Παράδοξο Goodman

ΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ των μεγάλων δεδομένων. Και της τεχνητής νοημοσύνης, ασφαλώς, η οποία μπορεί να διαχειρίζεται τεράστιους όγκους δεδομένων και να αναγνωρίζει μοτίβα μέσα σε αυτούς. Επίσης, ζούμε μια πανδημία, η οποία έχει πάρει πρωτοφανείς  διαστάσεις γι’ αυτό και εποπτεύεται συστηματικά από όλα τα κράτη, τις υγειονομικές υπηρεσίες, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ινστιτούτα. Η πανδημία μάς τροφοδοτεί με απίστευτες ποσότητες δεδομένων – τόσο πολλά που ενίοτε είναι αδύνατο να συγκεντρωθούν και να ενοποιηθούν. Ποιος είναι ο λόγος που μετά από ενάμιση χρόνο παρακολούθησης της πανδημίας και συγκέντρωσης τόσο πολλών δεδομένων δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε τη φύση της νόσου και να προβλέψουμε την εξέλιξη της διάδοσής της;

Το 1955, ο Nelson Goodman εξέδωσε ένα μικρό βιβλιαράκι με τον τίτλο Fact, Fiction & Forecast. Εκεί παρουσίασε τον “νέο γρίφο της επαγωγής”. Η βασική ιδέα είναι η εξής: Ας υποθέσουμε ότι εισάγουμε δύο νέα κατηγορήματα, το πράκινο και το κόσινο. Το πράκινο αναφέρεται σε σώματα που αν παρατηρηθούν πριν από μια καθορισμένη χρονική στιγμή t είναι πράσινα και αν παρατηρηθούν οποιαδήποτε άλλη στιγμή είναι κόκκινα. Αντίστοιχα το κόσινο. Η πρακτική συνέπεια αυτής της ιδέας είναι ότι αν υπάρχουν κατηγορήματα αυτής της μορφής δεν μπορούμε να διατυπώσουμε γενικεύσεις με τη βεβαιότητα που θα το κάναμε αν όλα τα κατηγορήματα ήταν της μορφής πράσινο και κόκκινο. Εάν συγκεντρώσουμε επαρκή δεδομένα για ένα σώμα πριν τη χρονική στιγμή t μπορεί να πειστούμε ότι αυτό είναι πράσινο και, ως εκ τούτου, όποτε κι αν το συναντήσουμε στο μέλλον θα είναι πράσινο. Ωστόσο, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν τα δεδομένα που συγκεντρώσαμε δείχνουν ότι το σώμα είναι πράσινο ή πράκινο. Αντίστοιχα, αν βρισκόμαστε μετά τη χρονική στιγμή t, δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε αν ένα σώμα είναι πράσινο ή κόσινο, εφόσον τα διαθέσιμα δεδομένα επιβεβαιώνουν και τα δύο κατηγορήματα.

Ένα χαρακτηριστικό της δυτικής επιστήμης είναι ότι εργάζεται με στατικές κατηγορίες – με ταυτότητες. Οι πίνακες ταξινόμησης και οι κατάλογοι ιδιοτήτων αποτυπώνουν αυτήν ακριβώς τη θεώρηση της πραγματικότητας. Έτσι, ο ιός αντιμετωπίζεται ως οντότητα της οποίας πρέπει να προσδιοριστούν τα ατομικά χαρακτηριστικά, και όχι ως πληθυσμός, του οποίου πρέπει να προσδιοριστεί η δυναμική μετασχηματισμού. Φυσικά, στην πρώτη φάση εμφάνισης ενός νέου ιού, αυτό είναι απαραίτητο. Είναι, όμως, σωστό όλη η στρατηγική αντιμετώπισής του να στηρίζεται σε επισφαλείς επαγωγικές γενικεύσεις; Να στηρίζεται, δηλαδή, στην πεποίθηση ότι αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του ιού και αυτά θα παραμείνουν στο διηνεκές; Η έμφαση που δόθηκε στην παραγωγή εμβολίου και η έκπληξη απέναντι στις μεταλλάξεις δηλώνουν την προσκόλληση σε αυτήν ακριβώς τη γνωσιολογική συνθήκη. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η υγειονομική κρίση δεν δοκιμάζει μόνο τις αντοχές της δημοκρατίας, αλλά και του γνωσιολογικού μοντέλου στο οποίο στηριζόμαστε για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 109, στις 8 Μαΐου 2021.

