Τα τρία Δ του ψηφιακού

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Φιλοσοφία του Ψηφιακού. Μια εισαγωγή, που επιμελήθηκε η Γκόλφω Μαγγίνη, είναι ένα σπουδαίο εκδοτικό εγχείρημα. Αυτό δεν αποτελεί φιλοφρόνηση σε μια συνάδελφο που επί χρόνια ασχολείται παραγωγικά με τη φιλοσοφία της τεχνολογίας και έχει δώσει τη δυνατότητα σε πολλούς νέους ανθρώπους να έρθουν σε επαφή με το πεδίο. Αποτελεί έπαινο για μια πρωτοβουλία, η οποία (με τη βοήθεια πολλών από αυτούς τους νέους ανθρώπους) μετέφερε στην ελληνική γλώσσα μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα γύρω από τη φιλοσοφία του ψηφιακού. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία είναι εξαιρετικά σημαντική για δύο αλληλένδετους λόγους: Αφενός, επειδή –όπως συμβαίνει πάντοτε με τις μεταφράσεις σημαντικών («κλασικών») κειμένων– η γλώσσα υποδοχής εμπλουτίζεται με έννοιες και λέξεις που επιτρέπουν στους χρήστες της να σκεφτούν με νέους τρόπους, να διανοηθούν νέες πραγματικότητες και να οραματιστούν νέες προοπτικές. Η μετάφραση –ιδιαίτερα η μετάφραση κειμένων που σηματοδοτούν καίριες αλλαγές στον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας– διευρύνει την εννοιολογική επικράτεια της γλώσσας υποδοχής και πυκνώνει το σημασιολογικό της περιεχόμενο: την καθιστά περισσότερο πολύσημη και πολυδύναμη. Αφετέρου, επειδή ο συλλογικός τόμος Φιλοσοφία του Ψηφιακού, όπως ακριβώς δηλώνει ο τίτλος του, περιλαμβάνει φιλοσοφικά κείμενα για το ψηφιακό. Η συζήτηση για τα ψηφιακά μέσα είναι στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, αλλά, δυστυχώς, δεν πρόκειται για σοβαρή συζήτηση. Ακόμα και οι συζητήσεις που διεξάγονται σε πανεπιστημιακά περιβάλλοντα και σε ακαδημαϊκές εκδόσεις, πολύ δε περισσότερο εκείνες που έχουν κατακλύσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έχουν χαρακτηριστικά ηθικού πανικού: Οι ψηφιακές τεχνολογίες είναι εδώ για να μας αποξενώσουν από τους εαυτούς μας κι από τους συνανθρώπους μας, για να υπονομεύσουν τη δημιουργικότητά μας, για να κλέψουν τις δουλειές μας και για να οδηγήσουν τα παιδιά μας στον όλεθρο του εθισμού. Σίγουρα κάποια βάση έχουν όλες αυτές οι συζητήσεις, επειδή ακριβώς δεν πρόκειται για τα ψηφιακά μέσα γενικώς, αλλά για τα ψηφιακά μέσα του καπιταλισμού. Όμως, η έμφαση σε μια a priori τεχνοφοβική και απορριπτική προσέγγιση μας στερεί τη δυνατότητα να κατανοήσουμε την πραγματική φύση του ψηφιακού. Και αυτό ακριβώς είναι που επιχειρεί να διορθώσει το συγκεκριμένο βιβλίο: Μεταφέροντας τη συζήτηση από τα πεδία της ηθικής και της νομικής ρύθμισης στο πεδίο της οντολογίας, μας βοηθά να αποκτήσουμε μια ουσιαστική κατανόηση της φύσης του ψηφιακού. Και, ενδεχομένως, να τοποθετήσουμε τη σχετική συζήτηση σε μια διαφορετική, πιο ενημερωμένη (informed) βάση.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να συνοψίσουμε τις θεματικές γύρω από τις οποίες αναπτύσσεται ο προβληματισμός του βιβλίου. Θα προτείνω έναν από αυτούς, που θεωρώ ότι αναδεικνύει με πιο ξεκάθαρο τρόπο τη φιλοσοφική διάσταση του όλου εγχειρήματος. Οι τρεις προβληματικές που διαπερνούν τον τόμο θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε τρία Δ: Δυαδικότητα, Διακριτότητα και Δυνητικότητα.

