Ευρωεκλογές 2024: Τόσο μακριά, τόσο κοντά

ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΙΡΟ δουλεύω πάνω σε ένα κείμενο του Frantz Fanon, ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Peau Noire, Masques Blanc (Μαύρο Δέρμα, Άσπρες Μάσκες). Όπως το συνηθίζει, ο Fanon ενσωματώνει στο κείμενό του άλλα κείμενα, μετατρέποντας τον λόγο του σε μια πολυφωνική συνήχηση της μαυρότητας. Πολλά αποσπάσματα προέρχονται από έργα του συμπατριώτη του ποιητή Aimé Césaire, συγκεκριμένα από τα βιβλία του Discours sur le colonialisme (Λόγος περί αποικιοκρατίας) και Cahier dun retour au pays natal (Σημειωματάριο μιας επιστροφής στην πατρίδα).

Η δύναμη του λόγου των δύο Μαρτινικανών πολιτικών στοχαστών είναι ασύλληπτη. Πέρα από τη δύναμη, όμως, η κριτική τους στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό χαρακτηρίζεται από μια φρεσκάδα, η οποία σπάνια απαντά σε κείμενα που έχουν γραφτεί στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας – στην προκειμένη περίπτωση στο πλαίσιο των αντιαποικιακών εξεγέρσεων της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας. Ο λόγος αυτός γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρος σήμερα, σε μία συνθήκη που οι δυτικές κοινωνίες, μέσω του πολιτικού εξωραϊσμού και του ιδεολογικού εξαγνισμού, επιχειρούν να σβήσουν τα σημάδια της βαρβαρότητας που επέδειξαν επί αιώνες απέναντι σε εκείνο το μέρος του κόσμου που θεωρούσαν υποδεέστερο και λιγότερο-από-ανθρώπινο – δηλαδή απέναντι στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.

Όμως, παρά τις προσπάθειες εξαγνισμού, το σώμα του δυτικού πολιτισμού είναι άρρωστο. Έχει μολυνθεί από το ίδιο του το δηλητήριο.

Έτσι, μια υπέροχη μέρα, η μεσαία τάξη δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα: Οι Γκεσταπίτες έχουν πιάσει πάλι δουλειά, οι φυλακές γεμίζουν, οι βασανιστές και πάλι επινοούν, τελειοποιούν, ανταλλάσσουν ιδέες πάνω από τους πάγκους εργασίας τους.

Οι άνθρωποι εκπλήσσονται, θυμώνουν. Λένε: «Είναι πολύ παράξενο αυτό. Όμως είναι απλά ο Ναζισμός, δεν θα διαρκέσει». Και περιμένουν, και ελπίζουν, και κρύβουν την αλήθεια από τον εαυτό τους: Είναι η βαρβαρότητα, η υπέρτατη βαρβαρότητα που στέφει, επισφραγίζει τις καθημερινές βαρβαρότητες. Ναι, είναι ο Ναζισμός, αλλά πριν γίνουν θύματά του, ήταν οι συνεργοί του. Ο Ναζισμός τον οποίο ανέχτηκαν πριν υποκύψουν σ’ αυτόν, τον αθώωναν, έκλειναν τα μάτια τους, τον νομιμοποιούσαν, γιατί μέχρι τότε είχε εφαρμοστεί μόνο εναντίον μη ευρωπαϊκών λαών. Τον Ναζισμό αυτόν ενθάρρυναν, γι’ αυτόν ήταν υπεύθυνοι· και αυτός σταλάζει, αναβλύζει, ξεχειλίζει από κάθε ρωγμή του δυτικού χριστιανικού πολιτισμού, μέχρι να τον καταβυθίσει σε μια αιματοβαμμένη θάλασσα (Césaire 1956, 14-15· μτφρ. Φιλιώ Χατζημπεκιάρη).

