Αντιεμβολιασταί

ΟΙ «ΑΡΝΗΤΕΣ» του εμβολιασμού κατά της νόσου Covid-19 είναι αρνητές της επιστήμης και του ορθού λόγου. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η επιστήμη και ο ορθός λόγος αποτελούν δύο από τα βασικότερα θεμέλια της προόδου και της δημοκρατίας, η στάση των «αντιεμβολιαστών» υπονομεύει τις αξίες που στηρίζουν τον σύγχρονο πολιτισμό. Τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, για την ακρίβεια, γιατί σε μεγάλο μέρος του κόσμου οι άνθρωποι δεν έχουν καν την πολυτέλεια να είναι «αντιεμβολιαστές», εφόσον δεν υπάρχουν εμβόλια. Ποιο είναι το σύστημα αξιών που υποκινεί τους ανθρώπους που αρνούνται τον εμβολιασμό; Ποιο είναι το γνωσιακό ιδεώδες που τροφοδοτεί τις «ψευδοεπιστημονικές» τους αντιλήψεις; Ποια είναι η διανοητική τους ταυτότητα και πού τοποθετούνται στο φάσμα μεταξύ έγκυρης και μη έγκυρης γνώσης;

Ψευδοεπιστήμες
Στο βιβλίο του Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας, ο Isaiah Berlin αναφέρεται στο πλατωνικό ιδεώδες για τη γνώση που κληροδότησε ο Διαφωτισμός στη σύγχρονη σκέψη. Ένα ιδεώδες που συνιστά μια φανταστική και εξιδανικευμένη σύλληψη, αλλά που συνεχίζει να τροφοδοτεί την αντίληψή μας για τη γνώση και την επιστήμη μέχρι σήμερα. Το ιδεώδες αυτό συγκροτείται από τρεις αρχές. «Πρώτον, ότι, όπως στις επιστήμες, κάθε γνήσιο ερώτημα πρέπει να έχει μία και μόνο μία αληθινή απάντηση, ενώ όλες οι υπόλοιπες είναι κατ’ ανάγκην εσφαλμένες· δεύτερον, ότι πρέπει να υπάρχει κάποια ασφαλής διαδρομή για την ανακάλυψη αυτών των αληθειών· τρίτον, ότι οι αληθινές απαντήσεις, όταν ανακαλύπτονται, πρέπει κατ’ ανάγκην να εναρμονίζονται μεταξύ τους και να διαμορφώνουν ενιαίο όλο, διότι η μία αλήθεια δεν μπορεί να είναι ασύμβατη με την άλλη.»

Είναι αλήθεια ότι μπορεί να μη φτάσουμε ποτέ στην κατάσταση της τέλειας γνώσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες αλήθειες δεν υπάρχουν. Ίσως δεν πήραμε τον σωστό δρόμο, ίσως είμαστε μικρόνοες, αδύναμοι, διεφθαρμένοι ή αμαρτωλοί. Κάποτε, όμως, αναπόφευκτα θα έρθει η μέρα που «άνδρες και γυναίκες θα πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και θα σταματήσουν να ενεργούν συμφεροντολογικά ή σαν αθύρματα τυφλών δυνάμεων που δεν κατανοούν» (Berlin, 2004, 22-4).

Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, οι λεγόμενες ψευδοεπιστήμες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους δεν τροφοδοτούνται από τον χώρο των προλήψεων, αλλά από αυτές ακριβώς τις αξίες – από τις ίδιες αξίες που τροφοδοτείται και η έγκυρη επιστήμη. Ο στόχος των ψευδοεπιστημών είναι η αποκάλυψη της μίας και μοναδικής αλήθειας για τον κόσμο, που ακυρώνει όλες τις υπόλοιπες και θα επιτρέψει στους ανθρώπους να πάψουν να είναι υποχείρια των δυνάμεων της φύσης και της κοινωνίας. Οι ψευδοεπιστήμες αποτελούν μέρος της κουλτούρας της επιστήμης και όχι του αποκρυφισμού.