Η δυαδικότητα αφορά την πληροφορία. Σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό του Gregory Bateson, ένα bit, μια μονάδα πληροφορίας, «is a difference which makes a difference». Είναι, δηλαδή, μια δυαδικότητα που έχει ένα στοιχειώδες νόημα, υπό την έννοια ότι αποκλείει μία κατάσταση και επιτρέπει μία άλλη. Από τη συναρμογή τέτοιων δυαδικοτήτων μπορούν προοδευτικά να προκύψουν σύνθετες πληροφοριακές δομές. Ο Luciano Floridi το συνοψίζει αυτό στον επίσης κλασσικό ορισμό του: η πληροφορία είναι «δομημένα δεδομένα με νόημα». Η έννοια της πληροφορίας μορφοποιήθηκε στη διάρκεια του 20ού αιώνα και η ιστορία της έχει πολλές ομοιότητες με την ιστορία της έννοιας της ενέργειας, η οποία μορφοποιήθηκε έναν αιώνα νωρίτερα. Δύο ήταν οι βασικές εξελίξεις που οδήγησαν στη θεμελίωση της έννοιας της πληροφορίας. Αφενός, η δημοσίευση το 1948 του άρθρου του Claude Shannon για τη «Μαθηματική Θεωρία της Επικοινωνίας». Η δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου σηματοδοτεί την τυποποίηση της έννοιας της πληροφορίας και των θεωρητικών νόμων που διέπουν τον μετασχηματισμό και τη μετάδοσή της. Αφετέρου, η δημιουργία των «αναλυτικών μηχανών», δηλαδή των υπολογιστών, που ήταν σε θέση να χειριστούν την πληροφορία: Να την αποθηκεύσουν, να την επεξεργαστούν, να τη μεταδώσουν και να κάνουν πράγματα με αυτή. Έναν αιώνα νωρίτερα, οι μαθηματικές επεξεργασίες των William Thomson και Rudolf Clausius και οι θερμικές μηχανές της βιομηχανικής επανάστασης είχαν κάνει κάτι ανάλογο για την ενέργεια: την έκαναν οντολογικά ορατή. Της έδωσαν υπόσταση και την κατέστησαν δομικό στοιχείο αυτού εδώ του κόσμου. Με παρόμοιο τρόπο, οι εργασίες των κυβερνητιστών προσέδωσαν στην πληροφορία οντολογικό καθεστώς. Σε αυτό το πλαίσιο, η πληροφορία δεν είναι αναπαράσταση, πληροφόρηση για κάτι που υπάρχει έξω από αυτή, αλλά είναι αυτή η ίδια μια θεμελιώδης (σύμφωνα με κάποιους η θεμελιώδης) οντότητα αυτού του κόσμου. Το πρώτο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την πληροφορία και η πληροφορία έχει να κάνει με την οντολογία.

Το δεύτερο Δ αφορά τη διακριτότητα και πιο συγκεκριμένα τις μηχανές διακριτών καταστάσεων. Για να καταλάβουμε τι είναι μια μηχανή διακριτών καταστάσεων μπορούμε να φανταστούμε μια ακανόνιστη σκακιέρα που έχει έναν τυχαίο αριθμό μαύρων και άσπρων τετραγώνων. Τα άσπρα και μαύρα τετράγωνα σχηματίζουν μια διάταξη (configuration). Σε κάθε τικ, σε κάθε μονάδα του χρόνου (που δεν χρειάζεται, όμως, να είναι ο συμβατικός χρόνος) η διάταξη αυτή αλλάζει σύμφωνα με ένα σύνολο οδηγιών που έχουμε δώσει στη μηχανή. Αυτή είναι μια μηχανή διακριτών καταστάσεων, η οποία λόγω ακριβώς της φύσης της μπορεί, αφενός, να αναπαριστά πληροφοριακές δομές (κάθε τετράγωνο είναι ένα bit) και, αφετέρου, να τις μετασχηματίζει σύμφωνα με τους κανόνες που της έχουμε δώσει. Οι ψηφιακές μηχανές είναι μηχανές διακριτών καταστάσεων. Στην είσοδό τους τροφοδοτούνται με πληροφοριακές δομές και σύνολα κανόνων και στην έξοδό τους μας δίνουν τροποποιημένες πληροφοριακές δομές που αντιστοιχούν σε εναλλακτικές διατάξεις του πραγματικού. Οι ψηφιακές μηχανές δεν είναι μηχανές που θα κλέψουν την ψυχή μας, αλλά μηχανές που μας δίνουν πρόσβαση στην πληροφοριακή διάσταση της ύπαρξης. Μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε, να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε την ύπαρξη στο οντολογικό επίπεδο της πληροφορίας. Το δεύτερο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την ψηφιακότητα και η ψηφιακότητα έχει να κάνει με την τεχνολογία ως κοσμοποιητική διαδικασία.

