1. Οι ιστορικοί της επιστήμης γνωρίζουν πολύ καλά τη σημασία του Αρχείου. Κατά μία έννοια, το αρχείο είναι το εργαστήριο του ιστορικού. Η συγκέντρωση και η συνδυαστική αξιοποίηση ιστορικών τεκμηρίων είναι η καλύτερη μέθοδος ανασύστασης του παρελθόντος. Αυτό ισχύει για όλους τους ιστορικούς, ασφαλώς, αλλά για τους ιστορικούς της επιστήμης ακόμα περισσότερο. Τα τεκμήρια που αφορούν το επιστημονικό έργο του παρελθόντος είναι κατά μείζονα λόγο κείμενα, σχέδια και όργανα, που σε πολλές περιπτώσεις τα παραλαμβάνουμε ήδη οργανωμένα όπως ήταν στην αρχική τους κατάσταση. Ένα εργαστήριο, η βιβλιοθήκη ενός επιστήμονα, μια συλλογή δειγμάτων: εύγλωττες μαρτυρίες.
Tag Archives: contingency
Res cogitans
ΣΤΑ ΜΕΣΑ του 17ου αιώνα, ο René Descartes οριστικοποίησε ένα σχήμα που διαπερνούσε μεγάλο μέρος του δυτικού φιλοσοφικού και θεολογικού στοχασμού. Τη διάκριση σώματος-πνεύματος. Το υλικό σώμα ταυτίζεται με την ιδιότητα της έκτασης, ενώ το πνεύμα με την ικανότητα της σκέψης. Το σώμα αντιπροσωπεύει την παθητικότητα και την αδράνεια, ενώ το πνεύμα αντιπροσωπεύει την ενεργητικότητα και τη βούληση. Ένα σημαντικό πρόβλημα που προέκυψε από αυτή τη διάκριση είναι το πρόβλημα της επικοινωνίας των δύο διαστάσεων της ύπαρξης. Πώς μεταφέρει το σώμα τις εμπειρίες και τις ανάγκες του στο πνεύμα και, κυρίως, πώς μεταφέρει το πνεύμα τις αποφάσεις του στο σώμα; Υπάρχει κάποιο ειδικό όργανο μέσω του οποίου πραγματοποιείται αυτή η μεταβίβαση; Και αν ναι, που ανήκει αυτό, στο σώμα ή στο πνεύμα;
Προφανώς, δεν θα μας απασχολήσει εδώ η πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού που αφιερώθηκε στην απάντηση των συγκεκριμένων ερωτημάτων. Στην πορεία της ιστορίας όμως ο καρτεσιανός δυϊσμός μεταφέρθηκε και στα έργα των ανθρώπων. Η κατασκευή των υπολογιστών αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το συγκεκριμένο σχήμα. Η εδραία διάκριση ανάμεσα σε software και hardware κάθε άλλο παρά αναγκαία και τεχνολογικά αυτονόητη είναι: το λογισμικό παραπέμπει στον ανθρώπινο λογισμό και το υλισμικό στην αδρανή σωματικότητα της ύλης. Ακόμα και η ηθική κανονιστικότητα που είναι συναρτημένη με τον καρτεσιανό δυϊσμό βρίσκει εφαρμογή εδώ: το λογισμικό έχει αδιαπραγμάτευτα ηγεμονικό ρόλο και, προοπτικά, τείνει να απορροφήσει το υλισμικό.

