Αρχαιότερη από τη Βαβέλ

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα έγραφα για τη διεπαφή ως τεχνολογικό τόπο όπου επιτελείται η επικοινωνία, όχι μεταξύ ενός εσωτερικού και ενός εξωτερικού, αλλά μεταξύ δύο λειτουργιών – μιας μηχανής και ενός χρήστη. Ωστόσο, η διεπαφή δεν είναι μόνο τεχνολογικός τόπος. Μπορεί να είναι και πολιτισμικός τόπος, όπου επιτελείται η επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών διανοητικών πλαισίων. Η μετάφραση, ή ακριβέστερα η μεταφραστική εργασία είναι μια τέτοια και ίσως η σημαντικότερη πολιτισμική διεπαφή. Και όπως κάθε καλή διεπαφή, οφείλει να παραμένει αφανής.

Το 2008 κυκλοφόρησε η αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου του Lawrence Venuti, The translators invisibility, το οποίο παρακολουθεί τις διαφορετικές μορφές μεταφραστικής εργασίας στη διάρκεια της Ιστορίας. Η «καλή» μεταφράστρια είναι η αόρατη μεταφράστρια: ο άνθρωπος που παύει να υπάρχει τη στιγμή ακριβώς που ολοκληρώνει την εργασία του και αφήνει τον αναγνώστη να έρθει σε «απευθείας» επαφή με το έργο της συγγραφέως. Μόνο που αυτός ο άνθρωπος δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία. Η μεταφραστική εργασία, όπως κάθε εργασία, μετασχηματίζει το αντικείμενό της. Υπό αυτή την έννοια, η μετάφραση είναι μια δημιουργική εργασία η οποία παράγει ένα νέο προϊόν. Επίσης, η πρώτη ύλη αυτής της εργασίας δεν είναι μόνο το έργο, η εκφρασμένη με μοναδικό τρόπο σκέψη της συγγραφέως, αλλά και ολόκληρο το διανοητικό πλαίσιο στο οποίο συγκροτείται αυτή η σκέψη, καθώς και το διανοητικό πλαίσιο που την υποδέχεται. Συνεπώς, η μετάφραση αποτελεί τη διεπαφή μέσω της οποίας ένα διανοητικό πλαίσιο αλληλεπιδρά με ένα άλλο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η πρόσληψη του συγκεκριμένου έργου. Και, όπως κάθε διεπαφή, αποκρυσταλλώνει συγκεκριμένες αισθητικές, αξιακές, εννοιολογικές και γλωσσικές συμβάσεις. Γι’ αυτό και στη διάρκεια της Ιστορίας, η μετάφραση πήρε πολύ διαφορετικές μορφές.

Ακόμα, λοιπόν, κι αν ο αναγνώστης επιλέγει να ζήσει με την ψευδαίσθηση ότι η μετάφραση τού εξασφαλίζει απευθείας πρόσβαση στη σκέψη της συγγραφέως, αυτό δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι του εξασφαλίζει πρόσβαση στην ίδια τη μεταφραστική εργασία, η οποία εμπλουτίζει το εννοιολογικό και γλωσσικό του σύμπαν με νέες έννοιες, νέα μέσα και, ως εκ τούτου, νέες εκφραστικές και δημιουργικές δυνατότητες. Υπό αυτή την έννοια, η μετάφραση δεν περιορίζεται στη μεταφορά ενός έργου στο πλαίσιο υποδοχής, αλλά συμβάλλει στον μετασχηματισμό αυτού του πλαισίου. Το ίδιο συμβαίνει και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το μετάφρασμα επιστρέφει στο αρχικό έργο διευρύνοντας το εννοιολογικό του σύμπαν με τις ερμηνείες και τις ανανοηματοδοτήσεις που δέχτηκε κατά τη διέλευσή του από τη διεπαφή της μετάφρασης. Μετά την μετάφρασή του ούτε το αρχικό έργο ούτε η σκέψη που το γέννησε είναι πλέον ίδια.