Οι ψευδοεπιστήμες αξιοποιούν κι ένα άλλο στοιχείο της κουλτούρας της επιστήμης. Το γεγονός ότι η αλήθεια για τον κόσμο προκύπτει από την αντιπαράθεση των απόψεων. Οι επιστημονικές διαμάχες προάγουν τη γνώση. Ασφαλώς, υπάρχει ένα όριο σ’ αυτό. Μπορεί στα επιστημονικά περιοδικά να γίνεται σφαγή και ο ανταγωνισμός των εργαστηρίων να ροκανίζει τις καριέρες χιλιάδων ερευνητών ανά τον κόσμο, αλλά όλα αυτά γίνονται εντός της επιστήμης και με τους όρους της επιστήμης. Το να κυκλοφορούν διάφοροι γραφικοί και να ισχυρίζονται πως ο Einstein έκανε λάθος είναι απαράδεκτο. Μόνο που ένας τέτοιος γραφικός ήταν κι ο Γαλιλαίος, όταν κυκλοφορούσε ισχυριζόμενος ότι οι απόψεις του Αριστοτέλη για το κοσμολογικό σύστημα ήταν λάθος. Στην πραγματικότητα, το πού βρίσκεται το όριο είναι θέμα δημόσιας διαπραγμάτευσης. Και αυτή η διαπραγμάτευση γίνεται με κάθε άλλο παρά επιστημονικούς όρους – διαφορετικά, θα ήταν αδύνατο να επέλθει η βαθιά επιστημολογική αλλαγή που ονομάζουμε «αλλαγή Παραδείγματος».

Είναι σημαντικό, επομένως, να κατανοήσουμε ότι επιστήμες και ψευδοεπιστήμες μοιράζονται τον ίδιο χώρο αξιών και, σε μεγάλο βαθμό, και μεθόδων.

Βιοπολιτική
Αυτό που μετατρέπει τις ψευδοεπιστημονικές απόψεις σε ενεργή κοινωνική δύναμη είναι ο ελιτισμός της επιστήμης και η συνακόλουθη αίσθηση αποκλεισμού των πολιτών από τις διαδικασίες διαμόρφωσης της γνώσης και λήψης τεχνοεπιστημονικών αποφάσεων. Η κυρίαρχη ιδέα είναι ότι η επιστήμη κατέχει τις μεθόδους που της επιτρέπουν να καταλήγει με βεβαιότητα στη γνώση των κανονικοτήτων που διέπουν τον φυσικό και κοινωνικό κόσμο. Όποιος δεν κατέχει αυτές τις μεθόδους δεν δικαιούται διά να ομιλεί!

Αυτή η φαινομενικά προφανής αλήθεια, όμως, ευθύνεται για ένα σοβαρό κοινωνικό χάσμα. Ο Σπινόζα σημείωνε στην Πολιτική Πραγματεία: «Το ότι ο όχλος είναι ξένος προς κάθε αλήθεια και κάθε κρίση δεν είναι παράξενο, εφόσον οι σημαντικότερες υποθέσεις του κράτους ρυθμίζονται εν αγνοία του και δεν του απομένει παρά να τις μαντεύει από κάποια γεγονότα που είναι απολύτως αδύνατο να του τα αποκρύψουν. Πράγματι, χρειάζεται σπάνια αρετή για να αποφεύγει κάποιος να διατυπώνει κρίσεις. Συνεπώς, το να θέλει κανείς να ενεργεί πάντοτε εν αγνοία των πολιτών, απαιτώντας ταυ­τόχρονα από αυτούς να μη διατυπώνουν λανθασμένες κρίσεις και κακοπροαίρετες ερμηνείες, αυτό αποτελεί το αποκορύ­φωμα της ανοησίας. Στην πραγματικότητα, αν ο όχλος ήξε­ρε να παραμένει ήρεμος, να μη διατυπώνει κρίσεις για ζητή­ματα που γνωρίζει ελάχιστα ή να κρίνει με ορθό τρόπο ένα ζήτημα έχοντας περιορισμένη πληροφόρηση, θα του άξιζε ασφαλώς να κυβερνά παρά να υπακούει» (Σπινόζα, 1996, 175-6). Οι ψευδοεπιστήμες και οι θεωρίες συνωμοσίας μάς αποκαλύπτουν πολλά για τη σχέση της επιστήμης με την εξουσία και τις γνωσιακές ιεραρχίες που αυτή νομιμοποιεί.

Η πανδημία υπήρξε ένα τεράστιο πείραμα βιοπολιτικής. Αυτό δεν είναι άσχετο με τον τρόπο που οι άνθρωποι προσέλαβαν τη λειτουργία της επιστήμης στο συγκεκριμένο πλαίσιο.

