Οθόνη

ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ποτέ την οθόνη. Βλέπουμε μόνο αυτό που δείχνει ή αυτό που παίζει η οθόνη. Στα αγγλικά χρησιμοποιείται η λέξη display ως ρήμα για να δηλώσει αυτό που κάνει η οθόνη, αλλά και ως ουσιαστικό γι’ αυτό που είναι η οθόνη. Η λέξη δεν έχει σχέση με το «παιχνίδι», αλλά με τη λατινική λέξη displicare που σημαίνει ξεδιπλώνω. Απλώνω το ρολό, ξεδιπλώνω το γράμμα για να αποκαλύψω το περιεχόμενό τους. Επίσης, λύνω τη διπλωμένη σημαία για να αποκαλύψω την ταυτότητά μου. Η οθόνη, με αυτή την έννοια, είναι κάτι που μεσολαβεί ανάμεσα στον αποδέκτη ενός μηνύματος και το ίδιο το μήνυμα. Ο ρόλος της είναι να πάψει να υπάρχει. Δεν είναι τυχαίο ότι το displicare έχει και την έννοια του διασκορπισμού: Προκειμένου το μήνυμα να γίνει εμφανές, η οθόνη οφείλει να αποσυντεθεί, ώστε να διευκολύνει την απευθείας επικοινωνία του αποδέκτη του μηνύματος με το περιεχόμενο που κείται πέραν της οθόνης.

Στα ελληνικά, η λέξη οθόνη έχει διαφορετική προέλευση. Οθόνες (στον πληθυντικό) ήταν στην αρχαιότητα τα λεπτά λινά υφάσματα. Υφάσματα που χρησιμοποιούνταν για ένδυση, για την περιποίηση των νεκρών, αλλά και για την πλοήγηση μικρών σκαφών. Με αυτή την έννοια, η οθόνη βρίσκεται πλησιέστερα στην αγγλική λέξη screen και τη γαλλική écran: Το πέτασμα που αρχικά είχε στόχο την προστασία από το κακό και την τιμωρία και στη συνέχεια απέκτησε την έννοια του διαχωριστικού εν γένει. Η οθόνη χωρίζει δύο κόσμους: τον κόσμο όπου βρίσκεται το πάσχον σώμα και τον κόσμο όπου διαδραματίζεται η απειλή, το κακό ή απλώς η δράση. Το πάσχον σώμα συγκινείται, φοβάται, κυμαίνεται συναισθηματικά, βιώνει την απειλή, αλλά παραμένει ασφαλές και προστατευμένο από αυτή. Και σε αυτή την εκδοχή της, η οθόνη οφείλει να παραμείνει διαφανής, χωρίς να φορτίζει τον χώρο με την υλική της παρουσία. Ο ρόλος της είναι να προσφέρει στο υποκείμενο όσο το δυνατό πιο ρεαλιστικά τη ζάλη της έκθεσης, τον ίλιγγο της αιώρησης στα όρια της ύπαρξης, αλλά ταυτόχρονα να το κρατά σε απόσταση από τον πραγματικό κίνδυνο. Η αποκάλυψη της παρουσίας της θα κατέστρεφε την ψευδαίσθηση.

Ωστόσο, η οθόνη δεν είναι ούτε αθώα ούτε παθητική. Αυτό το αντικείμενο που δεν βλέπουμε ποτέ ως τέτοιο, μάς επιβάλλει τους όρους του με μια ακατάλυτη δύναμη. Για να δούμε το μήνυμα, για να βιώσουμε την ψευδαίσθηση πρέπει να πάρουμε μια συγκεκριμένη στάση απέναντί του. Να σιγάσουμε όλες τις αισθήσεις μας εκτός από την όραση και να σταθούμε ακίνητοι, εκτελώντας μόνο τις κινήσεις που εκείνη υπαγορεύει. Πρέπει να γίνουμε ένα με αυτή, να προσδεθούμε στην ανυπαρξία της και να αποδεχθούμε τον διασκορπισμό της ως υπόσχεση μιας αποκάλυψης που μόνο με την πλήρη παράδοσή μας θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 46, στις 28.7.2018.

Ηλεκτρισμός

ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ να ζήσουμε χωρίς ηλεκτρισμό. Ο ηλεκτρισμός αποτελεί τη βασική υλική συνθήκη του σύγχρονου πολιτισμού. Ακόμα και περιοχές που δεν καλύπτονται από το τερατώδες δίκτυο που αγκαλιάζει την επιφάνεια του πλανήτη, μπορούν να ενωθούν με αυτό χάρη στις φορητές συσκευές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή στον πολιτισμό. Και, όμως, ο ηλεκτρισμός είναι μια πολύ πρόσφατη τεχνολογία. Πρακτικά, η χρήση του άρχισε να γενικεύεται στις αρχές του 20ού αιώνα και, λίγες μόνο γενιές αργότερα, έγινε τόσο αυτονόητη που δεν μπορούμε να διανοηθούμε έναν κόσμο χωρίς ηλεκτρισμό.

