Η Επικοινωνία της Επιστήμης και ο εκδημοκρατισμός της γνώσης

Bandwagon
Από καιρού εις καιρόν μου αρέσει να κλέβω. Το κάνω όταν, σε ένα κείμενο που τυχαίνει να διαβάζω, συναντώ τις σκέψεις μου διατυπωμένες πολύ πιο συνεκτικά απ’ ό,τι τις έχω στο μυαλό μου. Αυτή τη φορά θα πάρω το θάρρος να σταχυολογήσω μερικά αποσπάσματα από το άρθρο του Etienne Balibar «Σπινόζα: Πολιτική και επικοινωνία» που δημοσιεύτηκε ως επίμετρο στην ελληνική μετάφραση της Πολιτικής Πραγματείας του Spinoza. Η εξαιρετική απόδοση είναι του Άρη Στυλιανού.

Αφορμή για τη σύνθεση που ακολουθεί είναι η πανδημία. Τι έκπληξη, θα μου πείτε. Πρόκειται όμως για μια ιδιαίτερη εκδήλωση της πανδημίας. Στα Αγγλικά υπάρχει η έκφραση to jump on the bandwagon, η οποία δηλώνει την τάση των ανθρώπων να εμπλέκονται με μια δραστηριότητα μόνο και μόνο επειδή η άσκηση αυτής της δραστηριότητας έχει γίνει της μόδας. Η πανδημία, λοιπόν, πρόσφερε σε πολλούς και πολλές την ευκαιρία να γίνουν ειδικοί στην Επικοινωνία της Επιστήμης. Γιατροί που έχουν γίνει περσόνες των media αναλαμβάνουν να μεταφέρουν τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνών στη δημόσια σφαίρα με έναν κοινωνικά ανερμάτιστο λόγο· πολιτικοί οι οποίοι υλοποιούν αυταρχικά μέτρα δικαιολογούν τις αποφάσεις τους βάσει των πορισμάτων της επιστήμης («τις έχουν βάλει στον αλγόριθμο»)· δημοσιογράφοι που αδυνατούν να κατανοήσουν τον δαιδαλώδη χαρακτήρα της ερευνητικής μεθοδολογίας συνοψίζουν με συγκεχυμένο τρόπο τις πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις, τροφοδοτώντας τον συλλογικό φόβο και τη γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη. Όλοι «επικοινωνούν την επιστήμη»· και όλοι (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, που συνήθως περνούν κάτω από το ραντάρ της δημοσιότητας) με τον όρο Επικοινωνία της Επιστήμης εννοούν, λίγο-πολύ, το ίδιο πράγμα: τη χρήση του λόγου της επιστήμης για να επιτύχουν τη συμμόρφωση του πληθυσμού. Όλοι έχουν πηδήξει στην καρότσα του περιοδεύοντος θιάσου και τα κίνητρά τους δεν είναι καθόλου αθώα.

Ας θυμίσουμε, λοιπόν, ότι τέτοιου είδους πρακτικές δεν συνιστούν Επικοινωνία της Επιστήμης. Αν μη τι άλλο, για έναν πολύ σημαντικό λόγο: Επειδή σκοπός της Επικοινωνίας της Επιστήμης δεν είναι μόνο να κοινοποιήσει τον κανονιστικό λόγο της επιστήμης, αλλά κυρίως να υποδείξει τους τρόπους με τους οποίους η συμμετοχή των πολιτών στην παραγωγή και τη διαμόρφωση αυτού του λόγου μπορεί να γίνει πιο ουσιαστική και πιο ενεργητική. Υπό αυτή την έννοια, η Επικοινωνία της Επιστήμης δεν έχει στόχο την υποταγή και τη συμμόρφωση του πληθυσμού, αλλά τον εκδημοκρατισμό της γνώσης. Αυτό είναι το πρόταγμα που ανακαλύπτει ο Etienne Balibar ξαναδιαβάζοντας την (ημιτελή) Πολιτική Πραγματεία του Spinoza.

