Οι τρεις εποχές του πράγματος

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΠΙΝΟΗΣΗ του δυτικού πολιτισμού είναι το πράγμα. Το πράγμα δεν υπήρχε πάντοτε, σε όλους τους πολιτισμούς, σε όλους τους τόπους και όλες τις εποχές. Ο κόσμος δεν ήταν πάντοτε χωρισμένος σε ανθρώπους και πράγματα.

Το πράγμα έχει ιστορία, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό συνυφασμένη με την ιστορία της νεοτερικότητας. Στον προνεοτερικό κόσμο, ο άνθρωπος περιστοιχίζεται από οντότητες που έχουν ενεργητικότητα και αυτονομία. Η ύλη είναι γεμάτη δυνάμεις, οι οποίες εκδηλώνονται με τρόπους που δεν καθορίζονται από την επιθυμία, τη βούληση ή τους σκοπούς των ανθρώπων. Για να επιτύχει αυτό που θέλει ο άνθρωπος δεν αρκεί να κάνει ένα σχέδιο και να το εφαρμόσει. Πρέπει να κάνει την ύλη συμμέτοχο των σκοπών του, να αποδεχτεί τους περιορισμούς της και να συνεργαστεί μαζί της για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος. Η μαγεία είναι το σώμα της γνώσης που καθιστά δυνατή αυτή την αλληλοκατανόηση, τη συναλλαγή και τη συνεργασία. Και αυτό είναι ακριβώς που αλλάζει κατά τη μετάβαση από τον μαγικό στον επιστημονικό κόσμο.

Προϋπόθεση αυτής της μετάβασης είναι η παθητικοποίηση της ύλης. Όλη η ενεργητικότητα και η αυτονομία πρέπει να αφαιρεθούν από την ύλη, ώστε αυτή να καταστεί παθητική και αδρανής. Η ενεργητικότητα που αφαιρείται από την ύλη μεταφέρεται όλη στον άνθρωπο, ο οποίος με αυτόν τον τρόπο μετατρέπεται στο μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που διαθέτει ικανότητα εμπρόθετης δράσης (agency). Απέναντι στον άνθρωπο βρίσκεται η αδρανής ύλη η οποία περιμένει την εμπρόθετη παρέμβαση του, μέσω της οποίας θα αποκτήσει τη μορφή, το σχήμα ή τη λειτουργία που εξυπηρετεί τα σχέδιά του. Έτσι, η ύλη από ενεργητική παρουσία, η οποία υφίσταται στο ίδιο επίπεδο με τον άνθρωπο, υποβιβάζεται σε ένα σύνολο πόρων που προορίζονται να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς και τις επιθυμίες του ανθρώπου. Το μοναδικό νόημα της ύλης είναι να αποτελέσει το υπόστρωμα για την εκδίπλωση των ανθρώπινων σχεδίων. Έτσι, ο κόσμος χωρίζεται σε ανθρώπους και πράγματα. Τα πράγματα δεν έχουν νόημα για τον εαυτό τους, αλλά μόνο για τον άνθρωπο.

