Δημοσιεύσεις

Οι επιστημονικές δημοσιεύσεις είναι δύσκολη υπόθεση. Είναι, όμως, και απαραίτητες αν κάποιος ή κάποια θέλει να εξασφαλίσει επαγγελματική απασχόληση στον ακαδημαϊκό χώρο. Ερευνητές και καθηγητές κρίνονται για τις επιδόσεις τους σε αυτό το πεδίο προκειμένου να μεταβούν στην επόμενη ακαδημαϊκή βαθμίδα και ολόκληρα ιδρύματα κρίνονται βάσει των δημοσιεύσεων του προσωπικού τους προκειμένου να λάβουν χρηματοδότηση. Όπως είναι φυσικό (;), γύρω από τις επιστημονικές δημοσιεύσεις αναπτύχθηκε ένα τεράστιο δίκτυο επιχειρηματικών συμφερόντων. Έχει γράψει παλιότερα ο Γιάννης Κοντογιάννης στο Πρίσμα γι’ αυτό το θέμα (τχ. 63 και 81). Μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας αποδοκιμάζει πλέον την αμαρτωλή σχέση ακαδημίας-εκδοτικής βιομηχανίας, όπως αποδοκιμάζει και τις πρακτικές των λεγόμενων «αρπακτικών» περιοδικών που προσφέρουν, έναντι εύλογου αντιτίμου, τη δυνατότητα γρήγορης δημοσίευσης σε όσες και όσους δεν καταφέρνουν να δημοσιεύσουν σε έγκυρα επιστημονικά περιοδικά. Παρά τις διαμαρτυρίες, ωστόσο, και παρά την περιορισμένη αναγνωσιμότητα των επιστημονικών περιοδικών, όλοι και όλες θέλουν να δημοσιεύσουν: «publish or perish».

Οι δημοσιεύσεις, όμως, αργούν. Κυρίως λόγω του μεγάλου όγκου του παραγόμενου ακαδημαϊκού έργου και της χρονοβόρας διαδικασίας που πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου ένα άρθρο να κριθεί κατάλληλο για δημοσίευση. Στις βιοεπιστήμες και στην τεχνολογία αυτό μπορεί να σημαίνει ότι όταν το άρθρο φτάσει να δημοσιευτεί, τα πορίσματά του είναι ήδη παρωχημένα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η εκδοτική βιομηχανία ανακάλυψε τον θεσμό των προδημοσιεύσεων. Σε τρεις μήνες (ή και σε πολύ λιγότερο), μπορείς να έχεις δημοσιευμένη μια σύντομη εκδοχή του άρθρου σου, κατοχυρώνοντας και προβάλλοντας τα αποτελέσματα της έρευνάς σου. Η οριστική «κρίση των ομοτίμων» αναβάλλεται μέχρι την υποβολή ενός ολοκληρωμένου άρθρου με διεξοδική τεκμηρίωση, αλλά η στιγμή αυτή μπορεί και να μην έρθει ποτέ. Πόσο έγκυρες είναι αυτές οι fast track δημοσιεύσεις; Σίγουρα βοηθούν στην προαγωγή της καριέρας των συγγραφέων και, συχνά, στην οικονομική εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων μιας έρευνας αλλά, για να το θέσουμε ευγενικά, η βιασύνη ποτέ δεν χαρακτήριζε την καλή επιστήμη.

Αυτές οι προδημοσιεύσεις, λοιπόν, με το αμφιλεγόμενο ακαδημαϊκό στάτους, έγιναν ξαφνικά βασικό εργαλείο της έρευνας για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού. Σημαντικά επιστημονικά συμπεράσματα και κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις βασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, σε τέτοιου είδους δημοσιεύσεις. Η συνθήκη είναι έκτακτη, ασφαλώς, και δεν έχουμε την πολυτέλεια της αναμονής. Καλό είναι όμως να βλέπουμε και την άλλη όψη αυτής της διαδικασίας. Ερευνητές που θα δυσκολεύονταν πολύ να δημοσιεύσουν σε έγκυρα περιοδικά έχουν την ευκαιρία να γεμίσουν τα βιογραφικά τους με τετραψήφιο αριθμό ετεροαναφορών χάρη σε μικρής εμβέλειας τοπικές μελέτες. Πόσοι δεν θα «σκότωναν» για μια τέτοια ευκαιρία; Στο βαθμό, όμως, που τα κίνητρα καθορίζουν τα αποτελέσματα, θα πρέπει να προβληματιστούμε σοβαρά για το είδος της επιστημονικής γνώσης που παράγεται κατ’ αυτόν τον τρόπο και ακόμα σοβαρότερα για τις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει αυτής της γνώσης.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 95, στις 24 Οκτωβρίου 2020.

Image credit: Yves Tanguy, Divisibilité indéfinie, 1942.

