Φόβος

Φιλοσοφία και φύση
Όταν ο θηρευτής κυνηγά τη λεία του, τι αισθάνεται η λεία; Η απάντηση είναι προφανής: Αισθάνεται ότι κινδυνεύει η ζωή της και κάνει ότι μπορεί για να μη συλληφθεί από το ζώο που την επιβουλεύεται: κρύβεται, μεταμφιέζεται, τρέχει, υποκρίνεται ότι είναι ήδη νεκρή… Ενεργεί, με άλλα λόγια, όπως της υπαγορεύει αυτό που ονομάζουμε «ένστικτο της επιβίωσης». Αυτή η απολύτως τετριμμένη περιγραφή, ωστόσο, κρύβει ορισμένες παραδοχές που είναι ιδιαίτερα συζητήσιμες. Αν η λεία – ο λαγός, η κατσαρίδα, η πέστροφα– τρέχει για να σώσει τη ζωή της, αυτό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ότι γνωρίζει πως έχει ζωή. Επίσης, ότι γνωρίζει πως αυτό που την απειλεί είναι το τέλος της ζωής. Άρα γνωρίζει και τι είναι τέλος – το μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα της βίας που θα ασκηθεί επάνω της. Επίσης, γνωρίζει ότι αυτό είναι κακό ή, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν είναι επιθυμητό. Άρα, είναι σε θέση να κάνει επιλογές για τη ζωή της με βάση το τι είναι επιθυμητό και τι όχι. Μπορούμε να πάμε ακόμα βαθύτερα, αν θέλουμε. Η λεία έχει αίσθηση της ατομικότητάς της: Γνωρίζει ότι είναι κάτι διαφορετικό από τον θηρευτή και ότι το συμφέρον της συνίσταται στην ενεργητική διατήρηση αυτής της διαφορετικότητας και όχι στην παραίτηση και την υποταγή της στις ανάγκες του θηρευτή.

Είναι μάλλον απίθανο να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω. Όχι επειδή τα ζώα και τα φυτά είναι κατώτερες μορφές ζωής (τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται πολύ περισσότερο χρόνο από εμάς στον πλανήτη κι αυτό θα πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα προσεκτικούς στη διατύπωση τέτοιων ισχυρισμών), αλλά επειδή είναι πολύ ανθρωπομορφικά για να είναι αληθινά. Στο κάτω κάτω, δεν περιστρέφεται όλος ο κόσμος γύρω από τις αξίες και τις νοητικές παραστάσεις του είδους στο οποίο τυχαίνει να ανήκουμε! Θα πρέπει να συμβαίνει κάτι άλλο, πιο στοιχειώδες. Αυτό που προσπαθεί να αποφύγει η λεία είναι ο πόνος. Γνωρίζει ότι όταν θα νιώσει τα δόντια του θηρευτή να σκίζουν τις σάρκες της ή το βάρος του σώματός του να τη συνθλίβει ή την παρατεταμένη επιθανάτια αγωνία της ασφυξίας να στραγγίζει τη ζωτική της δύναμη θα υποστεί ένα εφιαλτικό μαρτύριο. Πώς το γνωρίζει, όμως, αυτό αφού δεν το έχει υποστεί στο παρελθόν; Η απάντηση είναι απλή: Επαγωγικά. Γνωρίζοντας τι είναι ο πόνος και έχοντας μια αδρή έστω εικόνα της κλίμακας του πόνου, μπορεί να συμπεράνει ότι αυτό που την απειλεί είναι η κορύφωση ενός δυσάρεστου αισθήματος. Άρα, η λεία είναι ικανή για επαγωγικό συλλογισμό και μάλιστα με ποσοτικά χαρακτηριστικά, εφόσον η φρενήρης προσπάθειά της να αποφύγει τον θηρευτή δείχνει ότι προβάλλει στο μέλλον μια τιμή ανώτερη από αυτές που έχει γνωρίσει στο παρελθόν. Ομολογώ ότι δεν είμαι πεισμένος σε τέτοιο βαθμό για την οικουμενικότητα του επαγωγικού συλλογισμού ώστε να δεχτώ αβασάνιστα τη συγκεκριμένη εξήγηση. Στο κάτω κάτω, αν ίσχυε κάτι τέτοιο ίσως θα έπρεπε να βάλουμε τον Hume να συζητήσει με μια πέστροφα για να του εξηγήσει πώς να χειριστεί το πρόβλημα της επαγωγής.