Το τρίτο Δ αφορά τη δυνητικότητα. Η δυνητικότητα είναι μια παρεξηγημένη έννοια. Αναφέρεται στις αγγλικές λέξεις virtual και virtuality, οι οποίες απαντούν σε εκφράσεις όπως virtual reality, virtual identity κλπ. Στα ελληνικά, οι λέξεις αυτές αποδίδονται συνήθως ως «εικονικό» και «εικονικότητα». H απόδοση αυτή είναι εσφαλμένη, επειδή τις συνδέει με την έννοια της αναπαράστασης – και μάλιστα μιας φανταστικής ανασύνθεσης της πραγματικότητας: ό,τι είναι virtual δεν είναι πραγματικό. Στην πραγματικότητα, η δυνητικότητα είναι μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφική έννοια με μακρά ιστορία, η οποία φτάνει μέχρι τον Αριστοτέλη. Στη φιλοσοφία του 20ού αιώνα, η συγκεκριμένη έννοια αξιοποιήθηκε κατά κύριο λόγο από τον Gilles Deleuze. Η δυνητικότητα αφορά ένα καθεστώς πραγματικότητας που προηγείται του ενεργεία υπαρκτού (actual), της πραγματοποιημένης πραγματικότητας. Το πεδίο του δυνητικού είναι ένα πεδίο οντοτήτων και εντάσεων από το οποίο είναι δυνατό να προκύψουν ένας αριθμός εναλλακτικών διευθετήσεων. Το ενεργεία υπαρκτό είναι μία από αυτές τις διευθετήσεις, μία από τις δυνατές λύσεις στο πεδίο των προβλημάτων που αποτελεί το δυνητικό. Υπό αυτή την έννοια, η δυνητική πραγματικότητα δεν αφορά τους κόσμους που μπορούμε να πλάσουμε με τη φαντασία μας και με τη βοήθεια του υπολογιστή, αλλά την καταβύθιση στο πληροφοριακό υπόβαθρο της υπάρχουσας πραγματικότητας. Γι’ αυτό είναι πιο σωστό να λέμε ότι το ψηφιακό δυνητικοποιεί την πραγματικότητα: Με την βοήθεια των ψηφιακών μέσων μπορούμε να μεταφερθούμε σε ένα οντολογικά πρότερο επίπεδο πραγματικότητας και να δούμε τις πληροφοριακές δομές και τις εντάσεις από τις οποίες προέκυψε η πραγματοποιημένη πραγματικότητα. Και με τη βοήθεια των ίδιων μέσων να εξετάσουμε τη δυνατότητα συναρμογής των πληροφοριακών αρθρωμάτων με εναλλακτικούς τρόπους, οι οποίοι θα υπερβαίνουν τους περιορισμούς του ενεργεία υπαρκτού, δηλαδή του καθεστώτος πραγματικότητας που μας παρουσιάζεται ως το μόνο δυνατό. Το τρίτο Δ, λοιπόν, έχει να κάνει με την ψηφιακή δυνητικότητα ως πεδίο πολιτικής δράσης. Με τη σημαντική υποσημείωση, βεβαίως, ότι η ψηφιακή δυνητικότητα ως τέτοια δεν είναι μια μηχανή παραγωγής ουτοπιών, αλλά ένας «χώρος δυνατοτήτων» (space of possibilities) – ένα πεδίο σύγκρουσης και διεκδίκησης εναλλακτικών διευθετήσεων του πραγματικού, ανάλογα με τις μορφές επιτελεστικότητας που θα αναπτύξουν σε αυτό οι δρώντες.