Αυτή είναι η πρώτη εποχή του πράγματος. Η μορφή γνώσης που εγγυάται τη συγκεκριμένη διάκριση είναι η επιστήμη. Στον κόσμο της επιστήμης, ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που μπορεί να γνωρίσει, είναι το ενεργητικό υποκείμενο της γνώσης, ενώ όλος ο υπόλοιπος κόσμος μετατρέπεται σε παθητικό αντικείμενο της γνώσης. Έτσι, ο χωρισμός του κόσμου σε ανθρώπους και πράγματα ορίζει και τη διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου που θεμελιώνει και διαπερνά τη σκέψη της νεοτερικότητας.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ του πράγματος συνδέεται με την εδραίωση του καπιταλισμού. Επικαλύπτεται σε σημαντικό βαθμό με την πρώτη, αλλά προϋποθέτει κάποιες θεσμικές εξελίξεις, οι οποίες τοποθετούν την έναρξή της έναν αιώνα αργότερα. Και εδώ έχουμε μια ανασημασιοδότηση που αποβλέπει στην  απενεργητικοποίηση της ύλης, αλλά αυτή λαμβάνει χώρα σε διαφορετικό επίπεδο. Πρόκειται για τη μετατροπή των αξιών χρήσης σε ανταλλακτικές αξίες. Με τη θεμελίωση του καπιταλισμού και τον πλήρη εκχρηματισμό του πολιτισμού, τα πράγματα παύουν να συνδέονται με τις ζωές των ανθρώπων με μοναδικούς τρόπους και γίνονται όλα ισοδύναμα μεταξύ τους βάσει ενός κοινού αφηρημένου μέτρου. Ένα πράγμα, όσο είναι αξία χρήσης, συνδέεται με συγκεκριμένες ανάγκες συγκεκριμένων ανθρώπων σε συγκεκριμένες συνθήκες διαβίωσης. Όμως, αυτός ο συγκεκριμένος χαρακτήρας της σχέσης των ανθρώπων με τα πράγματα, που καθιστά τα δεύτερα οργανικό τμήμα του προγράμματος ζωής των πρώτων, εμποδίζει την εδραίωση του εμπορικού καπιταλισμού. Για να μπορέσει να λειτουργήσει ο κύκλος αξιοποίησης του κεφαλαίου πρέπει όλα τα πράγματα να είναι με κάποιον τρόπο ισοδύναμα μεταξύ τους· πρέπει όλα να μπορούν να αναχθούν στο ίδιο αφηρημένο μέτρο, ώστε οτιδήποτε να μπορεί να ανταλλαγεί με οτιδήποτε. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν μπορεί να γίνει σε έναν κόσμο όπου η νοηματοδότηση των πραγμάτων συνδέεται με τις ζωές των ανθρώπων. Έτσι, δημιουργείται (θεσμίζεται, θα ήταν πιο σωστό να πούμε) ένα νέο επίπεδο πραγματικότητας που είναι η οικονομία: ο κόσμος των αξιών χωρίς συγκεκριμένη αξία. Σε αυτόν τον κόσμο, το πράγμα υφίσταται μια δεύτερη οντολογική υποβάθμιση: μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Η κοινωνική δυνητικότητα του πράγματος, η οποία εκφράζεται από το γεγονός ότι μπορεί να αποτελέσει τμήμα συγκεκριμένων προγραμμάτων ζωής, υποχωρεί μπροστά στην πλήρη απορρόφηση αυτής της δυνητικότητας από το χρήμα και στην ανάγκη νοηματοδότησης της ύπαρξης του πράγματος αποκλειστικά βάσει της ανταλλακτικής του αξίας.

Αυτή, λοιπόν, είναι η δεύτερη εποχή του πράγματος. Η μορφή γνώσης που εγγυάται την καθήλωση του πράγματος σε έναν κόσμο αξιών χωρίς συγκεκριμένη αξία είναι η πολιτική οικονομία.

Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΟΧΗ αρχίζει με την εδραίωση του βιομηχανικού καπιταλισμού, τον 19ο αιώνα. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός φέρνει μια νέα μορφή στον ανθρώπινο πολιτισμό. Αυτή είναι η μηχανή. Μέχρι τον 19ο αιώνα, ελάχιστες ήταν οι μηχανές στην ιστορία του ανθρώπου και καμία από αυτές δεν έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο που άρχισαν να παίζουν οι μηχανές στο πλαίσιο τη βιομηχανικού καπιταλισμού. Στην πιο ουδέτερη μορφή τους, οι μηχανές είναι συναρμογές υλικών εξαρτημάτων, καθένα από τα οποία είναι αδρανές, καθότι υλικό. Οι ίδιες οι συναρμογές, όμως, όταν τροφοδοτηθούν με ενέργεια είναι σε θέση να εκτελέσουν ένα έργο, το έργο για το οποίο έχουν κατά περίπτωση κατασκευαστεί. Οι μηχανές διαθέτουν ενεργητικότητα αλλά αυτή η ενεργητικότητα ετεροκαθορίζεται: ο άνθρωπος είναι αυτός που αποφασίζει πότε και για πόσο θα δουλέψει η μηχανή. Στο πλαίσιο του βιομηχανικού καπιταλισμού, οι μηχανές επιστρατεύονται για έναν σκοπό που υπερβαίνει την απλή εκτέλεση της εργασίας. Συγκροτούν «τεχνικά σύνολα», όπως τα ονομάζει ο Gilbert Simondon, τα οποία οργανώνουν την ίδια την ανθρώπινη εργασία και, ως εκ τούτου, το σύνολο της παραγωγικής δραστηριότητας. Η ανθρώπινη εργασία παύει να είναι αυτόνομη δημιουργική δραστηριότητα και αφομοιώνεται από τα τεχνικά σύνολα, γίνεται μία από τις εργασίες που εκτελούνται εντός των τεχνικών συνόλων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μηχανές ανέκτησαν την αυτονομία και την ενεργητικότητά τους. Τα τεχνικά σύνολα δεν αυτοοργανώνονται. Είναι αποτέλεσμα επιτελικού σχεδιασμού από τις δυνάμεις που αποβλέπουν στην αξιοποίηση του κεφαλαίου μέσω της εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργασίας. Άρα, η πρωτοβουλία και η ενεργητικότητα δεν ανήκει στις μηχανές, αλλά στο κεφάλαιο.