Πώς πραγματοποιείται όμως η σύζευξη των δύο διαστάσεων της τεχνολογικής ύπαρξης; Ο Καρτέσιος ήταν πεπεισμένος ότι στο κέντρο του εγκεφάλου βρισκόταν ένας αδένας που επιτελούσε αυτή τη λειτουργία. Στον σύγχρονο υπολογιστή, τη θέση αυτού του οργάνου την παίρνει ο επεξεργαστής. Το CPU είναι το καρτεσιανό conarium. Οι πιο παλιοί θυμούνται, εξάλλου: μέχρι τη δεκαετία του ’80 ο υπολογιστής ονομαζόταν «ηλεκτρονικός εγκέφαλος». Ο εγκέφαλος αυτός περιστοιχίζεται από συσκευές εισόδου και εξόδου, οι οποίες έχουν την ευθύνη να άγουν πληροφορίες από τον κόσμο της ύλης στον κόσμο του πνεύματος, και αντίστροφα. Κι εκείνος, βάσει των δεδομένων με τα οποία τροφοδοτείται, κρίνει, αποφασίζει και ενεργεί. Με αυτή την έννοια, ο υπολογιστής δεν είναι ούτε εργαλείο (=χρήση) ούτε μηχανή (=αυτοματισμός). Είναι ένα νέο είδος που κατασκεύασε ο άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, όχι του εαυτού του, αλλά μιας φιλοσοφικής θεώρησης του εαυτού του.
Θα είχε, επομένως, ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε πώς θα ήταν τα πράγματα, αν οι τεχνολογικές επιλογές είχαν καθοριστεί από μια άλλη φιλοσοφική παράδοση. Μολονότι ιστορικά ένα τέτοιο ερώτημα είναι ασφαλώς άνευ νοήματος, το ότι μπορούμε να το διατυπώσουμε είναι σημαντικό: μας επιτρέπει να στοχαστούμε την ενδεχομενικότητα της τεχνολογίας και τον μη αναπόδραστο χαρακτήρα επιλογών που μας επιβάλλονται με το βάρος της «φυσικής» αναγκαιότητας.
Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 4, στις 5.11.2016
Image Credit: Dora Maar, Sans titre, 1934.
Νέες τάσεις στην Ιστοριογραφία της Επιστήμης
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ τα τελευταία χρόνια διαγράφει μια σημαντική καμπή. Ένα θέμα το οποίο όλο και περισσότερο συγκεντρώνει την προσοχή των ιστορικών είναι η ενσωμάτωση στον επιστημονικό λόγο αξιών και προτύπων που προέρχονται από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Η επιστήμη δεν αντιμετωπίζεται, πλέον, μόνο σαν μια διανοητική κατασκευή, η οποία απαντά με μεγαλύτερη ή μικρότερη επάρκεια σε μια συγκεκριμένη κατηγορία αναγκών της κοινωνίας, ούτε σαν μια αυτοτελής διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας περί της φύσης, η οποία διευκολύνεται ή παρεμποδίζεται από τους εκάστοτε κοινωνικούς όρους. Το βασικό στοιχείο της νέας θεώρησης είναι ότι περιγράφει την επιστημονική δραστηριότητα ως ένα πολιτισμικό φαινόμενο καθαυτό, το οποίο δεν διαχωρίζεται a priori από τις υπόλοιπες εκδηλώσεις του κοινωνικού σώματος. Υπό αυτή την έννοια, οι γνωσιακές παραδόσεις και οι τεχνικές δεξιότητες που συνθέτουν την εκάστοτε εικόνα της επιστήμης έχουν την ίδια βαρύτητα στις διαδικασίες συγκρότησης, ανάπτυξης και μετασχηματισμού του επιστημονικού λόγου με αυτή που έχουν και όλες οι άλλες κοινωνικές διεργασίες στις οποίες συμμετέχουν οι φορείς του.
Αυτή η θεώρηση έχει μία σημαντική συνέπεια: Ο ιστορικός που μελετά τη διαμόρφωση ή το μετασχηματισμό του επιστημονικού λόγου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει κάθε φορά υπόψη του το σύνολο των γνωσιακών παραδόσεων, των πολιτισμικών επιρροών και των κοινωνικών συμβάσεων που συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία. Όχι υπό τη μορφή προωθητικών ή ανασχετικών παραγόντων στην κατεύθυνση της ανακάλυψης μιας αδιαμφισβήτητης αλήθειας για τη φύση, αλλά υπό τη μορφή θεωρητικών και πρακτικών συμβάσεων, που εντυπώνονται στη δομή του επιστημονικού λόγου και μορφοποιούν αυτή την αλήθεια.