Ο επικίνδυνος όχλος
Παραδόξως, η μη ολοκλήρωση της Πολι­τικής Πραγματείας επιφέρει ένα θεωρητικό κέρδος: αντί για μια θεωρία της δημοκρατίας, αυτό πού προκύπτει είναι μια θεωρία του εκδημοκρατισμού, που μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα καθεστώτα. Οι τρόποι του διαφέρουν, αλλά υπάρχει πάντοτε ένας θεμελιώδης κινητήρας, στον οποίο ο Σπινόζα επανέρχεται αδιάκοπα: η κυκλοφορία της πληροφορίας, που τείνει να εξασφαλίσει την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δημο­σιότητα των πράξεων της κυβέρνησης, των κινήτρων των αποφάσεών της (ενάντια σε όλη την παράδοση των arcana imperii: των «κρατικών μυστικών») και συγχρόνως να δια­παιδαγωγήσει τους ίδιους τους πολίτες εξασκώντας την κρί­ση τους περί των δημοσίων πραγμάτων. Ο Σπινόζα δείχνει ότι η μυστικότητα της εξουσίας δεν είναι αποτέλεσμα της ανικανότητας και της βίας των κυβερνωμένων, αλλά αποτε­λεί σαφώς την αιτία τους: «Αν ο όχλος δεν έχει καμία αίσθηση του μέτρου, αν είναι επίφοβος όσο δεν τον τρομοκρατούν, τούτο συμβαίνει διότι η ελευθερία και η σκλαβιά δεν αναμειγνύονται εύκολα. Τέλος, ότι ο όχλος είναι ξένος προς κάθε αλήθεια και κάθε κρίση δεν είναι παράξενο, εφόσον οι σημαντικότερες υποθέσεις του κράτους ρυθμίζονται εν αγνοία του και δεν του απομένει παρά να τις μαντεύει από κάποια γεγονότα που είναι απολύτως αδύνατο να του τα αποκρύψουν. Πράγματι, χρειάζεται σπάνια αρετή για να αποφεύγει κάποιος να διατυπώνει κρίσεις. Συνεπώς, το να θέλει κανείς να ενεργεί πάντοτε εν αγνοία των πολιτών, απαιτώντας ταυ­τόχρονα από αυτούς να μη διατυπώνουν λανθασμένες κρίσεις και κακοπροαίρετες ερμηνείες, αυτό αποτελεί το αποκορύ­φωμα της ανοησίας. Στην πραγματικότητα, αν ο όχλος ήξε­ρε να παραμένει ήρεμος, να μη διατυπώνει κρίσεις για ζητή­ματα που γνωρίζει ελάχιστα ή να κρίνει με ορθό τρόπο ένα ζήτημα έχοντας περιορισμένη πληροφόρηση, θα του άξιζε ασφαλώς να κυβερνά παρά να υπακούει».

Ο φιλόσοφος-βασιλιάς
Η διαφορά μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων έχει ποικίλες αιτίες που την καθιστούν διαφορά μεταξύ κυ­ριάρχων και κυριαρχουμένων, όμως, στο επίπεδο του κρά­τους, καταλήγει να επικεντρώνεται στο μονοπώλιο της γνώ­σης, στο όνομα του οποίου απαιτείται η υπακοή. Αλλά αυτή η εσωτερικά αμφίσημη κατάσταση μετατρέπεται στο αντί­θετό της: πράγματι, η ανασφάλεια του κράτους συνδέεται με την άγνοια που έχουν τα άτομα για τον ίδιο τους τον εαυτό, για τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζονται από την αμοιβαία εξάρτησή τους. Η ιστορία των θεοκρατιών δείχνει πώς το μονοπώλιο της γνώσης μετατρέπεται σε μονοπώλιο της μη­ γνώσης (το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα για τις τε­χνοκρατίες μέσα στις οποίες ζούμε). Αντιστρόφως, οι «ζων­τανοί» θεσμοί που πραγματοποιούν τον εκδημοκρατισμό του κράτους είναι επίσης εκείνοι που κάνουν την γνώση διαθέσι­μη και, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, δημιουργούν τις προϋ­ποθέσεις για την συγκρότησή του. Άρα, δεν αποτελούν απλώς εξωτερική προϋπόθεση της γνώσης ή της σοφίας, αλλά προϋπόθεση εσωτερική. Η αυτάρκεια του σοφού και ο φιλό­σοφος-βασιλιάς συνιστούν παραλογισμούς.