Οντολογία, τεχνολογία, πολιτική. Αυτοί είναι εντέλει οι τρεις άξονες γύρω από τους οποίους αναπτύσσεται το φιλόδοξο εκδοτικό εγχείρημα της Φιλοσοφίας του Ψηφιακού. Ο τόμος που επιμελήθηκε η Γκόλφω Μαγγίνη περιλαμβάνει 17 κείμενα, καθένα από τα οποία συνοδεύεται από ένα κείμενο πλαισίωσης που έχει στόχο να κατατοπίσει την αναγνώστρια ή τον αναγνώστη σχετικά με την προβληματική του συγγραφέα και το ρεύμα σκέψης στο οποίο αυτή εντάσσεται. Το βιβλίο δεν διαβάζεται απευθείας, from cover to cover όπως λένε: Είναι πολύ μεγάλο και πολύ ετερογενές για μια τέτοια προσέγγιση. Είναι, όμως, ένα πολύτιμο έργο αναφοράς, στο σώμα του οποίου κάθε αναγνώστης ή αναγνώστρια μπορούν να χαράξουν τις προσωπικές τους διαδρομές. Η σειρά με την οποία θα διαβαστούν τα κείμενα και οι τρόποι με τους οποίους θα συσχετιστούν μεταξύ τους θα παραγάγει διαφορετικές εκδοχές του ίδιου βιβλίου· διαφορετικά σημεία εστίασης και διαφορετικές θεωρητικές συνάφειες που θα αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές διανοητικές αναζητήσεις κάθε αναγνώστη ή αναγνώστριας. Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, το έργο θα διατηρεί το βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του: Έναν ισχυρά φιλοσοφικό πυρήνα ο οποίος μας επιτρέπει να εστιάσουμε στα ουσιώδη ζητήματα του ψηφιακού μετασχηματισμού. Και αυτά τα ζητήματα, σε όλες τις περιπτώσεις, αφορούν την οντολογία, την τεχνολογία και την πολιτική – και με αυτή τη σειρά.

 Αναφορές
Γκόλφω Μαγγίνη (επιμ.), Φιλοσοφία του Ψηφιακού: Μια εισαγωγή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024.

IMAGE CREDIT: Henry Moore, Ideas for Metal Standing Figures, 1947–9.

Τέλος σεζόν

ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ τέτοια εποχή αποχαιρετιόμαστε για τις διακοπές. Ετοιμαζόμαστε να αφήσουμε πίσω τις έγνοιες και τα άγχη και να καταφύγουμε σε έναν τόπο φιλόξενο, που θα μας προσφέρει ξεγνοιασιά και πρόσκαιρη αποστασιοποίηση από την τύρβη της καθημερινότητας. Το φθινόπωρο θα ξαναπιάσουμε το νήμα ορεξάτοι και θα υποσχεθούμε ότι δεν θα ξαναφήσουμε να συσσωρευτούν τόσες πιεστικές εκκρεμότητες, ότι δεν θα είμαστε υποχωρητικοί στις διαπραγματεύσεις ούτε θα ξαναμπούμε σε τοξικές σχέσεις για να ικανοποιήσουμε τις προσδοκίες των γύρω μας. Το φθινόπωρο θα κάνουμε μια καινούρια αρχή σ’ έναν γνώριμο κόσμο, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές και τις παλινωδίες.

Μόνο που φέτος το τέλος της σεζόν σηματοδοτεί πολύ περισσότερα πράγματα από τα προηγούμενα χρόνια. Σηματοδοτεί το τέλος της μετα-αποικιακής ευδαιμονίας που απολάμβανε η Δύση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, της ραγδαίας οικονομικής μεγέθυνσης που θεμελιώθηκε σε ένα παγκόσμιο σύστημα εξοντωτικής εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας και ανισοκατανομής των πόρων. Η φτωχή σε πρώτες ύλες και πλούσια σε πολιτισμική αλαζονεία Δύση βλέπει τα τείχη που η ίδια όρθωσε για να υπερασπίσει τα προνόμια του κέντρου από την «επαιτεία» της περιφέρειας να λειτουργούν αντίστροφα· να μετατρέπονται σε τοίχους φυλακής που την αποκόπτουν από τον έξω κόσμο και τη βυθίζουν σε μια ύφεση/κατάθλιψη (depression), η οποία εκδηλώνεται με διάφορες μορφές αυτοτραυματισμού (Bifo).

