Τετράδιο

Τα τετράδια έχουν τις δόξες τους αυτές τις μέρες. Όλοι και όλες αγοράζουν τετράδια για τη νέα σχολική χρονιά. Μόνο που αυτά δεν είναι πραγματικά τετράδια. Τετράδιο είναι το αντικείμενο που προκύπτει όταν διπλώσουμε μια παραλληλόγραμμη επιφάνεια δύο φορές, κάθετα τη μία στην άλλη. Το τετράδιο έχει τέσσερα φύλλα και κάθε φύλλο έχει δύο όψεις, άρα σημαίνει, κυριολεκτικά, τέσσερα επί δύο. Συρράπτοντας πολλά τετράδια φτιάχνουμε έναν κώδικα. Το υλικό από το οποίο φτιάχνονταν τα τετράδια ήταν για αιώνες η περγαμηνή, δηλαδή το επεξεργασμένο δέρμα· από τον 13ο αιώνα άρχισε να χρησιμοποιείται (και στη Δύση) το χαρτί. Η ιστορία της γραφής και του βιβλίου είναι γεμάτη απροσδόκητες αποστροφές. Όλες οι σχετικές τεχνολογίες, όμως, έχουν εμπεδωθεί σε τέτοιο βαθμό στον πολιτισμό μας που δεν μας περνάει από το μυαλό να τις επερωτήσουμε.

Για ποιο λόγο, λοιπόν, γράφουμε μέσα σε παραλληλόγραμμα πλαίσια; Με άλλα λόγια, γιατί επιμένουμε να χωρίζουμε τα κείμενά μας (και άρα τη σκέψη μας) σε σελίδες; Το τετράδιο το συναντάμε στα μισά της ιστορίας. Πριν από αυτό είχαν χρησιμοποιηθεί άλλα μέσα αποτύπωσης του γραπτού λόγου. Ανάμεσα σε αυτά, τα ειλητάρια, τα οποία έμοιαζαν περισσότερο με ταινίες παρά με σελίδες· επίσης, οι επιτύμβιες στήλες, οι οβελίσκοι, οι ναοί κ.λπ. Ωστόσο, η σελίδα ήταν ανέκαθεν η κυρίαρχη μορφή διευθέτησης του κειμένου. Πιθανότατα η αντοχή της οφείλεται στο γεγονός ότι είναι φτιαγμένη από πέτρα: Η σελίδα είναι η ανά τους αιώνες αναπαραγωγή της πήλινης πινακίδας πάνω στην οποία χαράχτηκαν τα πρώτα σύμβολα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Το άλλο μισό της ιστορίας είναι γνωστό. Ο κώδικας έγινε βιβλίο, το βιβλίο έντυπο και το έντυπο βιβλίο αποτέλεσε το πρότυπο για όλες τις υπόλοιπες μορφές γραπτής επικοινωνίας. Στις μέρες μας, το Amazon Kindle προσπαθεί να πείσει ότι δεν διαφέρει από το συμβατικό βιβλίο (εκτός ίσως από το ότι περιέχει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη). Το ίδιο η κοινή ψηφιακή ταμπλέτα, τα προγράμματα επεξεργασίας κειμένου, η ψηφιακή εκτύπωση κ.λπ. Η γεωμετρία της σκέψης παραμένει, ακόμα, δεσμευμένη στην αισθητική της σελίδας.

Μόνο αν δούμε τα πράγματα υπό αυτό το πρίσμα καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλη επανάσταση είναι η ανάδυση, τα τελευταία χρόνια, του υπερκειμένου. Μολονότι εξοικειωθήκαμε γρήγορα με τη νέα πολιτισμική μορφή, δεν είμαστε ακόμα σε θέση να εκτιμήσουμε πλήρως τις συνέπειες της επικράτησής της: Το ψηφιακό περιβάλλον μεταχειρίζεται το κείμενο με έναν ριζικά νέο τρόπο. Όχι μόνο το αποδεσμεύει από τη σελίδα και το αποτοπικοποιεί, αλλά το μετατρέπει από αντικείμενο σε διαδικασία. Το κείμενο ποτέ δεν είναι ολοκληρωμένο, ποτέ δεν σταματά να γράφεται, ποτέ δεν κλείνεται οριστικά ανάμεσα σε δύο εξώφυλλα. Δεν θα πρέπει, άραγε, να περιμένουμε ότι αυτή η νέα πολιτισμική τεχνολογία θα επηρεάσει τις μορφές έκφρασης και, ως εκ τούτου, την ίδια τη διάρθρωση της ανθρώπινης σκέψης;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 72, στις 12 Οκτωβρίου 2019.