Όπως και να το κάνουμε, όμως, η κατασκευή μηχανών και η δημιουργία τεχνικών (τεχνοκοινωνικών, για την ακρίβεια) συνόλων αποτελεί μια σχετική αναβάθμιση της ύλης: άνθρωποι και μηχανές δουλεύουν «στο ίδιο επίπεδο», όπως γράφει, πάλι, ο Simondon. Συν-εργάζονται (co-operate). Οι μηχανές είναι ανοικτά συστήματα, τα οποία βρίσκονται σε συνεχή διαπραγμάτευση με το περιβάλλον τους: Οι άνθρωποι και οι άλλες μηχανές πρέπει να κατανοήσουν τους περιορισμούς και τις ιδιαιτερότητές τους και να εκπονήσουν μαζί τους ένα σχέδιο δράσης που θα οδηγήσει όσο το δυνατόν πλησιέστερα και με όσο το δυνατόν μικρότερη τριβή στο προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Άνθρωποι και μηχανές δένονται με μια οργανική σχέση, όχι μόνο επειδή η ανθρώπινη παραγωγικότητα καθορίζεται από τον ρυθμό της μηχανής, αλλά κι επειδή οι άνθρωποι φροντίζουν τις μηχανές, μπαίνουν μέσα τους, λερώνονται από τα εκκρίματά τους, συχνά εγκαταλείπουν τα μέλη τους στο εσωτερικό τους. Δεν πρόκειται για ρομαντικοποίηση μιας δύσκολης συνθήκης –κάθε άλλο– αλλά για την επισήμανση του γεγονότος ότι ανάμεσα σε ανθρώπινους και μη ανθρώπινους δρώντες αναπτύσσεται μια μορφή επικοινωνίας και αμοιβαίας νοηματοδότησης που, κατ’ αναλογία προς την «κοινωνικότητα», θα μπορούσε να ονομαστεί «τεχνικότητα». Αυτή είναι η στιγμή που συμβαίνει η τρίτη οντολογική υποβάθμιση της ύλης. Γιατί η τεχνικότητα φαίνεται να υποκρύπτει τη δυνατότητα υπέρβασης του τρόπου με τον οποίο το κεφάλαιο νοηματοδοτεί τη σχέση των ανθρώπων με τις μηχανές. Έτσι, επέρχεται μια φαινομενική αναβάθμιση των ανθρώπινων δρώντων και μια πραγματική υποβάθμιση των μηχανών.

Οι μηχανές παύουν να είναι ανοικτά συστήματα και κλείνονται σε κουτιά εφοδιασμένα με κουμπιά. Η λειτουργία τους μυστικοποιείται και η συντήρησή τους αποσπάται από τους εργαζόμενους και ανατίθεται στους μηχανικούς. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουν οι εργαζόμενοι είναι να πατήσουν το κατάλληλο κουμπί για να θέσουν τη μηχανή σε λειτουργία και το κατάλληλο κουμπί για να τη σταματήσουν. Η οργανική σχέση, η αμοιβαία νοηματοδότηση και η συν-εργασία παύουν να υφίστανται και οι εργαζόμενοι αποξενώνονται από τις μηχανές. Οι μηχανές ορθώνονται, πλέον, απέναντί τους. Όμως, η υποβάθμιση της σχέσης των εργαζόμενων με τις μηχανές δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα της υποβάθμισης των ίδιων των μηχανών. Το κλείσιμο των μηχανών σε κουτιά σημαίνει ότι οι μηχανές γίνονται πράγματα. Πράγματα που παραμένουν χρηστικά όχι όσο είναι σε θέση να διαπραγματεύονται αποτελεσματικά με το περιβάλλον τους, αλλά όσο λειτουργούν σύμφωνα με τα προκαθορισμένα πρότυπα αποδοτικότητας της καπιταλιστικής παραγωγής.