Το τέλος σεζόν φέτος σηματοδοτεί και το τέλος των συμβολαίων στα οποία θεμελιώθηκε η ασφάλεια και η αυτοδιάθεση των υποκειμένων της νεοτερικότητας. Στη μεταπανδημική εποχή, η επιτήρηση των πολιτών και η άρση της ιδιωτικότητας προβάλλεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ορθολογική οργάνωση του κράτους πρόνοιας και την προστασία της δημόσιας υγείας. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, και παρά τις υποκριτικές διακηρύξεις περί προστασίας της ιδιωτικότητας, η εκχώρηση των προσωπικών δεδομένων στο κράτος και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για την ανασυγκρότηση του πολιτικού σώματος και της αγοράς. Η πρώτη πραγματοποιείται με τη μετάβαση από τις κοινωνίες της επιτήρησης σε ένα καθεστώς γενικευμένης διακινδύνευσης και «την υποκατάσταση του ατομικού ή αριθμημένου σώματος με τα ψηφία ενός “τετμημένου” υλικού που υπόκειται στο καθεστώς του ελέγχου» (Deleuze). Η δεύτερη πραγματοποιείται με την επιδέξια καλλιέργεια της ψευδαίσθησης της ατομικότητας σε έναν κόσμο μαζικής κατανάλωσης και τη χρήση των προσωπικών δεδομένων για την τόνωση του κύκλου αξιοποίησης του κεφαλαίου σε συνθήκες υποχώρησης των αξιών που συνδέονται με τον καπιταλιστικό τρόπο ζωής (Zuboff).

Ας απολαύσουμε τις διακοπές μας κι ας προετοιμαστούμε για την επάνοδό μας σ’ έναν κόσμο διαφορετικό. Έναν κόσμο όπου οι γνώριμες αξίες θα έχουν χάσει τις αναφορές τους και θα πρέπει να ανακαλύψουμε νέες· όπου τα κοινωνικά συμβόλαια θα έχουν χάσει την ισχύ τους και θα πρέπει να επινοήσουμε νέους όρους συλλογικής ύπαρξης. Έναν κόσμο όπου η πολιτική θα αποτελεί δύναμη αυθεντικής δημιουργίας στις παρυφές της χειμαζόμενης νεοτερικότητας.

Καλό καλοκαίρι!

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 138, στις 23 Ιουλίου 2022.

Αναφορές
Franco “Bifo” Berardi (Φεβρουάριος 2022). Resign. e-flux journal, #124.
Gilles Deleuze (2020). Υστερόγραφο για τις κοινωνίες του ελέγχου (μετάφραση: Χρήστος Κρυστάλλης). Στο Μανώλης Πατηνιώτης (επιμ.), Εισαγωγή στις Ψηφιακές Σπουδές, Θεσσαλονίκη: Ροπή (σελ. 411-416).
Shoshana Zuboff (2020). Ο Μεγάλος Άλλος: Ο καπιταλισμός της επιτήρησης και οι προοπτικές ενός πολιτισμού της πληροφορίας (μετάφραση: Γεωργία Νικολοπούλου). Στο Μανώλης Πατηνιώτης (επιμ.), Εισαγωγή στις Ψηφιακές Σπουδές, Θεσσαλονίκη: Ροπή (σελ. 353-397).

IMAGE CREDITS: Edvard Munch, Η Κραυγη, 1893

Σε πρώτο πρόσωπο

ΣΤΟ “LITTLE GIDDING”, το τελευταίο από τα Τέσσερα Κουαρτέτα,  ο T.S. Eliot, γράφει αυτούς τους υπέροχους στίχους:

We shall not cease from exploration
And the end of all our exploring
Will be to arrive where we started
And know the place for the first time.

Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι η ζωή μου μέχρι τώρα ακολούθησε μια τέτοιου είδους διαδρομή. Σπούδασα Φυσική, ασχολούμαι επί χρόνια με την Ιστορία της Επιστήμης, εξερευνώ όλο και πιο εντατικά τη Φιλοσοφία της Επιστήμης και, εσχάτως, αποφάσισα να επιστρέψω στη Φυσική από τη θύρα των Ψηφιακών Σπουδών. Για να γνωρίσω την επιστήμη με έναν νέο τρόπο. Όχι ανακτώντας τις παλιές μου γνώσεις ούτε επαναπροσεγγίζοντας περιοχές που θα ήθελα να έχω μελετήσει καλύτερα. Επιστρέφω στην επιστήμη φέρνοντας μαζί μου τις εμπειρίες από την περιδιάβασή μου στην Ιστορία και τη Φιλοσοφία των Επιστημών: Την κατανόηση της ιστορικής και γνωσιολογικής ενδεχομενικότητας του επιστημονικού φαινομένου και, κυρίως, την επίγνωση του τεχνητού χαρακτήρα της διάκρισης μεταξύ των λεγόμενων θετικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Ξανασυναντώ τη Φυσική ως τμήμα ενός γνωστικού εγχειρήματος που έχει στόχο την κατανόηση της αδιάσπαστης ενότητας της ύπαρξης.

Η έννοια που γεφυρώνει την εδραιωμένη διάκριση μεταξύ των επιστημών της φύσης και των επιστημών του ανθρώπου είναι η Πληροφορία.

Η μετάβαση στην ψηφιακότητα δεν είναι ένα ακόμα βήμα τεχνολογικής προόδου. Ούτε μια ακόμα απειλή από αυτές που επισωρεύει η αδυσώπητη προσπάθεια της τεχνολογίας να εξουσιάσει τη φύση. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι άνθρωποι με αυτούς τους όρους τείνουν να αντιλαμβάνονται το ψηφιακό. Θα ισχυριστώ, ωστόσο, ότι η μετάβαση που συντελείται στις μέρες μας (και επιταχύνεται λόγω της πανδημίας) σηματοδοτεί έναν βαθύτερο μετασχηματισμό: Αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο. Δεν έχουν ασφαλώς άδικο όσες και όσοι παραπονιούνται για την ένταση της επιτήρησης και του ελέγχου μέσω των ψηφιακών τεχνολογιών. Ούτε όσες και όσοι είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις αλλαγές που αυτές επιφέρουν στην οργάνωση της εργασίας. Ωστόσο, χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από την αντίσταση, χρειαζόμαστε τη γνώση. Για να κατευθύνουμε την πορεία των πραγμάτων πρέπει να γνωρίσουμε τη δυναμική του παρόντος. Και αρχίζοντας να εξερευνούμε αυτή τη δυναμική θα γνωρίσουμε όχι μόνο τους κινδύνους, αλλά και τις δυνατότητες, τις ευκαιρίες – τις προοπτικές στις οποίες θα άξιζε ενδεχομένως να επενδύσουμε. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι η μετάβαση στην ψηφιακότητα είναι πρωτίστως μια γνωστική πρόκληση. Από την ανταπόκρισή μας σε αυτή θα εξαρτηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι αγώνες, οι διεκδικήσεις και οι προσδοκίες του παρόντος θα εγγραφούν στη νέα συνθήκη. Η νοσταλγία του «αναλογικού» δεν είναι η λύση. Η φυσικότητα δεν θα μας σώσει. Μόνοι μας θα σώσουμε τους εαυτούς μας. Και, γιατί όχι, θα τους μετασχηματίσουμε σε κάτι νέο, πιο πολύμορφο, πιο εύπλαστο και δεκτικό, χάρη στις δυνατότητες που θέτει στη διάθεσή μας η ψηφιακότητα.