Continue reading

Resilience

ΣΕ ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΘΡΟ, που δημοσιεύτηκε το 1973, ο C. S. Holling εισήγαγε στη θεωρητική και εμπειρική βιολογία την έννοια του resilience. Αμετάφραστη λέξη στα ελληνικά, θα την αποδίδαμε κατά προσέγγιση ως «προσαρμοστική ανθεκτικότητα». Η ιδέα είναι ότι η σταθερότητα των ζωντανών συστημάτων πρέπει να γίνεται κατανοητή με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι η σταθερότητα των μηχανικών συστημάτων. Αν αυτό που μελετάμε, γράφει ο Holling, είναι μια συσκευή που έχει σχεδιαστεί για να εκτελεί συγκεκριμένες εργασίες σε ένα καθορισμένο πλαίσιο προβλέψιμων εξωτερικών συνθηκών, τότε αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η σταθερή επίδοση της μηχανής και η άμεση διόρθωση των αποκλίσεών της από την προβλεπόμενη συμπεριφορά. Συνεπώς, η προσέγγιση που θα υιοθετηθεί θα πρέπει να είναι ποσοτική και οι παράμετροι που θα πρέπει να ελέγχονται είναι το πλάτος και η συχνότητα των ταλαντώσεων του συστήματος. Αν όμως έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα, η συμπεριφορά του οποίου επηρεάζεται καθοριστικά από τους εξωτερικούς παράγοντες, τότε η σταθερότητα της επίδοσής του παύει να έχει κεντρική σημασία. Η κρίσιμη παράμετρος, σε αυτή την περίπτωση, είναι οι μηχανισμοί χάρη στους οποίους το σύστημα κατορθώνει να διατηρήσει τη συνοχή του σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Συνεπώς, το θεωρητικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τα ποσοτικά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του συστήματος και από τη μετρήσιμη επίδοση στην ίδια τη δυνατότητα της ύπαρξης.

Η πρώτη προσέγγιση, η μηχανική, έλκει την καταγωγή της από την κλασική φυσική. Η δεύτερη, η οργανιστική, από τις ανθρωπιστικές επιστήμες και από τον Ρομαντισμό. Η συμβολή του ίδιου του Holling συνίσταται στην ανάπτυξη μιας συνθετικής μεθοδολογίας που χρησιμοποιεί τη θεωρία συστημάτων για να μελετήσει τη ζωντανά συστήματα με όρους προσαρμοστικής ανθεκτικότητας. Τα μοντέλα διαχείρισης που προκύπτουν από καθεμιά από τις παραπάνω προσεγγίσεις είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Το μοντέλο που προτάσσει τη σταθερότητα της επίδοσης «δίνει έμφαση στην ισορροπία, στη διατήρηση ενός προβλέψιμου κόσμου και στη δυνατότητα συγκέντρωσης φυσικών πόρων με όσο το δυνατόν λιγότερες διακυμάνσεις». Το μοντέλο που εστιάζει στην προσαρμοστική ανθεκτικότητα, αντίθετα, δίνει έμφαση στη διατήρηση και την προαγωγή της ετερογένειας, ώστε να παραμείνουν διαθέσιμες όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές για το σύστημα. Επίσης, επιδιώκει την δημιουργική σύζευξη του συστήματος με το περιβάλλον του και όχι την αυστηρή οριοθέτηση και τον έλεγχο.

Η θεώρηση της προσαρμοστικής ανθεκτικότητας δεν αποβλέπει τόσο στη συγκέντρωση επαρκούς γνώσης, όσο στην αναγνώριση και στη διαχείριση της άγνοιάς μας, γράφει ο Holling. Δεν στηρίζεται στην ελπίδα ότι τα μελλοντικά γεγονότα μπορούν να προβλεφθούν, αλλά στη βεβαιότητα ότι είναι εκ φύσεως απρόβλεπτα. Ως εκ τούτου, σηματοδοτεί μια ριζική αλλαγή προοπτικής, «καθώς δεν απαιτεί ακριβή ικανότητα πρόβλεψης του μέλλοντος, αλλά μόνο την ποιοτική ικανότητα επινόησης συστημάτων που θα μπορούν να απορροφήσουν και να ενσωματώσουν τα μελλοντικά συμβάντα, όσο απρόβλεπτα κι αν είναι αυτά».

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 88, στις 13 Ιουνίου 2020.

Αναφορές
C. S. Holling (1973). Resilience and Stability of Ecological Systems. Annual Review of Ecology and Systematics 4(1): 1-23.