Αυτή είναι η τρίτη εποχή του πράγματος, λοιπόν. Η μορφή γνώσης που εποπτεύει την πραγμοποίηση των μηχανών είναι η μηχανοτεχνία (engineering), η οποία αντιπροσωπεύει τις μορφές εξουσίας που ασκούνται στις μηχανές (σχεδιασμός, μέτρηση αποδοτικότητας, ρύθμιση), προκειμένου αυτές να παραμείνουν καθηλωμένες στο επίπεδο του πράγματος.

Η συγκεκριμένη εποχή, ωστόσο, έρχεται με φόβους και απειλές. Το κλείσιμο των μηχανών σε κουτιά τις μετατρέπει σε αδιαφανή αντικείμενα, ο προορισμός των οποίων δεν είναι να λειτουργούν ως υποκινητές μιας συμμετοχικής κοινωνικοποίησης, αλλά ως φορείς μιας αλλοτριωτικής κανονικοποίησης. Η διαμεσολάβηση των πραγμοποιημένων μηχανών αποξενώνει τους ανθρώπους από τη δημιουργικότητά τους, από το νόημα της εργασίας τους και από τις κοινωνικές τους σχέσεις. Ταυτόχρονα, η επίγνωση ότι αυτό που είναι κλεισμένο μέσα στο κουτί είναι μια πραγματική δυνατότητα δράσης, μια δύναμη που παραμένει αφανής, αλλά που, υπό ορισμένες συνθήκες, μπορεί να εκφραστεί ερήμην και πιθανότατα εναντίον του ανθρώπου γεννάει τον φόβο για τη μηχανή. Η μηχανή που έχει αποξενωθεί από την τεχνικότητά της, η αλλοτριωμένη μηχανή, βιώνεται ως δυνητική απειλή για τον άνθρωπο που έχει αποξενωθεί από την κοινωνικότητά του, τον αλλοτριωμένο άνθρωπο. Ιστορικά, η συνθήκη αυτή εκφράστηκε με την πρώτη κρίση της νεοτερικότητας και τον χιλιαστικό φόβο για την «εκτός ελέγχου τεχνολογία», στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι η ίδια συνθήκη που οδήγησε και στη γέννηση της φιλοσοφίας της τεχνολογίας.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζονται και οι μηχανές της λεγόμενης τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. Παρά το γεγονός ότι οι ψηφιακές μηχανές διαφέρουν ουσιωδώς από τις θερμικές μηχανές, και οι δύο ζουν στον κόσμο των πραγμάτων, και οι δύο παραμένουν κλεισμένες σε υλικά ή πληροφοριακά κελύφη, και οι δύο αλληλεπιδρούν με τους χρήστες τους μέσω προδιαμορφωμένων διεπαφών οι οποίες καθορίζουν τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι τελευταίοι με αυτές. Και, όπως συνέβη με τις θερμικές μηχανές στις αρχές του 20ού αιώνα, έτσι και οι ψηφιακές μηχανές στις αρχές του 21ου αιώνα αντιμετωπίζονται ως αλλοτριωτικές διαμεσολαβήσεις, οι οποίες συνιστούν απειλή για την ακεραιότητα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ο δυτικός πολιτισμός είναι ένας κατεξοχήν πραγμοποιητικός πολιτισμός. Η μετατροπή του κόσμου σε πόρους, των ανθρώπινων αναγκών σε φετιχοποιημένα εμπορεύματα και των ανοικτών μηχανικών συναρμογών σε μυστικοποιημένα τεχνικά αντικείμενα είναι τρία διαδοχικά στάδια της πραγμοποίησης του κόσμου και του ανθρώπου. Η διαπίστωση ότι αυτή η προϊούσα πραγμοποίηση δεν αντανακλά την αντικειμενική εικόνα του κόσμου, αλλά μια ιστορική συνθήκη, μπορεί να συμβάλει σε μια κριτική επανεξέταση των οντολογικών διακρίσεων στις οποίες θεμελιώνεται η δυτική νεοτερικότητα. Κυρίως, όμως, μπορεί να μας απαλλάξει από τον φόβο του πράγματος και να μας βάλει στην τροχιά επαναδιεκδίκησης της ενότητας του κόσμου. Σίγουρα η επιστήμη και η φιλοσοφία θα δυσκολευτούν να μας βοηθήσουν σε αυτό το έργο, εφόσον για πολλά χρόνια η δουλειά τους ήταν η θεμελίωση αυτών ακριβώς των διακρίσεων. Ίσως χρειάζεται να εφευρεθεί μια νέα γλώσσα, η οποία θα φέρνει μαζί τις επιστήμες, τη φιλοσοφία και τις τέχνες, προκειμένου να αρθρωθεί ένα σύνολο λόγων και πρακτικών που θα αμφισβητούν τις εδραιωμένες ταξινομήσεις και ιεραρχίες του ύστερου καπιταλισμού. Και σίγουρα δεν χρειάζεται να αρχίσουμε σπάζοντας τις μηχανές: Αυτό που χρειάζεται είναι να σπάσουμε τα κουτιά μέσα στα οποία είναι κλεισμένες οι μηχανές.

