Φανταστικοί Χάρτες 1.0

ΑΣ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΟΥΜΕ να φανταστούμε έναν διαφορετικό χάρτη του κόσμου. Στη συνήθη αναπαράσταση κάθε χώρα συνορεύει με άλλες χώρες και κάθε ήπειρος κατέχει μια συγκεκριμένη θέση στην τοπο-γραφική αναπαράσταση του κόσμου. Σε αυτή τη διάταξη στηρίζεται η εκτίμηση του «κοντά» και του «μακριά». Κοντά είναι αυτό που βρίσκεται δίπλα, μακριά είναι αυτό που για να το φτάσουμε πρέπει να χαράξουμε μεγαλύτερη γραμμή στον χάρτη. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να αντιστρέψουμε αυτή τη σχέση: να φτιάξουμε ένα χάρτη του κόσμου ξεκινώντας από το «κοντά» και το «μακριά» και μετατρέποντας την τοπο-γραφία σε συνάρτηση της εγγύτητας.

Εγώ ο κάτοικος της Αθήνας βρίσκομαι πλησιέστερα στην Ηγουμενίτσα ή στη Ρώμη; Στα Τίρανα ή στο Ντουμπάι; Στη Μινόρκα ή στην Ουάσιγκτον; Στη Σάμο ή στην Κωνσταντινούπολη; Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις δεν είναι καθόλου εύκολη και μάλιστα τείνει να τοποθετήσει την κατάφαση στο δεύτερο μέλος της διάζευξης. Από την άποψη της ευκολίας πρόσβασης και ανάλογα με το μέρος του κόσμου όπου κατοικώ, συχνά βρίσκομαι πλησιέστερα σε περιοχές που είναι γεωγραφικά απομακρυσμένες, ενώ βρίσκομαι μακριά από περιοχές γεωγραφικά εγγύτερες. Αν θέλουμε να κάνουμε το σχήμα πιο περίπλοκο, θα προσθέσουμε και την παράμετρο της επικοινωνίας. Συμμετέχω τακτικά σε μια ψηφιακή τάξη που εκμηδενίζει τις αποστάσεις ανάμεσα σε πέντε διαφορετικές πόλεις του κόσμου και παρακολουθώ το εκπληκτικό Phone Home, στο θέατρο Σφενδόνη μπροστά σε μια σκηνή που  εκτείνεται από την Αθήνα στο Μόναχο και το Λονδίνο.

Είναι ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία που η αναπαράσταση της απόστασης και της εγγύτητας αποκλίνουν τόσο πολύ. Ο χάρτης του κόσμου είναι διαφορετικός και είναι ήδη εν χρήσει. Τα στατικά σύνορα και οι χαραγμένες διαδρομές παραχωρούν τη θέση τους σε δίκτυα κατά μήκος των οποίων άνθρωποι, ιδέες και αντικείμενα κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες – ασύγχρονες ροές που δημιουργούν πολιτιστικές εντάσεις στα σημεία άφιξης. Αυτό εν μέρει το γνωρίζαμε από την εποχή της αποικιοκρατίας. Το νέο στοιχείο είναι ότι, χάρη στις εξελίξεις στις τεχνολογίες επικοινωνιών και συγκοινωνιών, τα δίκτυα προκαλούν πλέον «καμπυλώσεις» του χώρου. Τόποι που είναι ξένοι μεταξύ τους συνδέονται μέσω ιδιόμορφων διαύλων. Το Λονδίνο είναι δίπλα στην Καμπούλ, το Τορίνο δίπλα στο Χαρτούμ και η Στοκχόλμη δίπλα στη Δαμασκό. Μέσω αυτών των διαύλων μπορεί κανείς να βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη στον τόπο της επιθυμίας του ή στην Γη της Επαγγελίας. Αρκεί να μπορεί να διασχίσει τη «σκουληκότρυπα» που συνδέει τα ασύμβατα σύμπαντα των πλούσιων και των φτωχών, του βορρά και του νότου του πρώτου και του τρίτου κόσμου. Αρκεί να μπορεί να πληρώσει το κόστος. Παλιά έλεγαν ότι τα σύνορα γράφονταν με αίμα. Με πόσους θανάτους είναι διάστικτα σήμερα τα δίκτυα;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 5, στις 19.11.2016.