Πλάνες

ΛΕΓΕΤΑΙ «βεβαίωση της επομένης»: Αν κάποιος πατήσει την ουρά του σκύλου, εκείνος γαβγίζει. Ο σκύλος γάβγισε. Άρα, κάποιος πάτησε την ουρά του. Αποτελεί λογική πλάνη, διότι ο σκύλος μπορεί να γάβγισε επειδή επέστρεψε ο ιδιοκτήτης του ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Οι γιατροί, όπως όλοι μας, είναι επιρρεπείς στις λογικές πλάνες. Δεν θα έπρεπε – γι’ αυτό και στα μεσαιωνικά πανεπιστήμια το πρώτο μάθημα που διδάσκονταν οι υποψήφιοι γιατροί ήταν η λογική. Διότι έπρεπε να μάθουν να βγάζουν συμπεράσματα για την κατάσταση του ασθενούς οδηγούμενοι με ασφάλεια από τα αποτελέσματα στις αιτίες. Όταν η Ιατρική άρχισε να πλαισιώνεται από άλλες επιστήμες και τεχνολογίες, η τέχνη αυτή σταδιακά χάθηκε. Κι έτσι, όλο και συχνότερα έχουμε λανθασμένες διαγνώσεις, οι οποίες οφείλονται στη διανοητική ολιγωρία των γιατρών. Το «σύνδρομο της αποτυχημένης επέμβασης» στη σπονδυλική στήλη είναι μια τέτοια περίπτωση. Όταν κάποιος παρουσιάζει τις τάδε εκφυλιστικές αλλοιώσεις στη σπονδυλική στήλη θα πρέπει να αισθάνεται πόνο στη μέση. Κάποιος αισθάνεται πόνο στη μέση και οι απεικονιστικές εξετάσεις δείχνουν ότι έχει τις συγκεκριμένες εκφυλιστικές αλλοιώσεις. Άρα, ο πόνος είναι συνέπεια αυτών των αλλοιώσεων. Τις αποκαθιστούμε χειρουργικά και… ο πόνος συνεχίζεται.

Η αναγωγή της κατάστασης του ασθενούς σε επιμέρους ευρήματα σε συνδυασμό με τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένων θεραπειών για καθένα από αυτά υποβαθμίζουν την τέχνη της διάγνωσης. Όλο και περισσότερο οι γιατροί μετατρέπονται σε διαχειριστές βάσεων δεδομένων, που δουλειά τους είναι να συσχετίζουν δεδομένα από διαφορετικούς πίνακες, ώστε να πετύχουν μια διάγνωση που θα αντιστοιχεί σε μια γνωστή θεραπευτική αγωγή.

Πρέπει να ομολογήσουμε, ωστόσο, ότι η ιατρική κοινότητα επέδειξε υποδειγματική σωφροσύνη στην περίπτωση των εμβολίων. Ο εμβολιασμός με το σκεύασμα της AstraZeneca ενδέχεται να προκαλέσει θρομβώσεις. Η ασθενής Α που εμβολιάστηκε με το σκεύασμα της AstraZeneca παρουσίασε θρόμβωση. Όχι κύριε, αυτή τη φορά δεν την πατάμε. Η θρόμβωση μπορεί να προέρχεται κι από άλλες αιτίες: Από υποκείμενα νοσήματα που η εμβολιαζόμενη παρέλειψε να δηλώσει ή από τη συνέργεια τυχαίων παραγόντων που συνέπεσαν χρονικά με τον εμβολιασμό. Σε κάθε περίπτωση, το πιθανότερο είναι ότι δεν ευθύνεται το εμβόλιο, αλλά η εμβολιαζόμενη, η μοναδικότητα του ιατρικού περιστατικού ή απλά η ατυχής περίσταση. Κι έτσι αποφεύγεται η λογική πλάνη της «βεβαίωσης της επομένης» και διαπράττεται η λογική πλάνη «ad ignorantiam»: Δεν έχει αποδειχθεί ότι το εμβόλιο προκαλεί θρόμβωση, άρα δεν προκαλεί!