Image credits: Giovanni Battista Bracelli, Bizzarie di varie figure, 1624 | The great exhibition at the Crystal Palace, 1851 | Ida York Abelman, Man and Machine, ca. 1939 |Nathan Sawaya, 2014

.

Το θαύμα της ύπαρξης

Ο ΙΣΠΑΝΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ Juan Antonio Secuña Sanchez (1947-2018) προς το τέλος της ζωής του αποσύρθηκε σε ένα μικρό χωριό νοτιοανατολικά του Τολέδο με το κοινότοπο όνομα Los Molinos. Η κόρη του Maria Aurelia Secuña Sanchez, που ήταν κι αυτή καθηγήτρια μαθηματικών στο Τολέδο, τον επισκεπτόταν από καιρού εις καιρόν για να δει πώς τα πάει. Κάθε φορά έφευγε με τη βεβαιότητα ότι ο πατέρας της είχε βρει την προσωπική του γαλήνη στην ηρεμία της εξοχής, μετά από χρόνια φυλακίσεων και διώξεων που είχε υποστεί ως αριστερός τόσο από το καθεστώς του Franco όσο και από τη δημοκρατία. Όταν τον βρήκε νεκρό μέσα στα χαρτιά του, κατάλαβε, όχι χωρίς κάποια έκπληξη, ότι ο πατέρας της στα τελευταία χρόνια του είχε επιδοθεί σε μια εντατική προσπάθεια σύνθεσης ενός εντελώς προσωπικού φιλοσοφικού έργου. Ήξερε ότι από παλιά διάβαζε φιλοσοφία: Αριστοτέλη, Ιωάννη Φιλόπονο, Duns Scotus, Descartes, Spinoza, Nietzsche. Επίσης, ήξερε ότι τη δεκαετία του ’70 είχε ταξιδέψει αρκετές φορές στη Γαλλία και είχε αναπτύξει σχέσεις με κάποιους Γάλλους διανοούμενους. Όμως, είχε την εντύπωση ότι τα μαθηματικά τον ενδιέφεραν πάντα περισσότερο από τη φιλοσοφία κι απ’ οτιδήποτε άλλο.