  • Το πρώτο πράγμα με το οποίο ήρθαμε αντιμέτωποι με την έναρξη της πανδημίας ήταν ο εργαλειοποιημένος ανθρωπισμός: Οι ευάλωτοι παππούδες και οι απερίσκεπτοι νέοι επιστρατεύονται για τη δικαιολόγηση της λήψης συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων και για την εφαρμογή συγκεκριμένων κατασταλτικών πολιτικών.
  • Την ίδια στιγμή και σε αντίθεση με τις ανθρωπιστικές κορώνες, επανεννοιολογείται η αξία της ανθρώπινης ζωής: Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι σταθερά. Είναι συνάρτηση στην οποία συμμετέχουν ως ανεξάρτητες μεταβλητές οι ζωές των άλλων (φυσικά), αλλά και η επάρκεια των κρατικών υποδομών, καθώς και η ανάγκη λειτουργίας της αγοράς. Η αξία της ανθρώπινης ζωής σταθμίζεται βάσει αυτών των μεταβλητών.
  • Η ανθρώπινη ζωή αποσυνδέεται από τις ειδικές συνθήκες της ύπαρξής της (φύλο, τάξη, φυλή, μορφωτικό επίπεδο, κοινωνική θέση) και ορίζεται αποκλειστικά σε σχέση με την κοινή απειλή: Μπροστά στον κορωνοϊό είμαστε όλοι ίσοι – ως εκ τούτου πρέπει να μπούμε όλοι στον κοινό ζυγό για να επαναφέρουμε την κοινωνία στην «κανονική» λειτουργία της. Η επάνοδος στην καπιταλιστική κανονικότητα είναι το σπουδαίο πρόταγμα απέναντι στον κοινό εχθρό.
  • Βασικό όργανο της βιοπολιτικής είναι ο κατασταλτικός λόγος. Γιατροί και πολιτικοί αναλαμβάνουν να υλοποιήσουν τις περιοριστικές πολιτικές μέσω της εντατικής παρουσίας τους στα media. Ο λόγος τους εκτείνεται σε ένα συνεχές φάσμα από τον πατερναλισμό στον εκφοβισμό κι από εκεί στην απειλή χρήσης ανοικτής βίας.

Αν συνδυάσουμε τις συνέπειες της βιοπολιτικής με το «τυφλό σημείο» (blindspot) που δημιουργείται από τη συνάντηση της επιστήμης με την εξουσία, είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Το βίωμα του εξαναγκασμού, συνδυασμένο με την έλλειψη ουσιαστικής πληροφόρησης και με τον αποκλεισμό από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, γεννά τις αντιδράσεις οι οποίες καταγράφηκαν στον λόγο των μη επίσημων διαύλων (των διαύλων, δηλαδή, που δεν ελέγχονταν από τους κάθε λογής εκφραστές της βιοπολιτικής), καθώς και τις εκδηλώσεις ανυπακοής που είδαμε στη διάρκεια του δεύτερου εγκλεισμού. Δεν αποτελεί έκπληξη, επομένως, ότι πολλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη διάθεση του εμβολίου, τις παραινέσεις που τη συνοδεύουν και, εντέλει, την επί ποινή απόλυσης υποχρεωτικότητα ως συνέχεια της συγκεκριμένης βιοπολιτικής.

Ελλείματα
Οι απόψεις και οι θεωρίες που συνοδεύουν την άρνηση εμβολιασμού περιέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την κοινωνία, την πολιτική και, κυρίως, για τη θέση της επιστήμης στο πλέγμα της εξουσίας. Το να βάζουμε όλους τους «αντιεμβολιαστές» και όλους τους «αρνητές» στο ίδιο τσουβάλι και μάλιστα μαζί με διάφορες άλλες μορφές κοινωνικής αντιδραστικότητας και συντηρητισμού αποτελεί σοβαρή συσκότιση της πραγματικότητας. Αντιθέτως, αυτό που χρειάζεται να κάνουμε είναι να σκύψουμε πάνω σε αυτό το κοινωνικό φαινόμενο και να το μελετήσουμε συστηματικά και εις βάθος. Κι αυτό όχι για να δούμε ποιοι είναι οι εν δυνάμει σοβαροί και ποιοι οι ψεκασμένοι τελικού σταδίου, αλλά για να κατανοήσουμε τη συλλογιστική που τροφοδοτεί τις διαφορετικές στάσεις και να δούμε αν και πώς κάποιες από αυτές μπορούν να πολιτικοποιηθούν.