Το εγχείρημα του βιβλίου έχει πολλαπλές αφετηρίες. Σίγουρα μια από αυτές ήταν ο νόστος – η επιθυμία μου να επιστρέψω στην επιστήμη μου και να τη δω με νέα μάτια. Μια άλλη αφορά την εμπλοκή μου με προγράμματα Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Επιστημών – Digital Humanities, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζονται. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και για δέκα περίπου χρόνια συμμετείχα σε αρκετά μεγάλα προγράμματα δημιουργίας ψηφιακών βιβλιοθηκών και αρχείων, χάρη στα οποία μου δόθηκε η δυνατότητα να εξερευνήσω τα ψηφιακά μέσα. Δεν μπορώ να πω πότε ακριβώς, αλλά κάποια στιγμή μού δημιουργήθηκε η ιδέα ότι η ψηφιακότητα είναι κάτι παραπάνω από τη χρήση των υπολογιστών και των βάσεων δεδομένων για να κάνουμε αποτελεσματικότερα και ταχύτερα αυτό που ούτως ή άλλως κάναμε με άλλα μέσα. Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι που ενεπλάκησαν με τα Digital Humanities εμμένουν σε αυτή την προσέγγιση και, από μια άποψη, καλά κάνουν: Χάρη σε τέτοια εγχειρήματα το σύνολο σχεδόν των πολιτισμικών τεκμηρίων είναι σήμερα διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα αναζήτησης και ανάκτησης της πολιτισμικής πληροφορίας. Όμως, επιμένω, η μετάβαση στην ψηφιακότητα δεν είναι μόνο αυτό, όπως η έλευση του ηλεκτρισμού στη μουσική δεν ενίσχυσε μόνο τον ήχο, αλλά τροποποίησε άρδην το ηχοτοπίο.

Από την άλλη, παραδέχομαι ότι είναι δύσκολο να ορίσει κανείς με ακρίβεια τι σηματοδοτεί η μετάβαση στην ψηφιακότητα. Εξού και η προσφυγή στην τακτική υπόμνηση του παλιού μου γνώριμου από την ιστορία των ιδεών, Κ. Θ. Δημαρά: «αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις». Όχι με τη φιλολογική, αλλά με την ιστορική και τη φιλοσοφική έννοια. Ποιες είναι οι τεκτονικές οντολογικές και γνωσιολογικές μετατοπίσεις που εγκυμονούνται στο πρόγραμμα της ψηφιακότητας, από την πρώτη σύλληψη των μηχανών Turing μέχρι το Web 2.0; Με ποιους τρόπους τα επιμέρους διανοητικά εγχειρήματα που συνθέτουν αυτό το πολύμορφο πρόγραμμα μετασχηματίζουν το εννοιολογικό τοπίο στις θετικές και τις ανθρωπιστικές επιστήμες; Η εξερεύνηση της ψηφιακής δυνητικότητας δεν είναι μόνο ζήτημα εργαλειακής αξιοποίησης των νέων μέσων, αλλά και φιλοσοφικής κατανόησης μιας συνθήκης που καταλύει τις εδραίες διακρίσεις της δυτικής νεοτερικότητας. Αυτά τα ζητήματα επιχειρεί να θέσει (και όχι, ασφαλώς, να απαντήσει) η συλλογή κειμένων που παρουσιάζεται στον τόμο Εισαγωγή στις Ψηφιακές Σπουδές.

Θέλω να πω και κάτι τελευταίο που θα ακουστεί τυπικό, αλλά δεν είναι. Το τολμηρό εγχείρημα της συγκέντρωσης, μελέτης, αποκωδικοποίησης και μετάφρασης των τόσο απαιτητικών κειμένων που περιλαμβάνονται στον τόμο δεν θα ήταν δυνατό χωρίς την ακούραστη δημιουργική συμβολή των «παιδιών»: Τα «παιδιά» είναι ο Βασίλης, η Γεωργία, ο Γιάννης, η Γιώτα, ο Δημήτρης, ο Ηρακλής, η Νικόλ, ο Κωνσταντίνος, ο Κώστας, η Λίνα, η Φιλιώ, ο Χρήστος και τους ευχαριστώ όλους και όλες για την απίστευτη εργατικότητα και γενναιοδωρία τους. Επιμένω, ωστόσο. Οι ευχαριστίες μου δεν αποτελούν μια τυπική εκδήλωση αβρότητας, αλλά μια εγκάρδια κατάφαση των νέων ηθών: Στην ψηφιακή επικράτεια μόνο έτσι –συνεργατικά και διεπιστημονικά– μπορούν να γίνουν τα πράγματα. Και έτσι θα προχωρήσουμε.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διάστιχο, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.