Η εκδημοκρατισμός της γνώσης
Το πρόβλημα της πολιτικής επικοινωνίας, έτσι όπως το μελετά ο Σπινόζα, επιτρέπει πραγματικά να υπερβούμε το δίλημμα μεταξύ ατομικισμού και οργανικισμού (η κορπορατι­σμού), έτσι όπως το κατανόησαν οι πολιτικές φιλοσοφίες από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, δηλαδή ως πρόβλημα προέλευσης ή θεμελίου. Πρόκειται πάντοτε για το ίδιο ζητούμενο: αυτό που είναι δεδομένο στην αφετηρία είναι άραγε το άτομο (νοούμενο ως αρχέτυπο ή ως οποιοδήποτε αντίτυπο της ανθρωπότητας, ένας «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες») ή είναι το «κοινωνικό ζώο» του Αριστοτέλη και των Σχολα­στικών, το «Μεγάλο Είναι» του Αύγουστου Κοντ κτλ. (όπου το άτομο δεν είναι παρά αφαίρεση); Όμως, όπως έχουμε δει, στον Σπινόζα η έννοια «άτομο», αν και είναι απολύτως κεντρική, εντούτοις γίνεται νοητή «υπό πολλές σημασίες»: το άτομο δεν δημιουργείται από τον Θεό, σύμφωνα με ένα αιώ­νιο μοντέλο, ούτε εξάγεται κατά κάποιον τρόπο από την φύση, σαν ακατέργαστο υλικό, αλλά αποτελεί κατασκευή. Αυτή προκύπτει από την «προσπάθεια» (conatus) του ίδιου του ατόμου, αλλά μέσα σε συνθήκες καθορισμένες από το «είδος ζωής» του, που δεν είναι άλλο από ένα ορισμένο καθεστώς επικοινωνίας (αισθηματικής, οικονομικής, διανοητικής) με άλλες ατομικότητες. Και η σειρά των καθεστώ­των επικοινωνίας διαπερνάται η ίδια από μια συλλογική προ­σπάθεια για τον μετασχηματισμό του τρόπου επικοινωνίας, περνώντας από τις σχέσεις ταύτισης (ή, αν θέλετε, από τον τρόπο της κοινότητας) στις σχέσεις ανταλλαγής αγαθών και γνώσεων. Το πολιτικό κράτος αποτελεί ουσιαστικά ένα τέτοιο καθεστώς· αλλά είναι επίσης φανερό ότι ο ορισμός του πολιτικού κράτους που προτείνει ο Σπινόζα,
παραμένοντας πάντοτε αυστηρά ρεαλιστικός, είναι ευρύτερος από την νομική και διοικητική μορφή που αποκαλείται κράτος στην νεό­τερη εποχή. Ο ορισμός αυτός επιτρέπει συνεπώς την σύλληψη, τουλάχιστον θεωρητικά, ιστορικών μορφών που διαφέρουν από την μορφή του αστικού-εθνικού κράτους, υποδεικνύοντας ταυτοχρόνως το καθοριστικό σημείο για την διαμόρφωσή τους: τον εκδη­μοκρατισμό της γνώσης.

image credit: Paul Delveaux, Οι μεγαλες σειρηνες, 1947 | Fernand Leger, Machine element, 1924 | KATSUSHIKA Hokusai, The Great Wave ofF Kanagawa, c. 1830.

Σκέψεις

ΠΟΥ ΠΑΝΕ οι σκέψεις όταν δεν τις σκεπτόμαστε; Θα πείτε ότι πρόκειται για ρητορικό ερώτημα. Ή, ακόμα χειρότερα, για ένα από εκείνα τα ερωτήματα που μπορούν να διατυπωθούν επειδή το επιτρέπει η γλώσσα, αλλά που δεν έχουν κανένα πραγματικό νόημα – μια από τις κατάρες της φιλοσοφίας, κατά τον Wittgenstein και άλλους. Ωστόσο, σκεφτείτε: Χρησιμοποιούμε εκφράσεις στη γλώσσα μας που δηλώνουν ότι οι σκέψεις είναι κάτι, ότι είναι πράγματα. Λέμε: Πέρασε μια σκέψη από το μυαλό μου· έκανα μια σκέψη· με κατακλύζουν σκέψεις. Επίσης, τις αριθμούμε: Λίγες σκέψεις, μερικές σκέψεις, πολλές σκέψεις. Και, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα γλωσσικά ήθη, τις μοιραζόμαστε: «Θα μοιραστώ μερικές σκέψεις μαζί σας».

Ίσως πρόκειται για τρόπους του λέγειν, που έχουν εδραιωθεί στη γλώσσα, όπως συμβαίνει και με άλλες μεταφορικές αναφορές στη φυσική πραγματικότητα: Το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θερμική χωρητικότητα, το κρύο που μπαίνει από το ανοικτό παράθυρο. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν πρόκειται για μεταφορές. Στην ιστορία της φιλοσοφίας, το συγκεκριμένο ερώτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικού στοχασμού. Στη φιλοσοφία του Σπινόζα, ο ανθρώπινος νους μπορεί να γνωρίσει δύο από τα άπειρα κατηγορήματα της υπόστασης κι αυτά είναι η σκέψη και η έκταση. Αν στην έκταση υπάρχουν αντικείμενα, στη σκέψη υπάρχουν ιδέες – νοητικά αντικείμενα που είναι ένας από τους δυνατούς τρόπους ύπαρξης των πραγμάτων.