IMAGE CREDIT: SQUARE ONE, MIND. BODY. SOUL., 1999.

Res cogitans

ΣΤΑ ΜΕΣΑ του 17ου αιώνα, ο René Descartes οριστικοποίησε ένα σχήμα που διαπερνούσε μεγάλο μέρος του δυτικού φιλοσοφικού και θεολογικού στοχασμού. Τη διάκριση σώματος-πνεύματος. Το υλικό σώμα ταυτίζεται με την ιδιότητα της έκτασης, ενώ το πνεύμα με την ικανότητα της σκέψης. Το σώμα αντιπροσωπεύει την παθητικότητα και την αδράνεια, ενώ το πνεύμα αντιπροσωπεύει την ενεργητικότητα και τη βούληση. Ένα σημαντικό πρόβλημα που προέκυψε από αυτή τη διάκριση είναι το πρόβλημα της επικοινωνίας των δύο διαστάσεων της ύπαρξης. Πώς μεταφέρει το σώμα τις εμπειρίες και τις ανάγκες του στο πνεύμα και, κυρίως, πώς μεταφέρει το πνεύμα τις αποφάσεις του στο σώμα; Υπάρχει κάποιο ειδικό όργανο μέσω του οποίου πραγματοποιείται αυτή η μεταβίβαση; Και αν ναι, που ανήκει αυτό, στο σώμα ή στο πνεύμα;

Προφανώς, δεν θα μας απασχολήσει εδώ η πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού που αφιερώθηκε στην απάντηση των συγκεκριμένων ερωτημάτων. Στην πορεία της ιστορίας όμως ο καρτεσιανός δυϊσμός μεταφέρθηκε και στα έργα των ανθρώπων. Η κατασκευή των υπολογιστών αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το συγκεκριμένο σχήμα. Η εδραία διάκριση ανάμεσα σε software και hardware κάθε άλλο παρά αναγκαία και τεχνολογικά αυτονόητη είναι: το λογισμικό παραπέμπει στον ανθρώπινο λογισμό και το υλισμικό στην αδρανή σωματικότητα της ύλης. Ακόμα και η ηθική κανονιστικότητα που είναι συναρτημένη με τον καρτεσιανό δυϊσμό βρίσκει εφαρμογή εδώ: το λογισμικό έχει αδιαπραγμάτευτα ηγεμονικό ρόλο και, προοπτικά, τείνει να απορροφήσει το υλισμικό.

Πώς πραγματοποιείται όμως η σύζευξη των δύο διαστάσεων της τεχνολογικής ύπαρξης; Ο Καρτέσιος ήταν πεπεισμένος ότι στο κέντρο του εγκεφάλου βρισκόταν ένας αδένας που επιτελούσε αυτή τη λειτουργία. Στον σύγχρονο υπολογιστή, τη θέση αυτού του οργάνου την παίρνει ο επεξεργαστής. Το CPU είναι το καρτεσιανό conarium. Οι πιο παλιοί θυμούνται, εξάλλου: μέχρι τη δεκαετία του ’80 ο υπολογιστής ονομαζόταν «ηλεκτρονικός εγκέφαλος». Ο εγκέφαλος αυτός περιστοιχίζεται από συσκευές εισόδου και εξόδου, οι οποίες έχουν την ευθύνη να άγουν πληροφορίες από τον κόσμο της ύλης στον κόσμο του πνεύματος, και αντίστροφα. Κι εκείνος, βάσει των δεδομένων με τα οποία τροφοδοτείται, κρίνει, αποφασίζει και ενεργεί. Με αυτή την έννοια, ο υπολογιστής δεν είναι ούτε εργαλείο (=χρήση) ούτε μηχανή (=αυτοματισμός). Είναι ένα νέο είδος που κατασκεύασε ο άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, όχι του εαυτού του, αλλά μιας φιλοσοφικής θεώρησης του εαυτού του.

Θα είχε, επομένως, ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε πώς θα ήταν τα πράγματα, αν οι τεχνολογικές επιλογές είχαν καθοριστεί από μια άλλη φιλοσοφική παράδοση. Μολονότι ιστορικά ένα τέτοιο ερώτημα είναι ασφαλώς άνευ νοήματος, το ότι μπορούμε να το διατυπώσουμε είναι σημαντικό: μας επιτρέπει να στοχαστούμε την ενδεχομενικότητα της τεχνολογίας και τον μη αναπόδραστο χαρακτήρα επιλογών που μας επιβάλλονται με το βάρος της «φυσικής» αναγκαιότητας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 4, στις 5.11.2016

Image Credit: Dora Maar, Sans title, 1934.