Κατά μία έννοια δεν διαψεύστηκε πλήρως. Είδε ότι το έργο που προσπαθούσε να συνθέσει ο πατέρας της είχε κάποιου είδους μαθηματική δομή κι ότι χαρακτηριζόταν από έναν ιδιόμορφο μαθηματικό μινιμαλισμό. Θεμελιωνόταν σε ελάχιστες οντολογικές προκείμενες και εξέταζε τους τρόπους με τους οποίους το νόημα παραγόταν από τις συναρτήσεις που χειρίζονταν τις στοιχειώδεις οντότητες και όχι από τον πολλαπλασιασμό των οντοτήτων καθαυτών. Το φιλοσοφικό εγχείρημα του Juan Antonio αποτελούνταν από μια σειρά «ασκήσεων», όπως τις ονόμαζε. Σύντομα κείμενα που επανέρχονταν στα ίδια ζητήματα και τα προσέγγιζαν από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Αν ήταν φιλόλογος, ίσως να ονόμαζε αυτές τις ασκήσεις «δοκιμές» ή «δοκίμια», αλλά η κόρη του υποπτεύθηκε ότι υπήρχε και κάποιος φιλοσοφικός λόγος για την επιλογή του όρου. Ο στόχος του δεν ήταν να «δοκιμάσει» διάφορες προσεγγίσεις για να βρει την πιο επιτυχημένη, αλλά να καταγράψει τις διάφορες προσεγγίσεις –να καταγράψει όσο το δυνατό πιο πολλές προσεγγίσεις– ως εξίσου έγκυρες. Όπως σημείωνε κάπου, εξάλλου, «το σύμπαν δεν είναι το σύνολο αυτών που υπάρχουν, αλλά το σύνολο των δυνατών προοπτικών επί αυτού που υπάρχει». Όλα είναι «ασκήσεις», λοιπόν.

Αλλά, όπως ανακάλυψε η Maria Aurelia, όλες οι ασκήσεις έκρυβαν και ένα μαθηματικό αστείο. Ένα κλείσιμο του ματιού, μια πονηριά, μια τρυφερή εξαπάτηση. Μια κρυφή υπογραφή. Τις μάζεψε και προσπάθησε να τις βάλει σε μια σειρά. Κάποιες είχαν ημερομηνία, άλλες όχι. Δεν δυσκολεύτηκε, όμως, γιατί ο πατέρας της, ο παλιός αριστερός, κρυφός εραστής της φιλοσοφίας και ιδιόρρυθμος ανθρωπιστής προσπαθούσε με συνέπεια να οδηγηθεί από τα περισσότερα στα λιγότερα, να θεμελιώσει τις αξίες του όχι σε έναν μεταφυσικό πλουραλισμό, αλλά σε έναν μινιμαλιστικό υλισμό, από τον οποίο απουσίαζε ακόμα και η έννοια της ύλης. Έτσι, τα γραπτά του είχαν μια εσωτερική συνέχεια.

Με αυτόν τον τρόπο αποφάσισε να τα δημοσιεύσει κι εκείνη. Ένα-ένα, με απόσταση αρκετών μηνών το ένα από το άλλο, στο φιλολογικό περιοδικό του Τολέδο La Biblioteca Desconocida. Το σημείωμα αυτό προέρχεται από την εκτενή εισαγωγή που έγραψε η ίδια, όταν δημοσίευσε την πρώτη «άσκηση» του πατέρα της, στο τεύχος Φεβρουαρίου του 2020. Το κείμενο που μεταφράζουμε εδώ έχει τον, διαγραμμένο στο πρωτότυπο, τίτλο «Gloria in Profundis», ο οποίος πιθανότατα προέρχεται από το ομώνυμο ποίημα του G. K. Chesterton. Φαίνεται ότι γράφτηκε με αφορμή μια βιογραφία του Alan Turing που είχε διαβάσει ο Juan Antonio αλλά, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, πρόκειται κατά βάση για έναν πολύ εσωτερικό διάλογο με τη φιλοσοφία του Spinoza. Είναι το μόνο που έχει γραφτεί σε διαλογική μορφή και ο λόγος γι’ αυτό θα φανεί στο τέλος. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουλίου 2022.

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΕΔΩ

Δημοσιεύτηκε στο Διπλή Γέφυρα: Διασχίζοντας μεθορίους στον χώρο των τεχνών και του πολιτισμού, Αντίποδες, Αθήνα 2025: 21-34.

Image Credit: Francis Bacon, Self-Portrait, 1973.

Πολιτισμός

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΔΕΚΑ χιλιάδες χρόνια περίπου, οι ανά τον κόσμο πληθυσμοί κυνηγών-τροφοσυλλεκτών άρχισαν να δημιουργούν οικισμούς και να εγκαθίστανται μόνιμα σε αυτούς, εγκαταλείποντας την περιπλάνηση. Στις αφηγήσεις που αναφέρονται σε αυτή την περίοδο συχνά κρύβεται ένα «επιτέλους»: Επιτέλους, οι άνθρωποι απέκτησαν μόνιμο ενδιαίτημα, απαλλάχτηκαν από το άγχος της διαρκούς αναζήτησης τροφής και καταφυγίου και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη πολιτισμού. Όπως φαίνεται από την ιστορία που ακολούθησε, το πεπρωμένο του ανθρώπινου είδους άρχισε να εκπληρώνεται με τη μετατροπή των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών σε αγρότες.