Κλείνω με μια εικασία. Αν το κάνουμε αυτό –αν τολμήσουμε να γνωρίσουμε– θα βρεθούμε αντιμέτωποι με δύο σοβαρά ελλείματα. Το έλλειμα δημοκρατίας που χαρακτηρίζει την επιστήμη και εκδηλώνεται με την τραγική χρεωκοπία των διαδικασιών «εκλαΐκευσης» που τόσο εύκολα στρέφονται προς τον αυταρχισμό και την ανοικτή καταστολή· και το έλλειμα εναλλακτικού πολιτικού λόγου για τα ζητήματα της πανδημίας που χαρακτηρίζει την Αριστερά και εκδηλώνεται με την απουσία ουσιαστικής κριτικής στις διαδικασίες παραγωγής της γνώσης και λήψης τεχνοεπιστημονικών αποφάσεων.

Αναφορές

Berlin, I. (2004). Το στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας (μτφρ. Γ. Μερτίκας, επιμ. Γ. Λυκιαρδόπουλος). Αθήνα: Κριτική.
Σπινόζα, Μ. (1996). Πολιτική Πραγματεία (μτφρ. Α. Ι. Στυλιανού). Αθήνα: Πατάκης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 119, στις 23 Οκτωβρίου 2021.

Η Επικοινωνία της Επιστήμης και ο εκδημοκρατισμός της γνώσης

Bandwagon
Από καιρού εις καιρόν μου αρέσει να κλέβω. Το κάνω όταν, σε ένα κείμενο που τυχαίνει να διαβάζω, συναντώ τις σκέψεις μου διατυπωμένες πολύ πιο συνεκτικά απ’ ό,τι τις έχω στο μυαλό μου. Αυτή τη φορά θα πάρω το θάρρος να σταχυολογήσω μερικά αποσπάσματα από το άρθρο του Etienne Balibar «Σπινόζα: Πολιτική και επικοινωνία» που δημοσιεύτηκε ως επίμετρο στην ελληνική μετάφραση της Πολιτικής Πραγματείας του Spinoza. Η εξαιρετική απόδοση είναι του Άρη Στυλιανού.

Αφορμή για τη σύνθεση που ακολουθεί είναι η πανδημία. Τι έκπληξη, θα μου πείτε. Πρόκειται όμως για μια ιδιαίτερη εκδήλωση της πανδημίας. Στα Αγγλικά υπάρχει η έκφραση to jump on the bandwagon, η οποία δηλώνει την τάση των ανθρώπων να εμπλέκονται με μια δραστηριότητα μόνο και μόνο επειδή η άσκηση αυτής της δραστηριότητας έχει γίνει της μόδας. Η πανδημία, λοιπόν, πρόσφερε σε πολλούς και πολλές την ευκαιρία να γίνουν ειδικοί στην Επικοινωνία της Επιστήμης. Γιατροί που έχουν γίνει περσόνες των media αναλαμβάνουν να μεταφέρουν τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνών στη δημόσια σφαίρα με έναν κοινωνικά ανερμάτιστο λόγο· πολιτικοί οι οποίοι υλοποιούν αυταρχικά μέτρα δικαιολογούν τις αποφάσεις τους βάσει των πορισμάτων της επιστήμης («τις έχουν βάλει στον αλγόριθμο»)· δημοσιογράφοι που αδυνατούν να κατανοήσουν τον δαιδαλώδη χαρακτήρα της ερευνητικής μεθοδολογίας συνοψίζουν με συγκεχυμένο τρόπο τις πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις, τροφοδοτώντας τον συλλογικό φόβο και τη γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη. Όλοι «επικοινωνούν την επιστήμη»· και όλοι (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, που συνήθως περνούν κάτω από το ραντάρ της δημοσιότητας) με τον όρο Επικοινωνία της Επιστήμης εννοούν, λίγο-πολύ, το ίδιο πράγμα: τη χρήση του λόγου της επιστήμης για να επιτύχουν τη συμμόρφωση του πληθυσμού. Όλοι έχουν πηδήξει στην καρότσα του περιοδεύοντος θιάσου και τα κίνητρά τους δεν είναι καθόλου αθώα.