Η μετάφραση είναι αρχαιότερη από τη Βαβέλ, επειδή βλέπει τη διαφορετικότητα, όχι ως τιμωρία, αλλά ως προϋπόθεση για τη δημιουργία των νοημάτων που συνέχουν έναν κοινό ανθρώπινο κόσμο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 112, στις 18 Ιουνίου 2021.

IMAGE CREDIT: Pieter Bruegel ο πρεσβυτερος, Ο Πυργος της Βαβελ,1563.

Στρατηγικές διαχείρισης του Ψηφιακού Πολιτισμού

Εικονικότητα, Δυνητικότητα, Εργαλειακότητα

ΕΧΟΥΜΕ ΣΥΝΗΘΙΣΕΙ να θεωρούμε ότι το ψηφιακό είναι κάτι λιγότερο από το αναλογικό. Σύμφωνα με την κοινή αντίληψη, όταν ψηφιοποιούμε κάτι το κατακερματίζουμε, το μετατρέπουμε σε 0 και 1 κι έτσι χάνουμε κάτι από τη «φύση» του. Για παράδειγμα, όταν μεταβαίνουμε από το βινύλιο στον ψηφιακό ήχο, θεωρούμε ότι κάτι χάνεται – αδιόρατο ίσως, αλλά πάντως ουσιώδες. Κάτι χάνεται και κάτι φτιάχνεται. Οι ψηφιακές οντότητες μοιάζουν με το δημιούργημα του Frankenstein. Όπως ο Frankenstein κατασκευάζει μια «ψηφιακή», συγκολλημένη οντότητα που στερείται πραγματικής ανθρώπινης ζωής, έτσι και τα αντικείμενα του ψηφιακού κόσμου στερούνται «φυσικότητας». Η φυσικότητα διαρρέει από τα χάσματα που υπάρχουν ανάμεσα στα 0 και τα 1 που τα συνθέτουν.

Αυτή είναι η άποψη που υποστηρίζει ότι η ψηφιακότητα είναι κάτι λιγότερο. Με ανάλογο τρόπο, ωστόσο, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η ψηφιακότητα είναι κάτι περισσότερο. Κι αυτό με την εξής έννοια. Κατά την ψηφιοποίηση, οι οντότητες του φυσικού κόσμου, τα αντικείμενα της αίσθησης και της γνώσης, διασπώνται σε δυνάμεις. Η μετάβαση στην ψηφιακή διάσταση δεν αφορά τα ίδια τα αντικείμενα, αλλά τις ιδιότητες και τις διαδικασίες που τα συγκροτούν. Ο ψηφιακός χώρος είναι ένα πλαίσιο κατάλληλο να υποδεχτεί δυνάμεις, όπως η γλώσσα είναι ένα πλαίσιο κατάλληλο να υποδεχτεί λέξεις – λέξεις για αντικείμενα και όχι τα ίδια τα αντικείμενα. Επίσης, το ψηφιακό πλαίσιο διαθέτει τους κατάλληλους μηχανισμούς για να χειριστεί αυτές τις δυνάμεις (βάσεις δεδομένων, κανόνες αντιστοίχισης, αλγορίθμους), όπως η γλώσσα διαθέτει τους κατάλληλους μηχανισμούς για να χειριστεί τις λέξεις (λεξικά, γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες).

Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ψηφιακότητα και τη γλώσσα. Ενώ η γλώσσα λειτουργεί στο επίπεδο της αναπαράστασης, η ψηφιακότητα λειτουργεί στο επίπεδο της πραγματικότητας. Δεν αναπαριστά τα αντικείμενα του πραγματικού κόσμου, αλλά επεμβαίνει σε αυτά καταλύοντας τα εσωτερικά και εξωτερικά όρια, χάρη στα οποία τα αντικείμενα αυτά υπάρχουν σε μια δεδομένη πραγματικότητα. Υπό αυτή την έννοια, η μετάβαση στην ψηφιακότητα συνιστά μετάβαση σε ένα άλλο καθεστώς πραγματικότητας: τη δυνητικότητα (virtuality). Η δυνητικότητα αντιπροσωπεύει το πλαίσιο στο οποίο οι διαφορές δυναμικού και οι διεργασίες που κάνουν δυνατή την ύπαρξη των πραγμάτων σε μια δεδομένη πραγματικότητα είναι ακόμα ενεργές. Η διάλυση των αντικειμένων της εμπειρίας στις δυνάμεις που τα συγκροτούν και η μετάβαση στο ψηφιακό πλαίσιο μάς προσφέρει τη δυνατότητα να εξερευνήσουμε τη δυνητικότητα: να βρεθούμε σε μια κατάσταση πριν την πραγματοποίηση (actualization) και να διερευνήσουμε, με τα μέσα που θέτει στη διάθεσή μας η ψηφιακότητα, όλες τις δυνατές υποστασιοποιήσεις που μπορούν προκύψουν από το συγκεκριμένο πλαίσιο δυνάμεων. Μπορεί η ψηφιοποίηση του πραγματικού να μην είναι επιτυχής· μπορεί τα μέσα που θέτει στη διάθεσή μας η ψηφιακότητα να μην τα έχουμε εξερευνήσει επαρκώς ακόμα. Ωστόσο, αυτά τα προβλήματα θα βρουν τη λύση τους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στον ψηφιακό χώρο. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η μετάβαση στην ψηφιακότητα έχει τον χαρακτήρα φιλοσοφικού εγχειρήματος, το οποίο αποβλέπει στην εξερεύνηση του πεδίου της δυνητικότητας (plane of virtuality). Μάλιστα, στον βαθμό που αυτή η εξερεύνηση μπορεί να φέρει στο φως υποστασιοποιήσεις που επερωτούν την αναγκαιότητα (= «φυσικότητα») της τρέχουσας κατάστασης πραγμάτων, αποκτά χαρακτήρα και πολιτικού εγχειρήματος.

Η ΘΕΩΡΗΣΗ της ψηφιακότητας ως φιλοσοφικού και εν δυνάμει πολιτικού εγχειρήματος διαφέρει ριζικά από τη θεώρησή της ως τεχνολογίας η οποία χρησιμοποιείται για την κατασκευή τεχνουργημάτων που υπολείπονται της πραγματικότητας. Μια σημαντική συνέπεια αυτής της θεώρησης είναι ότι αποφεύγει να αντιληφθεί το virtual ως εικονικό και την «εικονική πραγματικότητα» ως παραισθητική, κατασκευασμένη, τεχνητή και ελλιπή. Αντιθέτως, μας καλεί να στρέψουμε το θεωρητικό μας ενδιαφέρον στις πρακτικές που αναπτύσσονται στον χώρο του δυνητικού και έχουν στόχο την υλοποίηση σεναρίων που δοκιμάζουν τα όρια του ενεργεία υπαρκτού (actual). Το gaming, μολονότι παραδοσιακά έχει συνδεθεί με τη διασκέδαση, με προβλήματα διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου και ενίοτε με παθολογικές καταστάσεις όπως η αποκοινωνικοποίηση και ο εθισμός, αποτελεί ίσως την πιο αναπτυγμένη πρακτική αυτού του είδους. Υπό μία μη τετριμμένη έννοια, τα ψηφιακά παιχνίδια έχουν περισσότερη και όχι λιγότερη πραγματικότητα, κι αυτό τα κάνει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και επίκαιρα πεδία μελέτης.

