Κόλαση

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ κομμάτι της μεσαιωνικής γραμματείας που οι μελετητές δυσκολεύονται πολύ να αποκρυπτογραφήσουν. Ο λόγος είναι ότι αδυνατούν να καταλάβουν αν οι συγγραφείς μιλούν κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Ωστόσο, τα σχετικά κείμενα χαρακτηρίζονται από σαφήνεια και ακρίβεια, πράγμα που κάνει πολλούς μελετητές να θεωρούν ότι οι θεολόγοι που τα συνέγραψαν είχαν άμεση εμπειρία του θέματος. Είτε επειδή συνόδεψαν τον Δάντη στο ταξίδι του είτε (το πιθανότερο) επειδή είχαν πραγματοποιηθεί και άλλα ταξίδια στην Κόλαση, πριν επιχειρήσει το δικό του ο Δάντης.

Τα κείμενα μιλούν για τα επίπεδα της Κόλασης. Η έκταση και η διεξοδικότητα των περιγραφών κάνει αδύνατη ακόμα και τη συνοπτική παρουσίασή τους εδώ. Θα περιοριστούμε στην παρουσίαση ενός από αυτά τα επίπεδα, επειδή συνδέεται με την επικαιρότητα. Πρόκειται για το επίπεδο των «parvorum peccatorum», το επίπεδο στο οποίο οδηγούνται όσοι έχουν διαπράξει μικρής σημασίας αμαρτήματα, τα οποία όμως αυξάνουν επικίνδυνα την εντροπία κάποιου από τα σύμπαντα στα οποία μοιράζεται η ανθρώπινη ύπαρξη (υλικού, γλωσσικού ή αισθητικού). Οι κύριες κατηγορίες των αμαρτωλών που οδηγούνται εκεί είναι οι ακόλουθες:

ΟΣΟΙ πιέζουν την οδοντόκρεμα από τη μέση και αφήνουν τσαλακωμένο το σωληνάριο στον νιπτήρα του μπάνιου. Όσοι χρησιμοποιούν το «επικοινωνώ» ως μεταβατικό ρήμα («να σου επικοινωνήσω ένα μήνυμα»). Όσοι κρατούν πολλά παράθυρα ανοιχτά στον browser (ο μέγιστος επιτρεπόμενος αριθμός είναι τρία και μάλιστα ένα από αυτά πρέπει να είναι η υπηρεσία αλληλογραφίας). Όσοι εμφανίζονται στο Skype από τα μάτια και πάνω, αφήνοντας να κυριαρχεί στο κάδρο ένας άδειος τοίχος ή το θλιβερό καδράκι που κρέμεται σε αυτόν. Ο Γούντι Άλεν τοποθετεί εκεί και όσους αντικαθιστούν τα ξύλινα κουφώματα με προφίλ αλουμινίου, αλλά για το συγκεκριμένο θέμα υπήρξαν διαφωνίες μεταξύ των μεσαιωνικών λογίων. Όπως συμβαίνει με όλες τις αμαρτίες, οι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι οδηγούνται στην Κόλαση είναι δύο. Αφενός, επειδή διαπράττουν κάτι κακό· αφετέρου, επειδή έχουν ευθύνη για την πράξη τους. Ενώ γνωρίζουν, δηλαδή, ότι η συγκεκριμένη πράξη φέρνει το σύμπαν πλησιέστερα στον θερμικό του θάνατο, δεν μπορούν να αντισταθούν στην επιθυμία να την εκτελέσουν.

Ως γνωστόν, ο Μεσαίωνας ήταν η εποχή των επιδημιών. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, που σε κάποια χειρόγραφα βρέθηκαν αναφορές και σε όσους σε καιρούς καραντίνας μολύνονταν από θανατηφόρους μικροοργανισμούς. Κάτοικοι ολόκληρων περιοχών τιμωρούνταν παραδειγματικά με κατ’ οίκον περιορισμό και δημόσια διαπόμπευση επειδή οι συγκεκριμένες περιοχές παρουσίαζαν αυξημένο αριθμό κρουσμάτων. Η διασπορά των παθογόνων οργανισμών θεωρήθηκε αποτέλεσμα της ανεύθυνης συμπεριφοράς τους (είναι γνωστά τα ξέφρενα μεσαιωνικά rave πάρτι) και της πλημμελούς εφαρμογής των υγειονομικών κανόνων. Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν τώρα μόνιμους κατοίκους του parvorum peccatorum, περιμένοντας χαιρέκακα να υποδεχτούν όλους εκείνους που σε μελλοντικούς χρόνους θα ασθενήσουν και θα πεθάνουν με δική τους ευθύνη, επιβαρύνοντας άσκοπα το σύστημα υγείας και υπονομεύοντας την υπακοή του πληθυσμού στις Αρχές.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 101, στις 16 Ιανουαρίου 2021.