Ας θυμίσουμε, λοιπόν, ότι τέτοιου είδους πρακτικές δεν συνιστούν Επικοινωνία της Επιστήμης. Αν μη τι άλλο, για έναν πολύ σημαντικό λόγο: Επειδή σκοπός της Επικοινωνίας της Επιστήμης δεν είναι μόνο να κοινοποιήσει τον κανονιστικό λόγο της επιστήμης, αλλά κυρίως να υποδείξει τους τρόπους με τους οποίους η συμμετοχή των πολιτών στην παραγωγή και τη διαμόρφωση αυτού του λόγου μπορεί να γίνει πιο ουσιαστική και πιο ενεργητική. Υπό αυτή την έννοια, η Επικοινωνία της Επιστήμης δεν έχει στόχο την υποταγή και τη συμμόρφωση του πληθυσμού, αλλά τον εκδημοκρατισμό της γνώσης. Αυτό είναι το πρόταγμα που ανακαλύπτει ο Etienne Balibar ξαναδιαβάζοντας την (ημιτελή) Πολιτική Πραγματεία του Spinoza.

Ο επικίνδυνος όχλος
Παραδόξως, η μη ολοκλήρωση της Πολι­τικής Πραγματείας επιφέρει ένα θεωρητικό κέρδος: αντί για μια θεωρία της δημοκρατίας, αυτό πού προκύπτει είναι μια θεωρία του εκδημοκρατισμού, που μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα καθεστώτα. Οι τρόποι του διαφέρουν, αλλά υπάρχει πάντοτε ένας θεμελιώδης κινητήρας, στον οποίο ο Σπινόζα επανέρχεται αδιάκοπα: η κυκλοφορία της πληροφορίας, που τείνει να εξασφαλίσει την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δημο­σιότητα των πράξεων της κυβέρνησης, των κινήτρων των αποφάσεών της (ενάντια σε όλη την παράδοση των arcana imperii: των «κρατικών μυστικών») και συγχρόνως να δια­παιδαγωγήσει τους ίδιους τους πολίτες εξασκώντας την κρί­ση τους περί των δημοσίων πραγμάτων. Ο Σπινόζα δείχνει ότι η μυστικότητα της εξουσίας δεν είναι αποτέλεσμα της ανικανότητας και της βίας των κυβερνωμένων, αλλά αποτε­λεί σαφώς την αιτία τους: «Αν ο όχλος δεν έχει καμία αίσθηση του μέτρου, αν είναι επίφοβος όσο δεν τον τρομοκρατούν, τούτο συμβαίνει διότι η ελευθερία και η σκλαβιά δεν αναμειγνύονται εύκολα. Τέλος, ότι ο όχλος είναι ξένος προς κάθε αλήθεια και κάθε κρίση δεν είναι παράξενο, εφόσον οι σημαντικότερες υποθέσεις του κράτους ρυθμίζονται εν αγνοία του και δεν του απομένει παρά να τις μαντεύει από κάποια γεγονότα που είναι απολύτως αδύνατο να του τα αποκρύψουν. Πράγματι, χρειάζεται σπάνια αρετή για να αποφεύγει κάποιος να διατυπώνει κρίσεις. Συνεπώς, το να θέλει κανείς να ενεργεί πάντοτε εν αγνοία των πολιτών, απαιτώντας ταυ­τόχρονα από αυτούς να μη διατυπώνουν λανθασμένες κρίσεις και κακοπροαίρετες ερμηνείες, αυτό αποτελεί το αποκορύ­φωμα της ανοησίας. Στην πραγματικότητα, αν ο όχλος ήξε­ρε να παραμένει ήρεμος, να μη διατυπώνει κρίσεις για ζητή­ματα που γνωρίζει ελάχιστα ή να κρίνει με ορθό τρόπο ένα ζήτημα έχοντας περιορισμένη πληροφόρηση, θα του άξιζε ασφαλώς να κυβερνά παρά να υπακούει».