Ο ΛΟΓΟΣ περί «εικονικής πραγματικότητας», ωστόσο, είναι ένας αθώος και αφελής αντίπαλος της ψηφιακότητας ως φιλοσοφικού και πολιτικού εγχειρήματος. Ο πραγματικά επικίνδυνος αντίπαλος αυτού του εγχειρήματος είναι η εργαλειακότητα. Μεγάλος αριθμός ανθρώπων που εμπλέκονται με την ψηφιακότητα παραμένουν εγκλωβισμένοι στην αντίληψη ότι αυτό που κάνει η ψηφιακότητα είναι ότι θέτει στη διάθεσή μας ένα σύνολο μέσων που μας επιτρέπουν να διαχειριστούμε με μεγαλύτερη επάρκεια και αποτελεσματικότητα τα προβλήματα της κοινωνίας, της οικονομίας και της εκπαίδευσης. Η λέξη «εγκλωβισμένοι» αποτελεί ευφημισμό: Η εργαλειακή θεώρηση της ψηφιακότητας δεν είναι αθώα. Στέκει εμπόδιο –τις περισσότερες φορές συνειδητά– στη διεύρυνση της γνώσης του πραγματικού και στον κριτικό επαναπροσδιορισμό του δυνατού, τον οποίο ενεργοποιεί η μετάβαση στο ψηφιακό πλαίσιο. Η εργαλειακή θεώρηση της ψηφιακότητας είναι αυτή που ταυτίζει την ψηφιακότητα με την υπολογιστική ισχύ (για την οποία, παρεμπιπτόντως, αδιαφορούσε πλήρως ο Turing) και περιορίζει τη χρησιμότητά της στην επεξεργασία μεγάλων πακέτων δεδομένων, στην επινόηση χρήσιμων αυτοματισμών και, κυρίως, στην ενσωμάτωση της ζωντανής εργασίας σε τεχνολογικές συναρμογές που βασίζονται σε αυτούς τους αυτοματισμούς.

Η εργαλειακή θεώρηση είναι αντίπαλη της φιλοσοφικής θεώρησης του ψηφιακού. Η αντιπαλότητα αυτή δεν είναι εμφανής για δύο κυρίως λόγους. Αφενός, επειδή και οι δύο προσεγγίσεις μοιράζονται τις ίδιες θεωρητικές αναφορές και τους ίδιους τεχνολογικούς πόρους. Αφετέρου, επειδή η κοινή αντίληψη για την ψηφιακότητα είναι αυθόρμητα εργαλειακή – με την ίδια έννοια που η κοινή αντίληψη για την επιστήμη είναι αυθόρμητα θετικιστική. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι τα επόμενα χρόνια η αντιπαλότητα αυτή θα γίνει πιο έκδηλη. Και ο χώρος στον οποίο αυτή θα εκδηλωθεί με τη μεγαλύτερη ένταση είναι ο χώρος της εκπαίδευσης: Τι εκπαίδευση χρειαζόμαστε για την ψηφιακή εποχή; Χρειαζόμαστε μια εκπαίδευση προσανατολισμένη στις δεξιότητες που πρέπει να διαθέτουν οι άνθρωποι προκειμένου να ενσωματωθούν ευκολότερα στην ψηφιακή οργάνωση της εργασίας; Ή μια εκπαίδευση προσανατολισμένη στην ψηφιακή παιδεία – έναν συνδυασμό ανθρωπιστικής παιδείας και τεχνοεπιστημονικής κατάρτισης, που θα υπερβαίνει την εδραία διάκριση μεταξύ θετικών και ανθρωπιστικών επιστημών και θα επιτρέπει στα υποκείμενα να αξιοποιήσουν την ψηφιακότητα για να επανεπινοήσουν την πραγματικότητα και τον εαυτό τους; Ίσως τελικά το διακύβευμα δεν είναι και τόσο μικρό.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 110, στις 22 Μαΐου 2021.

IMAGE CREDIT: Diego Rivera, Portrait of Marevna, c. 1915 | David Bez, Expressionist Mills.