Το περίεργο είναι ότι ο ηλεκτρισμός ήταν γνωστός στους ανθρώπους για χιλιάδες χρόνια. Και για χιλιάδες χρόνια παρέμεινε ένα παράδοξο χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς καμία χρησιμότητα. Ακόμα κι όταν άρχισε να μελετάται επιστημονικά στις αρχές του 18ου αιώνα, παρέμεινε μια φυσική παραδοξότητα, που χρησιμοποιήθηκε για λόγους εντυπωσιασμού και επίδειξης. Οι φυσικοί φιλόσοφοι της εποχής οργάνωναν παραστάσεις με αιωρούμενα παιδάκια, κυρίες με ανορθωμένα μαλλιά και στιβαρούς άντρες που εκτινάσσονταν από την εκφόρτιση ογκωδών πυκνωτών. Κανείς δεν απαίτησε ποτέ από τον ηλεκτρισμό κάτι περισσότερο από αυτό, για έναν ολόκληρο αιώνα. Διότι απλούστατα ο κόσμος δεν χρειαζόταν τις υπηρεσίες του: κανείς δεν είχε σκεφτεί να μετατρέψει τη νύχτα σε μέρα και κανείς δεν είχε ανάγκη την τεχνητή ψύξη (η οποία, εξάλλου, μάλλον όψιμα συνδέθηκε με τον ηλεκτρισμό).

Τι άλλαξε; Στις αρχές του 19ου αιώνα κάνει την εμφάνισή της μια ομάδα ανθρώπων που σταδιοδρομούν χάρη στις μηχανικές εφευρέσεις τους: οι εφευρέτες-επιχειρηματίες-μηχανικοί. Κάποιοι από αυτούς κατασκευάζουν και επιδεικνύουν ηλεκτρικές μηχανές και διατάξεις προσπαθώντας να πείσουν τα ακροατήριά τους, πρώτον, ότι ο ηλεκτρισμός είναι μια σπουδαία και χρήσιμη δύναμη και, δεύτερον, ότι ίδιοι είναι οι μόνοι που μπορούν να εξουσιάσουν και να ελέγξουν αυτή τη δύναμη. Ο ηλεκτρισμός ως χρήσιμη δύναμη (δεν υπάρχει ακόμα η έννοια της ενέργειας) και οι κύριοι του ηλεκτρισμού συμπαράγονται  μέσω μιας αμοιβαία νομιμοποιητικής διαδικασίας. Η κοινωνική καταξίωση των μηχανικών προάγει τη χρήση του ηλεκτρισμού και οι πρακτικές εφαρμογές του ηλεκτρισμού συμβάλλουν στην αναβάθμιση του κύρους των ειδημόνων-μηχανικών.

Το περιβάλλον του αναδυόμενου βιομηχανικού καπιταλισμού αποτελεί, ασφαλώς, ιδανικό πλαίσιο γι’ αυτή τη διαδικασία. Η τιθάσευση  του ηλεκτρισμού, όμως, δεν υπακούει σε κάποια ιστορική νομοτέλεια. Δεν είναι μια τεχνολογική ανακάλυψη που αργά ή γρήγορα θα γινόταν. Η ίδια η βιομηχανική παραγωγή θα χρειαστεί περισσότερο από έναν αιώνα για να ενσωματώσει πλήρως τον ηλεκτρισμό. Με άλλα λόγια, ο ηλεκτρισμός δεν έρχεται να επιλύσει κάποιο προϋπάρχον πρόβλημα της κοινωνίας ή της παραγωγής. Η χρήση του καθιερώνεται χάρη στο γεγονός ότι το δίδυμο τεχνολογία-ειδικοί επιλύει με επιτυχία τα προβλήματα που δεν θα υπήρχαν, αν το δίδυμο αυτό δεν είχε εδραιωθεί κοινωνικά.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 45, στις 14.7.2018.

Gender and the digital

BRIEF COMMUNICATION presented at the international workshop Women in the History of Science, Philosophy and Literature that took place in Syros, Greece, 12-14 July 2018.


The underlying question of this workshop is what do we learn if we adopt a gender-sensitive perspective, that we do not learn from the mainstream narratives in history of science, philosophy and literature? Stories of women who thrived in philosophy can surely be found in the mainstream history of philosophy – often combined with the politically-correct lament for the inferior status they enjoyed; but it is indeed difficult to find a history of philosophy that takes seriously into account the gendered ways of philosophizing. After all, philosophy is philosophy and science is science. Truth about the world and about being in the world does not depend on gender, class, race etc. It is a hard-core result that can be reached through various ways, but is always the same.

Of course, all of us who participate in this meeting know very well that this is an obsolete approach and that historiography has moved far beyond this point. However, we should not fool ourselves: Stories in the press, stories taught at schools, reproduced in the public sphere and even the commonsensical perception of history of science and philosophy have it this way. They defend women’s position and even assert their right to enjoy equal treatment by historians, but they are unable to escape the limits of the established perspective. If we take some distance from our disciplinary borders, we’ll soon come to realize that we are just an islet in an ocean of trivial feminism.

Continue reading