Ο φιλόσοφος-βασιλιάς
Η διαφορά μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων έχει ποικίλες αιτίες που την καθιστούν διαφορά μεταξύ κυ­ριάρχων και κυριαρχουμένων, όμως, στο επίπεδο του κρά­τους, καταλήγει να επικεντρώνεται στο μονοπώλιο της γνώ­σης, στο όνομα του οποίου απαιτείται η υπακοή. Αλλά αυτή η εσωτερικά αμφίσημη κατάσταση μετατρέπεται στο αντί­θετό της: πράγματι, η ανασφάλεια του κράτους συνδέεται με την άγνοια που έχουν τα άτομα για τον ίδιο τους τον εαυτό, για τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζονται από την αμοιβαία εξάρτησή τους. Η ιστορία των θεοκρατιών δείχνει πώς το μονοπώλιο της γνώσης μετατρέπεται σε μονοπώλιο της μη­ γνώσης (το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα για τις τε­χνοκρατίες μέσα στις οποίες ζούμε). Αντιστρόφως, οι «ζων­τανοί» θεσμοί που πραγματοποιούν τον εκδημοκρατισμό του κράτους είναι επίσης εκείνοι που κάνουν την γνώση διαθέσι­μη και, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, δημιουργούν τις προϋ­ποθέσεις για την συγκρότησή του. Άρα, δεν αποτελούν απλώς εξωτερική προϋπόθεση της γνώσης ή της σοφίας, αλλά προϋπόθεση εσωτερική. Η αυτάρκεια του σοφού και ο φιλό­σοφος-βασιλιάς συνιστούν παραλογισμούς.

Η εκδημοκρατισμός της γνώσης
Το πρόβλημα της πολιτικής επικοινωνίας, έτσι όπως το μελετά ο Σπινόζα, επιτρέπει πραγματικά να υπερβούμε το δίλημμα μεταξύ ατομικισμού και οργανικισμού (η κορπορατι­σμού), έτσι όπως το κατανόησαν οι πολιτικές φιλοσοφίες από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, δηλαδή ως πρόβλημα προέλευσης ή θεμελίου. Πρόκειται πάντοτε για το ίδιο ζητούμενο: αυτό που είναι δεδομένο στην αφετηρία είναι άραγε το άτομο (νοούμενο ως αρχέτυπο ή ως οποιοδήποτε αντίτυπο της ανθρωπότητας, ένας «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες») ή είναι το «κοινωνικό ζώο» του Αριστοτέλη και των Σχολα­στικών, το «Μεγάλο Είναι» του Αύγουστου Κοντ κτλ. (όπου το άτομο δεν είναι παρά αφαίρεση); Όμως, όπως έχουμε δει, στον Σπινόζα η έννοια «άτομο», αν και είναι απολύτως κεντρική, εντούτοις γίνεται νοητή «υπό πολλές σημασίες»: το άτομο δεν δημιουργείται από τον Θεό, σύμφωνα με ένα αιώ­νιο μοντέλο, ούτε εξάγεται κατά κάποιον τρόπο από την φύση, σαν ακατέργαστο υλικό, αλλά αποτελεί κατασκευή. Αυτή προκύπτει από την «προσπάθεια» (conatus) του ίδιου του ατόμου, αλλά μέσα σε συνθήκες καθορισμένες από το «είδος ζωής» του, που δεν είναι άλλο από ένα ορισμένο καθεστώς επικοινωνίας (αισθηματικής, οικονομικής, διανοητικής) με άλλες ατομικότητες. Και η σειρά των καθεστώ­των επικοινωνίας διαπερνάται η ίδια από μια συλλογική προ­σπάθεια για τον μετασχηματισμό του τρόπου επικοινωνίας, περνώντας από τις σχέσεις ταύτισης (ή, αν θέλετε, από τον τρόπο της κοινότητας) στις σχέσεις ανταλλαγής αγαθών και γνώσεων. Το πολιτικό κράτος αποτελεί ουσιαστικά ένα τέτοιο καθεστώς· αλλά είναι επίσης φανερό ότι ο ορισμός του πολιτικού κράτους που προτείνει ο Σπινόζα,
παραμένοντας πάντοτε αυστηρά ρεαλιστικός, είναι ευρύτερος από την νομική και διοικητική μορφή που αποκαλείται κράτος στην νεό­τερη εποχή. Ο ορισμός αυτός επιτρέπει συνεπώς την σύλληψη, τουλάχιστον θεωρητικά, ιστορικών μορφών που διαφέρουν από την μορφή του αστικού-εθνικού κράτους, υποδεικνύοντας ταυτοχρόνως το καθοριστικό σημείο για την διαμόρφωσή τους: τον εκδη­μοκρατισμό της γνώσης.

image credit: Paul Delveaux, Οι μεγαλες σειρηνες, 1947 | Fernand Leger, Machine element, 1924 | KATSUSHIKA Hokusai, The Great Wave ofF Kanagawa, c. 1830.