Σκέψεις

ΠΟΥ ΠΑΝΕ οι σκέψεις όταν δεν τις σκεπτόμαστε; Θα πείτε ότι πρόκειται για ρητορικό ερώτημα. Ή, ακόμα χειρότερα, για ένα από εκείνα τα ερωτήματα που μπορούν να διατυπωθούν επειδή το επιτρέπει η γλώσσα, αλλά που δεν έχουν κανένα πραγματικό νόημα – μια από τις κατάρες της φιλοσοφίας, κατά τον Wittgenstein και άλλους. Ωστόσο, σκεφτείτε: Χρησιμοποιούμε εκφράσεις στη γλώσσα μας που δηλώνουν ότι οι σκέψεις είναι κάτι, ότι είναι πράγματα. Λέμε: Πέρασε μια σκέψη από το μυαλό μου· έκανα μια σκέψη· με κατακλύζουν σκέψεις. Επίσης, τις αριθμούμε: Λίγες σκέψεις, μερικές σκέψεις, πολλές σκέψεις. Και, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα γλωσσικά ήθη, τις μοιραζόμαστε: «Θα μοιραστώ μερικές σκέψεις μαζί σας».

Ίσως πρόκειται για τρόπους του λέγειν, που έχουν εδραιωθεί στη γλώσσα, όπως συμβαίνει και με άλλες μεταφορικές αναφορές στη φυσική πραγματικότητα: Το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θερμική χωρητικότητα, το κρύο που μπαίνει από το ανοικτό παράθυρο. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν πρόκειται για μεταφορές. Στην ιστορία της φιλοσοφίας, το συγκεκριμένο ερώτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικού στοχασμού. Στη φιλοσοφία του Σπινόζα, ο ανθρώπινος νους μπορεί να γνωρίσει δύο από τα άπειρα κατηγορήματα της υπόστασης κι αυτά είναι η σκέψη και η έκταση. Αν στην έκταση υπάρχουν αντικείμενα, στη σκέψη υπάρχουν ιδέες – νοητικά αντικείμενα που είναι ένας από τους δυνατούς τρόπους ύπαρξης των πραγμάτων.

Ανθρωπολογικά μιλώντας είναι ακόμα πιο δύσκολο να συλλάβουμε τη σκέψη. Σκεφτείτε: Η σκέψη είναι μια φωνή που ακούγεται μέσα στο κεφάλι μας. Χρησιμοποιεί λέξεις και παράγει δομημένο λόγο. Και, το σπουδαιότερο, μιλάει τη γλώσσα μας. Μάλιστα, αν αφομοιωθούμε σε ένα νέο γλωσσικό περιβάλλον, η σκέψη μας θα αρχίσει σιγά-σιγά να υιοθετεί τη νέα γλώσσα. Γιατί άραγε; Από ποιους περιμένει να ακουστεί και να γίνει κατανοητή; Μήπως σκοπεύει να βγει από το κεφάλι μας και να απευθυνθεί, χωρίς τη δική μας μεσολάβηση, στις σκέψεις των συνομιλητών μας;

Ίσως τελικά όλα αυτά δείχνουν ότι η σκέψη έχει όντως μια εξωτερικότητα ως προς το υποκείμενο που σκέπτεται. Θεωρούμε αυτονόητο ότι οι σκέψεις πηγάζουν από «μέσα μας». Μήπως, όμως, η έδρα της σκέψης δεν ταυτίζεται με το σκεπτόμενο υποκείμενο, αλλά με κάτι ευρύτερο – μια επικράτεια που η σπινοζική αυστηρότητα αντιλήφθηκε ως ένα από τα κατηγορήματα της υπόστασης; Μήπως η σκέψη δεν είναι κάτι που κάνουμε, αλλά μια διαδικασία στην οποία συμμετέχουμε – η έκφραση της πραγματικότητας διαμέσου του εκάστοτε σκεπτόμενου υποκειμένου;

Θα μου πείτε, γιατί να τα σκεφτόμαστε όλα αυτά, τώρα; Επειδή είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που φτιάχνουμε μηχανές που σκέφτονται. Και αφελώς πιστεύουμε ότι θα σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόμαστε κι εμείς. Ενώ ακόμα δεν έχουμε καταλάβει τι είναι σκέψη.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 97, στις 21 Νοεμβρίου 2020.