IMAGE CREDIT: Hieronymus Bosch, ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ ΤΩΝ ΓΗΙΝΩΝ ΑΠΟΛΑΥΣΕΩΝ, 1480-90.

Η Επικοινωνία της Επιστήμης και ο εκδημοκρατισμός της γνώσης

Bandwagon
Από καιρού εις καιρόν μου αρέσει να κλέβω. Το κάνω όταν, σε ένα κείμενο που τυχαίνει να διαβάζω, συναντώ τις σκέψεις μου διατυπωμένες πολύ πιο συνεκτικά απ’ ό,τι τις έχω στο μυαλό μου. Αυτή τη φορά θα πάρω το θάρρος να σταχυολογήσω μερικά αποσπάσματα από το άρθρο του Etienne Balibar «Σπινόζα: Πολιτική και επικοινωνία» που δημοσιεύτηκε ως επίμετρο στην ελληνική μετάφραση της Πολιτικής Πραγματείας του Spinoza. Η εξαιρετική απόδοση είναι του Άρη Στυλιανού.

Αφορμή για τη σύνθεση που ακολουθεί είναι η πανδημία. Τι έκπληξη, θα μου πείτε. Πρόκειται όμως για μια ιδιαίτερη εκδήλωση της πανδημίας. Στα Αγγλικά υπάρχει η έκφραση to jump on the bandwagon, η οποία δηλώνει την τάση των ανθρώπων να εμπλέκονται με μια δραστηριότητα μόνο και μόνο επειδή η άσκηση αυτής της δραστηριότητας έχει γίνει της μόδας. Η πανδημία, λοιπόν, πρόσφερε σε πολλούς και πολλές την ευκαιρία να γίνουν ειδικοί στην Επικοινωνία της Επιστήμης. Γιατροί που έχουν γίνει περσόνες των media αναλαμβάνουν να μεταφέρουν τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνών στη δημόσια σφαίρα με έναν κοινωνικά ανερμάτιστο λόγο· πολιτικοί οι οποίοι υλοποιούν αυταρχικά μέτρα δικαιολογούν τις αποφάσεις τους βάσει των πορισμάτων της επιστήμης («τις έχουν βάλει στον αλγόριθμο»)· δημοσιογράφοι που αδυνατούν να κατανοήσουν τον δαιδαλώδη χαρακτήρα της ερευνητικής μεθοδολογίας συνοψίζουν με συγκεχυμένο τρόπο τις πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις, τροφοδοτώντας τον συλλογικό φόβο και τη γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη. Όλοι «επικοινωνούν την επιστήμη»· και όλοι (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, που συνήθως περνούν κάτω από το ραντάρ της δημοσιότητας) με τον όρο Επικοινωνία της Επιστήμης εννοούν, λίγο-πολύ, το ίδιο πράγμα: τη χρήση του λόγου της επιστήμης για να επιτύχουν τη συμμόρφωση του πληθυσμού. Όλοι έχουν πηδήξει στην καρότσα του περιοδεύοντος θιάσου και τα κίνητρά τους δεν είναι καθόλου αθώα.

Ας θυμίσουμε, λοιπόν, ότι τέτοιου είδους πρακτικές δεν συνιστούν Επικοινωνία της Επιστήμης. Αν μη τι άλλο, για έναν πολύ σημαντικό λόγο: Επειδή σκοπός της Επικοινωνίας της Επιστήμης δεν είναι μόνο να κοινοποιήσει τον κανονιστικό λόγο της επιστήμης, αλλά κυρίως να υποδείξει τους τρόπους με τους οποίους η συμμετοχή των πολιτών στην παραγωγή και τη διαμόρφωση αυτού του λόγου μπορεί να γίνει πιο ουσιαστική και πιο ενεργητική. Υπό αυτή την έννοια, η Επικοινωνία της Επιστήμης δεν έχει στόχο την υποταγή και τη συμμόρφωση του πληθυσμού, αλλά τον εκδημοκρατισμό της γνώσης. Αυτό είναι το πρόταγμα που ανακαλύπτει ο Etienne Balibar ξαναδιαβάζοντας την (ημιτελή) Πολιτική Πραγματεία του Spinoza.