Σκέψεις

ΠΟΥ ΠΑΝΕ οι σκέψεις όταν δεν τις σκεπτόμαστε; Θα πείτε ότι πρόκειται για ρητορικό ερώτημα. Ή, ακόμα χειρότερα, για ένα από εκείνα τα ερωτήματα που μπορούν να διατυπωθούν επειδή το επιτρέπει η γλώσσα, αλλά που δεν έχουν κανένα πραγματικό νόημα – μια από τις κατάρες της φιλοσοφίας, κατά τον Wittgenstein και άλλους. Ωστόσο, σκεφτείτε: Χρησιμοποιούμε εκφράσεις στη γλώσσα μας που δηλώνουν ότι οι σκέψεις είναι κάτι, ότι είναι πράγματα. Λέμε: Πέρασε μια σκέψη από το μυαλό μου· έκανα μια σκέψη· με κατακλύζουν σκέψεις. Επίσης, τις αριθμούμε: Λίγες σκέψεις, μερικές σκέψεις, πολλές σκέψεις. Και, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα γλωσσικά ήθη, τις μοιραζόμαστε: «Θα μοιραστώ μερικές σκέψεις μαζί σας».

Ίσως πρόκειται για τρόπους του λέγειν, που έχουν εδραιωθεί στη γλώσσα, όπως συμβαίνει και με άλλες μεταφορικές αναφορές στη φυσική πραγματικότητα: Το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θερμική χωρητικότητα, το κρύο που μπαίνει από το ανοικτό παράθυρο. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν πρόκειται για μεταφορές. Στην ιστορία της φιλοσοφίας, το συγκεκριμένο ερώτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικού στοχασμού. Στη φιλοσοφία του Σπινόζα, ο ανθρώπινος νους μπορεί να γνωρίσει δύο από τα άπειρα κατηγορήματα της υπόστασης κι αυτά είναι η σκέψη και η έκταση. Αν στην έκταση υπάρχουν αντικείμενα, στη σκέψη υπάρχουν ιδέες – νοητικά αντικείμενα που είναι ένας από τους δυνατούς τρόπους ύπαρξης των πραγμάτων.

Ανθρωπολογικά μιλώντας είναι ακόμα πιο δύσκολο να συλλάβουμε τη σκέψη. Σκεφτείτε: Η σκέψη είναι μια φωνή που ακούγεται μέσα στο κεφάλι μας. Χρησιμοποιεί λέξεις και παράγει δομημένο λόγο. Και, το σπουδαιότερο, μιλάει τη γλώσσα μας. Μάλιστα, αν αφομοιωθούμε σε ένα νέο γλωσσικό περιβάλλον, η σκέψη μας θα αρχίσει σιγά-σιγά να υιοθετεί τη νέα γλώσσα. Γιατί άραγε; Από ποιους περιμένει να ακουστεί και να γίνει κατανοητή; Μήπως σκοπεύει να βγει από το κεφάλι μας και να απευθυνθεί, χωρίς τη δική μας μεσολάβηση, στις σκέψεις των συνομιλητών μας;

Ίσως τελικά όλα αυτά δείχνουν ότι η σκέψη έχει όντως μια εξωτερικότητα ως προς το υποκείμενο που σκέπτεται. Θεωρούμε αυτονόητο ότι οι σκέψεις πηγάζουν από «μέσα μας». Μήπως, όμως, η έδρα της σκέψης δεν ταυτίζεται με το σκεπτόμενο υποκείμενο, αλλά με κάτι ευρύτερο – μια επικράτεια που η σπινοζική αυστηρότητα αντιλήφθηκε ως ένα από τα κατηγορήματα της υπόστασης; Μήπως η σκέψη δεν είναι κάτι που κάνουμε, αλλά μια διαδικασία στην οποία συμμετέχουμε – η έκφραση της πραγματικότητας διαμέσου του εκάστοτε σκεπτόμενου υποκειμένου;

Θα μου πείτε, γιατί να τα σκεφτόμαστε όλα αυτά, τώρα; Επειδή είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που φτιάχνουμε μηχανές που σκέφτονται. Και αφελώς πιστεύουμε ότι θα σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόμαστε κι εμείς. Ενώ ακόμα δεν έχουμε καταλάβει τι είναι σκέψη.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 97, στις 21 Νοεμβρίου 2020.