Περί εθισμών

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ χρόνια γίνεται πολύ λόγος για τον εθισμό στο διαδίκτυο. Όλες και όλοι καταλαβαίνουμε τι σημαίνει ο όρος καθώς και τον επείγοντα χαρακτήρα του προβλήματος. Εθισμός στο διαδίκτυο σημαίνει προσκόλληση σε κάποιες υπηρεσίες του Παγκόσμιου Ιστού, σε βαθμό που τα εθισμένα άτομα αρχίζουν να παραμελούν άλλες πλευρές του βίου τους, οι οποίες έχουν ζωτική σημασία για την προσωπική τους επιβίωση και τις κοινωνικές τους σχέσεις. Οι υπηρεσίες αυτές δεν είναι οποιεσδήποτε υπηρεσίες, βέβαια. Δεν είναι, ας πούμε, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή η ειδησεογραφία, το blogging ή η δυνατότητα κατασκευής προσωπικών ιστοσελίδων, οι βάσεις δεδομένων ή οι ψηφιακές συλλογές. Είναι οι εξής δύο: Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα διαδικτυακά παιχνίδια. Και ο επείγων χαρακτήρας του προβλήματος έχει να κάνει με την έγκαιρη λήψη μέτρων αντιμετώπισης μιας κατάστασης που απειλεί να υπονομεύσει ριζικά τη ζωή μιας ολόκληρης γενιάς.

Όλα τα μεγάλα πανεπιστήμια υποστηρίζουν ερευνητικά προγράμματα, προκηρύσσουν θέσεις προσωπικού και λαμβάνουν χρηματοδοτήσεις προκειμένου να μελετήσουν το φαινόμενο και να προτείνουν λύσεις. Ινστιτούτα και ιδρύματα οργανώνουν δράσεις και δίνουν την ευκαιρία σε ερευνητές και ερευνήτριες να χτίσουν καριέρες μελετώντας τις παθολογίες της ψηφιακής ζωής. Τα τμήματα εταιρικής ευθύνης πολλών επιχειρήσεων στρέφονται, επίσης, σε αυτή την περιοχή, υποστηρίζοντας δράσεις και προωθώντας σχετικές πρωτοβουλίες. Εν ολίγοις, υπάρχει επίγνωση και εγρήγορση.

Υπάρχει, όμως, όντως πρόβλημα; Είναι γεγονός ότι η μετάβαση στην ψηφιακότητα, ανάμεσα στα άλλα, έθεσε στη διάθεση όλων μας κάποιες τεχνολογίες της καθημερινής ζωής. Τεχνολογίες επικοινωνίας και προσωπικής έκφρασης, ως επί το πλείστον. Είναι αλήθεια, όμως, ότι επειδή οι άνθρωποι (καθόλου τυχαία: οι νέοι) δεν ήταν εξοικειωμένοι με τα νέα μέσα, υπέκυψαν σε τέτοιο βαθμό στη γοητεία τους, που αποσύρθηκαν από την «πραγματική» ζωή; Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που εκφράζονται τέτοιοι φόβοι. Από τους λιβέλους των ηθικολόγων του Διαφωτισμού κατά της «εμμονικής» ανάγνωσης μυθιστορημάτων, μέχρι την πολιτιστική απαξίωση της τηλεόρασης και τα συστήματα γονικού ελέγχου της ροζ τηλεφωνίας, κάθε νέα τεχνολογία της καθημερινής ζωής συνοδεύτηκε από ανησυχίες περί ηθικής και κοινωνικής κατάπτωσης.

Όλες αυτές οι ανησυχίες στηρίζονται στη ίδια τετριμμένη αντίληψη. Ότι η «ανθρώπινη φύση» είναι κάτι δεδομένο και η τεχνολογία συνιστά απειλή, στο βαθμό που αποτελεί μια απρόσκλητη διαμεσολάβηση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο. Αν δούμε, όμως, την «ανθρώπινη φύση» ως προϊόν ενός ιστορικού γίγνεσθαι, στο οποίο η τεχνολογία συμμετέχει διαμορφωτικά τόσο στο επίπεδο των νοητικών λειτουργιών όσο και στο επίπεδο της σωματικότητας, τότε η δαιμονοποίηση της ψηφιακής ζωής εκφυλίζεται σε μια κοινή τεχνοφοβική αντίδραση η οποία, ναι μεν δίνει δουλειά σε ερευνητές, αλλά συσκοτίζει το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα: Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της νέας ανθρώπινης κατάστασης που αναδύεται στο πλαίσιο της ψηφιακής συνθήκης;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 58, στις 23 Φεβρουαρίου 2019.

Το πανεπιστήμιο μετά την κρίση

Στις 11 και 12 Μαΐου πραγματοποιήθηκε το συνέδριο «Πανεπιστήμιο και Κρίσεις» που διοργάνωσε το Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο προβληματισμός που παρουσιάστηκε ήταν ιδιαίτερα πλούσιος και μας κάνει να σκεφτούμε πόσο λίγα ξέρουμε στ’ αλήθεια για την κρίση του πανεπιστημίου.

Τα τελευταία χρόνια, η κρίση του πανεπιστημίου, η κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών, η κρίση της βασικής έρευνας, αλλά επίσης η κρίση διεθνοποίησης του ελληνικού πανεπιστημίου και η κρίση του ελληνικού πανεπιστημίου ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης έχουν αποτελέσει τον καμβά πάνω στον οποίο χαράσσονται διάφορες πολιτικές και λαμβάνονται αποφάσεις που αλλάζουν σε σημαντικό βαθμό τον χαρακτήρα του πανεπιστημίου τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Όπως συμβαίνει όμως σχεδόν πάντοτε στην πολιτική, ο λόγος περί κρίσης αποτελεί ένα ρητορικό εργαλείο για τη νομιμοποίηση πολιτικών επιλογών που εκκινούν από εντελώς διαφορετική αφετηρία. Ας κάνουμε μια προσπάθεια, λοιπόν, να μιλήσουμε για την κρίση του πανεπιστημίου.

Continue reading