Res cogitans

ΣΤΑ ΜΕΣΑ του 17ου αιώνα, ο René Descartes οριστικοποίησε ένα σχήμα που διαπερνούσε μεγάλο μέρος του δυτικού φιλοσοφικού και θεολογικού στοχασμού. Τη διάκριση σώματος-πνεύματος. Το υλικό σώμα ταυτίζεται με την ιδιότητα της έκτασης, ενώ το πνεύμα με την ικανότητα της σκέψης. Το σώμα αντιπροσωπεύει την παθητικότητα και την αδράνεια, ενώ το πνεύμα αντιπροσωπεύει την ενεργητικότητα και τη βούληση. Ένα σημαντικό πρόβλημα που προέκυψε από αυτή τη διάκριση είναι το πρόβλημα της επικοινωνίας των δύο διαστάσεων της ύπαρξης. Πώς μεταφέρει το σώμα τις εμπειρίες και τις ανάγκες του στο πνεύμα και, κυρίως, πώς μεταφέρει το πνεύμα τις αποφάσεις του στο σώμα; Υπάρχει κάποιο ειδικό όργανο μέσω του οποίου πραγματοποιείται αυτή η μεταβίβαση; Και αν ναι, που ανήκει αυτό, στο σώμα ή στο πνεύμα;

Προφανώς, δεν θα μας απασχολήσει εδώ η πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού που αφιερώθηκε στην απάντηση των συγκεκριμένων ερωτημάτων. Στην πορεία της ιστορίας όμως ο καρτεσιανός δυϊσμός μεταφέρθηκε και στα έργα των ανθρώπων. Η κατασκευή των υπολογιστών αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το συγκεκριμένο σχήμα. Η εδραία διάκριση ανάμεσα σε software και hardware κάθε άλλο παρά αναγκαία και τεχνολογικά αυτονόητη είναι: το λογισμικό παραπέμπει στον ανθρώπινο λογισμό και το υλισμικό στην αδρανή σωματικότητα της ύλης. Ακόμα και η ηθική κανονιστικότητα που είναι συναρτημένη με τον καρτεσιανό δυϊσμό βρίσκει εφαρμογή εδώ: το λογισμικό έχει αδιαπραγμάτευτα ηγεμονικό ρόλο και, προοπτικά, τείνει να απορροφήσει το υλισμικό.

Πώς πραγματοποιείται όμως η σύζευξη των δύο διαστάσεων της τεχνολογικής ύπαρξης; Ο Καρτέσιος ήταν πεπεισμένος ότι στο κέντρο του εγκεφάλου βρισκόταν ένας αδένας που επιτελούσε αυτή τη λειτουργία. Στον σύγχρονο υπολογιστή, τη θέση αυτού του οργάνου την παίρνει ο επεξεργαστής. Το CPU είναι το καρτεσιανό conarium. Οι πιο παλιοί θυμούνται, εξάλλου: μέχρι τη δεκαετία του ’80 ο υπολογιστής ονομαζόταν «ηλεκτρονικός εγκέφαλος». Ο εγκέφαλος αυτός περιστοιχίζεται από συσκευές εισόδου και εξόδου, οι οποίες έχουν την ευθύνη να άγουν πληροφορίες από τον κόσμο της ύλης στον κόσμο του πνεύματος, και αντίστροφα. Κι εκείνος, βάσει των δεδομένων με τα οποία τροφοδοτείται, κρίνει, αποφασίζει και ενεργεί. Με αυτή την έννοια, ο υπολογιστής δεν είναι ούτε εργαλείο (=χρήση) ούτε μηχανή (=αυτοματισμός). Είναι ένα νέο είδος που κατασκεύασε ο άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, όχι του εαυτού του, αλλά μιας φιλοσοφικής θεώρησης του εαυτού του.

Θα είχε, επομένως, ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε πώς θα ήταν τα πράγματα, αν οι τεχνολογικές επιλογές είχαν καθοριστεί από μια άλλη φιλοσοφική παράδοση. Μολονότι ιστορικά ένα τέτοιο ερώτημα είναι ασφαλώς άνευ νοήματος, το ότι μπορούμε να το διατυπώσουμε είναι σημαντικό: μας επιτρέπει να στοχαστούμε την ενδεχομενικότητα της τεχνολογίας και τον μη αναπόδραστο χαρακτήρα επιλογών που μας επιβάλλονται με το βάρος της «φυσικής» αναγκαιότητας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 4, στις 5.11.2016

Image Credit: Dora Maar, Sans titre, 1934.