Ο νόμος της παγκόσμιας έλξης

ΟΛΟΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ότι ο Νεύτων εισηγήθηκε τον νόμο της παγκόσμιας έλξης. Λίγοι και λίγες γνωρίζουν, όμως, τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε αυτή η εξωφρενική ιδέα στην εποχή της. Η ύλη έλκει τη ύλη. Κι αυτό γίνεται χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση κάποιου μηχανικού παράγοντα, κάποιου μέσου που να μεταφέρει τη δράση από το ένα σημείο στο άλλο. Η αδρανής και άψυχη ύλη είναι σε θέση να αναγνωρίσει από μακριά την παρουσία άλλης ύλης και να ενεργήσει κατά τρόπον ώστε να την τραβήξει προς το μέρος της. Ή, ακριβέστερα, κατά τρόπον ώστε τα αντίστοιχα υλικά σώματα, ανεξάρτητα από το μέγεθος ή τις άλλες ιδιότητές τους, να συγκλίνουν. Έτσι δημιουργούνται τα αστέρια, έτσι δημιουργούνται οι μαύρες τρύπες. Ωστόσο, όταν ο Νεύτων διατύπωσε την ιδέα της «δράσης από απόσταση», οι περισσότεροι φυσικοί φιλόσοφοι της εποχής τον κατηγόρησαν ότι επανεισήγαγε στον φυσικό στοχασμό τις απόκρυφες ιδιότητες που με τόσο κόπο είχαν εξορίσει.

Margaret Watts-Hughes, Pigment on Glass, Cyfarthfa Castle Museum and Art Gallery

Ένα από τα πράγματα που μας θύμισε η πανδημία είναι ότι η βαρύτητα δεν είναι μόνο κατακόρυφη. Ίσα-ίσα, είναι ο νόμος της παγκόσμιας έλξης που ορίζει το πάνω και το κάτω και όχι το αντίστροφο. Η ύλη έλκει την ύλη απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Απλώς, όπως και πολλά άλλα πράγματα σε αυτή την περίεργη συνθήκη, η συνειδητοποίηση ήρθε μέσω της στέρησης. Όταν τα σώματα διαχωρίστηκαν, απομονώθηκαν και τοποθετήθηκαν σε αυστηρή διάταξη στον χώρο, τότε ο αέρας γέμισε από την ένταση των βουβών δυνάμεων που προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν, να μεταδώσουν την επιθυμία της συνάντησης, να πραγματώσουν την επαφή. Για πολύ καιρό οι δυνάμεις έμειναν μετέωρες και ατελέσφορες. Η επαφή μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αλλά η μαγεία, η μυστική δύναμη που κληροδότησε η νευτώνεια μεταφυσική στον νόμο της παγκόσμιας έλξης, ήταν απούσα. Κανένα αστέρι δεν μπορεί να γεννηθεί στις ψηφιακές πλατφόρμες επικοινωνίας, κανένας καρναβαλικός παροξυσμός δεν μπορεί να εξορκίσει το φόβο του θανάτου, όπως γινόταν στις πανδημίες του παρελθόντος. Ο ψηφιακός χώρος μετατρέπεται σε μήτρα που ταξινομεί, επιτηρεί και επιτρέπει ελεγχόμενες αλληλεπιδράσεις αποκλείοντας την πιθανότητα της σύγκλισης.

Ο νόμος της παγκόσμιας έλξης, όμως, είναι πανίσχυρος. Κανένα υλικό μέσο δεν μπορεί να τον περιορίσει, επειδή εξ ορισμού καθετί συμμετέχει στον ξέφρενο χορό της ύλης. Όλα ανεξαιρέτως τα σώματα ακολουθούν την καμπύλωση του χώρου για να προσεγγίσουν το ένα το άλλο, ν’ ανταλλάξουν συντρόφους, να παίξουν με τις πυκνώσεις και τις αραιώσεις, να αναδιαμορφώσουν το πεδίο. Η προσωρινή αναστολή του νόμου της παγκόσμιας έλξης καταρρέει υπό την πίεση της επιθυμίας για επαφή, της μύχιας ανάγκης για επιβεβαίωση της σωματικότητάς μας μέσω της αφομοίωσης του σώματος του άλλου. Η τήρηση των αποστάσεων και η απομόνωση μας προφυλάσσουν αναμφίβολα από τον κίνδυνο της νόσου. Όμως, τι είμαστε στ’ αλήθεια χωρίς τους άλλους;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 86, στις 9 Μαΐου 2020.