Οι πλάνες είναι αναπόφευκτες. Γι’ αυτό υπάρχει η παλιά καλή θετικιστική επιστήμη – για να μας προστατεύει από τις εκτροπές της λογικής και τους πειρασμούς της φαντασίας. Όταν, όμως, η επιστήμη τίθεται στην υπηρεσία ατυχών πολιτικών επιλογών, τότε και οι πλάνες παύουν να είναι απλά λογικά ολισθήματα και τίθενται στην υπηρεσία μιας επικίνδυνης ρητορικής, που έχει στόχο να συγκαλύψει την ανεπαρκή διαχείριση της κρίσης από το κράτος και τους υπερεθνικούς οργανισμούς.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 107, στις 10 Απριλίου 2021.

Η Επικοινωνία της Επιστήμης και ο εκδημοκρατισμός της γνώσης

Bandwagon
Από καιρού εις καιρόν μου αρέσει να κλέβω. Το κάνω όταν, σε ένα κείμενο που τυχαίνει να διαβάζω, συναντώ τις σκέψεις μου διατυπωμένες πολύ πιο συνεκτικά απ’ ό,τι τις έχω στο μυαλό μου. Αυτή τη φορά θα πάρω το θάρρος να σταχυολογήσω μερικά αποσπάσματα από το άρθρο του Etienne Balibar «Σπινόζα: Πολιτική και επικοινωνία» που δημοσιεύτηκε ως επίμετρο στην ελληνική μετάφραση της Πολιτικής Πραγματείας του Spinoza. Η εξαιρετική απόδοση είναι του Άρη Στυλιανού.

Αφορμή για τη σύνθεση που ακολουθεί είναι η πανδημία. Τι έκπληξη, θα μου πείτε. Πρόκειται όμως για μια ιδιαίτερη εκδήλωση της πανδημίας. Στα Αγγλικά υπάρχει η έκφραση to jump on the bandwagon, η οποία δηλώνει την τάση των ανθρώπων να εμπλέκονται με μια δραστηριότητα μόνο και μόνο επειδή η άσκηση αυτής της δραστηριότητας έχει γίνει της μόδας. Η πανδημία, λοιπόν, πρόσφερε σε πολλούς και πολλές την ευκαιρία να γίνουν ειδικοί στην Επικοινωνία της Επιστήμης. Γιατροί που έχουν γίνει περσόνες των media αναλαμβάνουν να μεταφέρουν τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνών στη δημόσια σφαίρα με έναν κοινωνικά ανερμάτιστο λόγο· πολιτικοί οι οποίοι υλοποιούν αυταρχικά μέτρα δικαιολογούν τις αποφάσεις τους βάσει των πορισμάτων της επιστήμης («τις έχουν βάλει στον αλγόριθμο»)· δημοσιογράφοι που αδυνατούν να κατανοήσουν τον δαιδαλώδη χαρακτήρα της ερευνητικής μεθοδολογίας συνοψίζουν με συγκεχυμένο τρόπο τις πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις, τροφοδοτώντας τον συλλογικό φόβο και τη γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη. Όλοι «επικοινωνούν την επιστήμη»· και όλοι (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, που συνήθως περνούν κάτω από το ραντάρ της δημοσιότητας) με τον όρο Επικοινωνία της Επιστήμης εννοούν, λίγο-πολύ, το ίδιο πράγμα: τη χρήση του λόγου της επιστήμης για να επιτύχουν τη συμμόρφωση του πληθυσμού. Όλοι έχουν πηδήξει στην καρότσα του περιοδεύοντος θιάσου και τα κίνητρά τους δεν είναι καθόλου αθώα.

Ας θυμίσουμε, λοιπόν, ότι τέτοιου είδους πρακτικές δεν συνιστούν Επικοινωνία της Επιστήμης. Αν μη τι άλλο, για έναν πολύ σημαντικό λόγο: Επειδή σκοπός της Επικοινωνίας της Επιστήμης δεν είναι μόνο να κοινοποιήσει τον κανονιστικό λόγο της επιστήμης, αλλά κυρίως να υποδείξει τους τρόπους με τους οποίους η συμμετοχή των πολιτών στην παραγωγή και τη διαμόρφωση αυτού του λόγου μπορεί να γίνει πιο ουσιαστική και πιο ενεργητική. Υπό αυτή την έννοια, η Επικοινωνία της Επιστήμης δεν έχει στόχο την υποταγή και τη συμμόρφωση του πληθυσμού, αλλά τον εκδημοκρατισμό της γνώσης. Αυτό είναι το πρόταγμα που ανακαλύπτει ο Etienne Balibar ξαναδιαβάζοντας την (ημιτελή) Πολιτική Πραγματεία του Spinoza.

Continue reading