Η ευφυΐα των δασών

ΕΧΟΥΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ τα φυτά; Η εμμονή των σέβεντις με τα φυτά που απολαμβάνουν τη μουσική του Μότσαρτ, διαβάζουν τις ανθρώπινες σκέψεις και έχουν συναισθηματικές αντιδράσεις τροφοδότησε την εκδοτική βιομηχανία και το New Age για πολλά χρόνια. Ωστόσο, όπως σχολίασε ο εθνοβοτανολόγος Tim Plowman, ακόμα κι αν τα φυτά τα κάνουν όντως όλα αυτά, γιατί θα έπρεπε να εντυπωσιαζόμαστε; Δεν μας αρκεί το γεγονός ότι τρέφονται με φως;

Πριν τρία χρόνια, ο αμερικανός δημοσιογράφος Michael Pollan δημοσίευσε στον New Yorker ένα άρθρο με θέμα τις έρευνες του νέου κλάδου της φυτικής νευροβιολογίας. Οι έρευνες αυτές επαναφέρουν το θέμα της νοημοσύνης των φυτών, αλλά από μια διαφορετική και φιλοσοφικά ενδιαφέρουσα άποψη. Το ερώτημα μέσω του οποίου ο συγκεκριμένος κλάδος συγκροτεί την ιδιαιτερότητά του είναι αν ικανότητες όπως η ευφυΐα, η μνήμη και η μάθηση προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός νευρικού κέντρου, όπως είναι το μυαλό ή αν μπορεί να είναι αποτέλεσμα της διάδρασης που αναπτύσσεται στο εσωτερικό πολυκατανεμημένων συστημάτων, που είναι οργανωμένα με τη μορφή δικτύων. Η καταφατική απάντηση στη δεύτερη εκδοχή έχει επιτρέψει στους φυτο-νευροβιολόγους να μελετήσουν τους τρόπους με τους οποίους τα φυτά εκδηλώνουν έλλογες και βουλητικές συμπεριφορές, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να απολογηθούν στη μεταφυσική.

Δεν είναι όμως εξίσου εύκολο να παρακάμψουν την εδραία παράδοση του ανθρωποκεντρισμού. Αν οι έλλογες και βουλητικές συμπεριφορές αναδύονται από τις δράσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό δικτύων, τι σημαίνει αυτό για τη διάκριση ανθρώπινου-μη ανθρώπινου και για το γεγονός ότι ο άνθρωπος, χάρις ακριβώς στη μοναδικότητα και ανωτερότητα των εγκεφαλικών του λειτουργιών θεωρεί ότι κατέχει κεντρική θέση ανάμεσα στα έμβια όντα; Η απάντηση των επιστημόνων είναι ότι θα πρέπει να αρχίσουμε να εξοικειωνόμαστε με την ιδέα ότι η ευφυΐα είναι ικανότητα της ζωής και όχι προνόμιο του ανθρώπου. Είναι η ικανότητα των έμβιων συστημάτων να επιλύουν προβλήματα μέσω της επεξεργασίας πληροφοριών. Το μυαλό είναι ένας τέτοιος τρόπος, αλλά όχι ο μοναδικός ούτε ο καλύτερος για όλες τις μορφές ζωής και για όλες τις κατηγορίες προβλημάτων. Επιπλέον, η αντίληψη ότι το ανθρώπινο μυαλό αποτελεί ένα κέντρο ελέγχου παραβλέπει το γεγονός ότι και το ίδιο είναι ένα δίκτυο, οι περισσότερες λειτουργίες του οποίου παραμένουν άγνωστες.

Υπό αυτή την έννοια, η μελέτη των φυτών μπορεί να αποδειχθεί κομβικής σημασίας για τη μελέτη των φαινομένων της ζωής με τη βοήθεια των εννοιών του δικτύου, της κατανεμημένης επεξεργασίας πληροφοριών, των αρθρωτών συστημάτων και της συμπεριφοράς σμήνους. «Τα φυτά είναι το μεγάλο σύμβολο της νεωτερικότητας», παρατηρεί ένας εκ των πρωταγωνιστών. Ίσως θα ήταν πιο σωστό να πούμε ότι τα φυτά είναι το μεγάλο σύμβολο του τέλους της νεωτερικότητας – ο θάνατος του υποκειμένου με μια άλλη έννοια.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 3, στις 15.10.2016.

image credit: Diego Rivera, Zapata-style Landscape, 1915.