέτει νέες κοινωνικές ποιότητες, αλλά ο σκοπός είναι πάντα ο ίδιος. Να καταφέρουν οι άνθρωποι να παραγάγουν πιο αποτελεσματικά τους υλικούς όρους της ύπαρξης και της συνύπαρξής τους. Άρα, αυτό που κάνει η ψηφιακότητα είναι, αφενός, ότι μεταφέρει αυτή τη διαδικασία σε υψηλότερο επίπεδο και, αφετέρου, ότι εισάγει τον αυτοματισμό σε σφαίρες του κοινωνικού όπου μέχρι πρόσφατα κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο. Όπως είναι φυσικό, από αυτή τη διεύρυνση προκύπτουν μια σειρά από πολύ σημαντικά κοινωνικά ζητήματα, όπως είναι η ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων και η επέκταση των διαδικασιών παραγωγής υπεραξίας στη σφαίρα της αναπαραγωγής. Το Black Mirror, όμως, δεν επικεντρώνεται σε αυτό που ενώνει τις ψηφιακές τεχνολογίες με τις προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις, αλλά σε αυτό που τις διαχωρίζει. Δεν σχολιάζει, δηλαδή, την επίταση των προβλημάτων που σχετίζονται με την παρουσία της τεχνολογίας στην κοινωνική ζωή, αλλά τους μετασχηματισμούς που επιφέρουν οι ψηφιακές τεχνολογίες ειδικά στην ανθρώπινη κατάσταση.

Σε όλη την ιστορία τους, οι βιομηχανικοί αυτοματισμοί μηχανοποιούσαν την ανθρώπινη σωματικότητα. Την ικανότητα του ανθρώπου να σηκώνει βάρη, να μετακινεί, να τοποθετεί, να βιδώνει, να συναρμολογεί ή ακόμα πιο εκλεπτυσμένες σωματικές λειτουργίες, όπως το να βλέπει, να ακούει, να αισθάνεται τη θερμοκρασία κ.λπ. Αναμφίβολα, με τις ψηφιακές λειτουργίες οι αυτοματισμοί αυτού του είδους περνούν σε άλλο επίπεδο. Όμως, η ψηφιακότητα κάνει και κάτι παραπάνω. Για πρώτη φορά στην ιστορία, μηχανοποιεί και αυτό που έκανε τον άνθρωπο να νιώθει μοναδικός. Τις ψυχικές και διανοητικές του λειτουργίες και ικανότητες. Αυτό είναι πραγματικά νέο. Για τη σωματικότητα, πιθανότατα λόγω της επιρροής του Χριστιανισμού, ο δυτικός άνθρωπος ποτέ δεν προβληματίστηκε ιδιαίτερα. Εδώ και τέσσερις αιώνες πειραματίζεται με την ιδέα ότι το σώμα είναι μηχανή και μετά με την ιδέα ότι είναι ένα σύνολο φυσικοχημικών διεργασιών – στην οποία ιδέα, εξάλλου, στηρίζεται και όλη η σύγχρονη Ιατρική. Η μηχανοποίηση των σωματικών ικανοτήτων μπορεί να συνιστά μια μορφή απαλλοτρίωσης (στην οποία αντέδρασαν οι ειδικευμένοι εργάτες του 18ου αιώνα όταν αισθάνθηκαν να απειλούνται από τις μηχανές), αλλά δεν προξενεί κανένα υπαρξιακό άγχος. Με το «πνεύμα» τα πράγματα είναι διαφορετικά. Σε όλη τη μακρά ιστορία των βιομηχανικών επαναστάσεων, η μόνη νοητική διεργασία που έγινε δυνατό να μηχανοποιηθεί ήταν η βηματική καταμέτρηση, τουτέστιν ο υπολογισμός. Και ξαφνικά (όχι και τόσο ξαφνικά, στην πραγματικότητα) βλέπουμε να μηχανοποιούνται η ευφυΐα, η βούληση, η επιθυμία, η διαίσθηση, η ικανότητα λήψης αποφάσεων… Ένα πλήθος από ιδιότητες που χάριζαν στον άνθρωπο τη μοναδικότητά του, ακόμα και η ικανότητά του να κάνει λάθος, γίνονται ιδιότητες περισσότερο ή λιγότερο πολύπλοκών μηχανικών συστημάτων. Αυτό δεν είναι βιομηχανική επανάσταση, είναι μια νέα κοινωνική συνθήκη.

ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ θέτει μπροστά μας το Black Mirror. Πώς θα ήταν ένας κόσμος στον οποίο θα μοιραζόμασταν με τα τεχνουργήματά μας αυτό που μας κάνει μοναδικούς, αυτό που μας κάνει δυνητικά ισότιμους με το θείο; Η σειρά δεν ρωτάει πώς θα ήταν ένας κόσμος που θα τον μοιραζόμασταν με άλλες νοήμονες οντότητες· με καλούς ή κακούς εξωγήινους, με συνεργάσιμες ή εξεγερμένες τεχνητές νοημοσύνες, με ανοίκειες μορφές ζωής που εισβάλλουν στον κόσμο των ανθρώπων. Αυτό είναι επιστημονική φαντασία. Το Black Mirror θέλει να θέσει μια πιο ανατριχιαστική ερώτηση: Πώς θα ήταν ένας κόσμος όπου θραύσματα της ανθρώπινης ψυχής, λογικές διεργασίες, συναισθήματα, επιθυμίες, αποφάσεις, γνώσεις, προκαταλήψεις θα είχαν ενσωματωθεί σε μηχανικά συστήματα, τα οποία θα αλληλεπιδρούσαν με τον άνθρωπο σε όλες τις σφαίρες της προσωπικής και κοινωνικής ζωής του; Πώς θα ήταν ένας κόσμος στον οποίο ο άνθρωπος δεν θα χειριζόταν τις μηχανές του, αλλά θα έπρεπε να επικοινωνεί μαζί τους;

Το σενάριο αρχίζει να γίνεται ανατριχιαστικό. Αλλά ο Charlie Brooker δεν αρκείται σε αυτό. Οι νοήμονες μηχανές με τις οποίες μοιραζόμαστε το κόσμο παραμένουν, παρ’ όλα αυτά, μηχανές – τεχνουργήματα που χαρακτηρίζονται από όλη την αβεβαιότητα και απροσδιοριστία που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες κατασκευές. Είναι μηχανικά συστήματα φτιαγμένα βάσει της ατελούς γνώσης που έχουμε για τον κόσμο και για τον εαυτό μας. Βάσει της ατελούς κατανόησης του ανθρώπινου ψυχισμού και των ανθρώπινων νοητικών διεργασιών, αλλά επίσης της ατελούς κατανόησης της φύσης του χρόνου και των νόμων που διέπουν τις φυσικές διεργασίες. Τι μπορεί να περιμένει κανείς από αυτά τα μηχανήματα, πέρα από το ότι θα αναπαράγουν την ατέλειά μας χωρίς δικαιολογίες, διορθώσεις, στρογγυλοποιήσεις και παράβλεψη σφαλμάτων; Κι ότι, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αργά ή γρήγορα θα οδηγούνται σε απρόβλεπτες συμπεριφορές, αδυσώπητες χρονικές λούπες και απάνθρωπες αποφάσεις που καμιά συγχώρεση δεν μπορεί να τις αναιρέσει;

Αυτό ακριβώς περιγράφει το Black Mirror: Μια κοινωνική συνθήκη όπου τα υποκείμενα είναι εγκλωβισμένα σε ένα μηχανικό σύμπαν το οποίο αναπαράγει την ανθρώπινη ατέλεια, αλλά λειτουργεί με την άτεγκτη αυστηρότητα και τον ψυχρό ορθολογισμό των μηχανών. Κι αυτό είναι που μας τρομάζει, που κάνει το Black Mirror ανατριχιαστικό. Το ίδιο στοιχείο, όμως, συμπυκνώνει και την ιδιαίτερη αξία της σειράς: Αν απεγκλωβιστούμε από το δίπολο τεχνοφιλίας-τεχνοφοβίας, ιδιαίτερα από την προσφιλή μας τεχνοφοβία, θα διαπιστώσουμε ότι η σειρά έχει στόχο να μας θέσει μπροστά σε ένα επιτακτικό κοινωνικό ερώτημα: Πώς θα είναι ένας κόσμος που θα προκύψει από την εφαρμογή της επιστήμης και της τεχνολογίας, χωρίς καμιά κοινωνική διαβούλευση και κανένα κοινωνικό αναστοχασμό; Γιατί αυτό είναι, εντέλει, ο ανατριχιαστικός κόσμος του Black Mirror: Ένα τεχνολογικό σύμπαν που προέκυψε χωρίς κανέναν αναστοχασμό σχετικά με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της γνώσης, της επιστήμης και της τεχνολογίας. Ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που χρησιμοποιεί τα θραύσματα των πιο σκοτεινών πλευρών της ανθρώπινης κατάστασης για να οικοδομήσει την τεχνολογική της ουτοπία.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 150, στις 18 Φεβρουαρίου 2023.