Continue reading

Υποκείμενα νοσήματα

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ; Ασθένεια είναι όταν δεν είμαστε καλά, άρα η απουσία υγείας. Μπορούμε, συνεπώς, να θεωρήσουμε ότι υπάρχει μια γραμμή που χωρίζει την υγεία από την ασθένεια και όταν περνάμε αυτή τη γραμμή προς τη μία ή προς την άλλη κατεύθυνση νοσούμε ή αναρρώνουμε. Άρα, οι άνθρωποι χωρίζονται σε υγιείς και ασθενείς, ανάλογα με το πού βρίσκονται σε σχέση με αυτή τη γραμμή. Και η μέριμνα της κοινωνίας συνίσταται στην χορήγηση της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής που θα επιτρέψει στους νοσούντες να αναρρώσουν, αλλά και στην λήψη των κατάλληλων μέτρων που θα επιτρέψουν στους υγιείς να διατηρήσουν την υγεία τους. Υπάρχει κοινά αποδεκτός τρόπος να αποφασίσουμε πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η γραμμή;

Η αλήθεια είναι ότι η απάντηση είναι δύσκολη. Ας αναδιατυπώσουμε την ερώτηση για να την κάνουμε πιο σαφή: Πότε αρχίζει κάποιος να είναι ασθενής και πότε αρχίζει να είναι υγιής; Δυστυχώς, τώρα έγινε ακόμα πιο δύσκολη η απάντηση. Θα μπορούσαμε ίσως να καταφύγουμε στη βοήθεια της βιολογίας. Ένας άνθρωπος αρχίζει να ασθενεί από τη στιγμή που θα δεχθεί στον οργανισμό του έναν παθογόνο οργανισμό. Η παρουσία του παθογόνου οργανισμού σηματοδοτεί την εκδήλωση της ασθένειας. Εδώ, όμως, υπάρχουν δύο προβλήματα. Αφενός, όπως όλοι μάθαμε τον τελευταίο καιρό, η παρουσία του μικροοργανισμού από μόνη της δεν δηλώνει πολλά πράγματα. Απαιτείται να προσδιοριστεί και η συγκέντρωσή του, πράγμα που πολλές περιπτώσεις δεν είναι εύκολο. Αφετέρου, ξέρετε πόσους παθογόνους οργανισμούς έχουμε κάθε στιγμή στο σώμα μας; Τι καθορίζει αν η παρουσία τους θα οδηγήσει στην εκδήλωση ή όχι μιας ασθένειας;

Ένα πρόσθετο πρόβλημα είναι ότι δεν οφείλονται όλες οι ασθένειες σε παθογόνους οργανισμούς. Οφείλονται και σε δυσλειτουργίες οργάνων, στην υψηλή ή χαμηλή συγκέντρωση συγκεκριμένων ουσιών στο αίμα, στη διαταραχή των νοητικών λειτουργιών. Σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις το όριο δεν είναι σαφές. Πότε αρχίζει να δυσλειτουργεί ένα όργανο; Ποιες είναι οι «φυσιολογικές τιμές» των χημικών συγκεντρώσεων; Πότε μια προσωπικότητα αρχίζει να θεωρείται διαταραγμένη; Το όριο δεν μπορεί, ασφαλώς, να προσδιοριστεί με αναγωγή στον μέσο όρο του πληθυσμού, γιατί ο πληθυσμός περιλαμβάνει υγιείς και ασθενείς. Ούτε μπορεί να προσδιοριστεί βάσει των τιμών των υγιών, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ήδη γνωρίζουμε ποιοι είναι υγιείς, άρα ότι γνωρίζουμε το όριο.

Σοφιστείες; Ίσως… Αυτό που υπονοούν αυτές οι σοφιστείες, όμως, είναι ότι το όριο ανάμεσα σε υγεία και ασθένεια δεν είναι μια γραμμή, αλλά μια περιοχή στην οποία πραγματοποιείται διαρκώς μια εντατική κοινωνική διαπραγμάτευση. Άρα, το ερώτημα δεν είναι ποιο είναι το όριο, αλλά ποια είναι η φύση και ο συσχετισμός των δυνάμεων που κάθε φορά καθορίζουν τι είναι υγιές και τι πάσχον, τι είναι φυσιολογικό και τι αποκλίνον ­– που κανονικοποιούν, δηλαδή, την ανθρώπινη κατάσταση.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 98, στις 5 Δεκεμβρίου 2020.

Image: Paracelcus von Hohenheim