Ανθρωπολογικά μιλώντας είναι ακόμα πιο δύσκολο να συλλάβουμε τη σκέψη. Σκεφτείτε: Η σκέψη είναι μια φωνή που ακούγεται μέσα στο κεφάλι μας. Χρησιμοποιεί λέξεις και παράγει δομημένο λόγο. Και, το σπουδαιότερο, μιλάει τη γλώσσα μας. Μάλιστα, αν αφομοιωθούμε σε ένα νέο γλωσσικό περιβάλλον, η σκέψη μας θα αρχίσει σιγά-σιγά να υιοθετεί τη νέα γλώσσα. Γιατί άραγε; Από ποιους περιμένει να ακουστεί και να γίνει κατανοητή; Μήπως σκοπεύει να βγει από το κεφάλι μας και να απευθυνθεί, χωρίς τη δική μας μεσολάβηση, στις σκέψεις των συνομιλητών μας;

Ίσως τελικά όλα αυτά δείχνουν ότι η σκέψη έχει όντως μια εξωτερικότητα ως προς το υποκείμενο που σκέπτεται. Θεωρούμε αυτονόητο ότι οι σκέψεις πηγάζουν από «μέσα μας». Μήπως, όμως, η έδρα της σκέψης δεν ταυτίζεται με το σκεπτόμενο υποκείμενο, αλλά με κάτι ευρύτερο – μια επικράτεια που η σπινοζική αυστηρότητα αντιλήφθηκε ως ένα από τα κατηγορήματα της υπόστασης; Μήπως η σκέψη δεν είναι κάτι που κάνουμε, αλλά μια διαδικασία στην οποία συμμετέχουμε – η έκφραση της πραγματικότητας διαμέσου του εκάστοτε σκεπτόμενου υποκειμένου;

Θα μου πείτε, γιατί να τα σκεφτόμαστε όλα αυτά, τώρα; Επειδή είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που φτιάχνουμε μηχανές που σκέφτονται. Και αφελώς πιστεύουμε ότι θα σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόμαστε κι εμείς. Ενώ ακόμα δεν έχουμε καταλάβει τι είναι σκέψη.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 97, στις 21 Νοεμβρίου 2020.

Επικοινωνία της Επιστήμης

Ένα νέο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ΕΑΠ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ εγκαινιάζει ένα νέο μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Ίσως πρόκειται για το πιο επίκαιρο και πιο αναγκαίο μεταπτυχιακό πρόγραμμα που θα μπορούσε να ιδρυθεί σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο σήμερα: ένα μεταπτυχιακό Επικοινωνίας της Επιστήμης. Στην πραγματικότητα, το πρόγραμμα είχε ιδρυθεί από τον Σεπτέμβρη του 2018 αλλά, για λόγους που μόνο να εικάσουμε μπορούμε, δεν μπήκε ποτέ στην ατζέντα της προηγούμενης Διοικούσας Επιτροπής του ΕΑΠ. Κατά μία έννοια, αυτή η καθυστέρηση υπήρξε ευεργετική: Η έναρξη λειτουργίας του προγράμματος συμπίπτει με μια απολύτως ιδιαίτερη κατάσταση στην κοινωνία, η οποία υπογραμμίζει εμφατικά την κρισιμότητα της Επικοινωνίας της Επιστήμης.

Τι είναι η Επικοινωνία της Επιστήμης; Ποιοι την κάνουν; Πώς την κάνουν; Εύκολο! Εκ πρώτης όψεως, Επικοινωνία της Επιστήμης είναι να «επικοινωνούμε» τα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας στο ευρύ κοινό. Να ενημερώνουμε δηλαδή, σε μια επαρκώς απλοποιημένη γλώσσα, τους ανθρώπους που δεν συμμετέχουν στην παραγωγή της επιστημονικής γνώσης, για τα πορίσματα της επιστήμης και να τους εξηγούμε γιατί πρέπει να προσαρμόζουν τον ατομικό και συλλογικό βίο τους σε αυτά. Υπεύθυνοι για την εκλαΐκευση της επιστήμης είναι επιστήμονες με επικοινωνιακές δεξιότητες και δημοσιογράφοι με επιστημονικές γνώσεις. Οι άνθρωποι αυτοί αναλαμβάνουν δράσεις που μεταφέρουν τη γνώση στο κοινό, με στόχο να επιτύχουν τις ευρύτερες δυνατές συναινέσεις, προκειμένου η επιστήμη να μπορέσει να συνεχίσει το έργο της ανενόχλητη από τις λαϊκές προλήψεις και την αδικαιολόγητη καχυποψία των πολιτών.

ΕΥΤΥΧΩΣ, η Επικοινωνία της Επιστήμης δεν είναι τίποτα από αυτά. Και ένας καλός τρόπος να το καταλάβουμε αυτό είναι να ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι η επιστήμη δεν «επικοινωνείται», αλλά επικοινωνεί· για την ακρίβεια είναι επικοινωνία.

Continue reading