Henry Moore, Ideas for Metal Standing Figures, 1947–9.

Κάποιοι ανθρωπολόγοι διαφωνούν. Η εγκατάσταση των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών ήταν η αρχή όλων των δεινών της ανθρωπότητας, ισχυρίζονται. Πρώτον, η εξάρτηση από την αγροτική παραγωγή κάνει τους πληθυσμούς ευάλωτους σε λιμούς. Μια κακή σοδειά καταδικάζει την ομάδα σε παρατεταμένη έλλειψη τροφής και διαδοχικές κακές σοδειές σε εξόντωση. Δεύτερον, ο συγχρωτισμός πολλών ανθρώπων, μαζί με τα ζώα τους, σε μια περιορισμένη έκταση τους καθιστά ευάλωτους σε μεταδοτικές ασθένειες. Οι λοιμοί έχουν κι αυτοί την απαρχή τους στην εγκατάσταση των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών. Τρίτον, η περίφραξη και, συνακόλουθα, η υπεράσπιση του «ζωτικού χώρου» εγκαινιάζει μια νέα μορφή ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων και, εντέλει, την ύψιστη τέχνη του πολέμου: Πόση ανθρώπινη εφευρετικότητα δαπανήθηκε στην τελειοποίηση αυτής της τέχνης! Ίσως, τελικά (και καθόλου ειρωνικά), αυτό εννοούν οι ιστορικοί όταν λένε ότι η εγκατάσταση των νομαδικών πληθυσμών έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη του πολιτισμού…

Τέλος, η δημιουργία των αγροτικών κοινωνιών παγιώνει τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας. Ο λίγο πολύ ομοιογενής κόσμος των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών παραχωρεί τη θέση του σε μια συμπαγή κοινωνική οργάνωση που επιβάλλει τον περιορισμό του ενός φύλου στον νεότευκτο οίκο, ενώ καθιστά τον ανοικτό κόσμο προνομιακό πεδίο δράσης του άλλου. Περιττεύει, φυσικά, να πούμε ότι η διαχείριση της επισφάλειας του κοινού βίου –η διαχείριση των πόρων της κοινότητας, ο συντονισμός των πολεμικών επιχειρήσεων, η αναπαραγωγή του έμφυλου καταμερισμού εργασίας– θέτει τα θεμέλια της κοινωνικής ιεραρχίας από την οποία εξελίχτηκαν όλα τα κοινωνικά συστήματα.

Ο Hobbes, ασφαλώς, θα μας πει ότι η οργανωμένη συνύπαρξη των ανθρώπων (και η εθελοντική υποταγή τους στον ηγεμόνα) ήταν ο μόνος τρόπος να φύγουμε από το καθεστώς της αγριότητας, στο οποίο τα άτομα διέτρεχαν ανά πάσα στιγμή τον κίνδυνο να γίνουν βορά των δυνάμεων της φύσης ή των ορέξεων των ανταγωνιστών τους. Αντίθετα, οι ανθρωπολόγοι θα μας πουν ότι η εγκατάσταση των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών ήταν το μεγαλύτερο λάθος στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, το οποίο, άπαξ και διαπράχθηκε από τους ανά τον κόσμο πληθυσμούς, απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο επιστροφής στην προγενέστερη κατάστασή τους. Αν ισχύει αυτό, τότε ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά το σύνολο των τρόπων που επινοήσαμε για να υποστηρίξουμε αυτή την προβληματική επιλογή και, ταυτόχρονα, να θεραπεύουμε τις συνέπειές της.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 170, στις 13 Ιανουαρίου 2024.

Αναφορές
Mark Nathan Cohen (1991). Health and the Rise of Civilization. New Haven, CT: Yale University Press.
Richard Manning (2005). Against the Grain: How Agriculture Has Hijacked Civilization. Νέα Υόρκη: North Point Press.