Όμως, υπάρχει μέθοδος στην τρέλα. Ο φασισμός δεν επιστρέφει στην Ευρώπη απλώς για να τιμωρήσει τους αποικιοκράτες που με τη βία και την επιβεβλημένη εξαθλίωση απανθρωποποίησαν το μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου. Επιστρέφει στην Ευρώπη, αφενός, γιατί δεν έχει πού αλλού να πάει. Η Ευρώπη είναι η πατρίδα του: αυτή τον γέννησε, αυτή τον εξέθρεψε, αυτή τον «χάρισε» στον υπόλοιπο κόσμο. Αφετέρου, γιατί η επιστροφή του φασισμού στην Ευρώπη είναι η αυτονόητη ιστορική εξέλιξη ενόψει του τέλους της αποικιοκρατίας. Επί αιώνες η ευμάρεια της Δύσης και η επιτυχία του μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης του καπιταλισμού στηρίχτηκε στην άντληση πόρων από εκείνο το κομμάτι του κόσμου που «δεν άξιζε», «δεν δικαιούνταν» να κρατήσει αυτούς τους πόρους για τον εαυτό του, επειδή οι περιορισμένες ανάγκες και οι ανύπαρκτες γνώσεις του δεν του επέτρεπαν, ούτως ή άλλως, να τους αξιοποιήσει. Όταν αυτό το βολικό αφήγημα αρχίζει να φαίνεται πως δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματικότητα –και μάλιστα χάρη στην επιτυχία και όχι στην αποτυχία του καπιταλισμού–, η ευημερούσα Δύση πρέπει να αρχίσει να συμβιβάζεται με την προοπτική μιας εσωτερικής αναδιάταξης που θα απορροφήσει τις αναταράξεις. Και εδώ είναι που καλείται να παίξει τον ρόλο του ο φασισμός.

Βλέπουμε τον φασισμό να ξεφυτρώνει σε διάφορες περιοχές του κοινωνικού σώματος και τον αντιμετωπίζουμε ως προσωρινή μόλυνση που πρέπει να καταπολεμηθεί με τα κατάλληλα φάρμακα. Βλέπουμε τον ρατσισμό και τον σεξισμό να εκφράζονται με ακραίους τρόπους σε μια κοινωνία που υποτίθεται ότι έχει αφήσει πίσω της αυτούς τους τρόπους σκέψης και ψάχνουμε να βρούμε τις κατάλληλες «θεραπείες». Καλά κάνουμε, προφανώς. Δεν πρέπει να αφήσουμε αυτές τις κοινωνικές στάσεις να σηκώσουν κεφάλι. Όμως, ποιες είναι οι πιθανότητες επιτυχίας; Πρόκειται όντως για τοπική μόλυνση που μπορεί να ιαθεί με την κατάλληλη θεραπεία ή μήπως για μια νέα πολιτική συνθήκη; Δυστυχώς, μάλλον ισχύει το δεύτερο. Και, από αυτή την άποψη, ο νεοφασισμός δεν εκπορεύεται από τα εξαθλιωμένα κοινωνικά στρώματα. Εκεί βρίσκει έδαφος να εξαπλωθεί. Εκεί επιπολάζει. Αλλά (όπως πάντα στην Ιστορία) η πηγή του βρίσκεται εκεί που βρίσκεται και η εξουσία, στα ανώτερα στρώματα.

Η επανεισαγωγή του φασισμού στην Ευρώπη δεν έχει να κάνει πρωτίστως με την αυθόρμητη, σκοτεινή αντίδραση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων που πλήττονται από το τέλος της αποικιοκρατίας, αλλά με τις πολιτικές που επεξεργάζεται η τεχνογραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαχείριση της κρίσης που προκαλεί η νέα γεωπολιτική συνθήκη. Εξού και οι αγαθές πολιτικές σχέσεις με τις φασιστικές κυβερνήσεις που ξεφυτρώνουν η μία μετά την άλλη μέσα στην Ευρώπη. Παρά τις δημοκρατικές κορώνες των Ευρωπαίων αξιωματούχων, με τον διάλογο και την «αμοιβαία κατανόηση» (mutual understanding) πάντα βρίσκεται ένα έδαφος συνεννόησης – τουτέστιν, ένας τρόπος να διασφαλιστεί η ενότητα του ευρωπαϊκού χώρου γύρω από ένα διαρκώς αυξανόμενο αριθμό φασιστικών κυβερνήσεων.

Γιατί, στην πραγματικότητα, η Ευρώπη έχει ανάγκη την αυταρχική πολιτική και τον κοινωνικό αποκλεισμό για να διατηρήσει αλώβητο το καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης μετά την κατάρρευση της ηγεμονίας της στον ευφημιστικά αποκαλούμενο αναπτυσσόμενο κόσμο. Τα όνειρα για έναν κόσμο ισότητας πρέπει να ξεχαστούν και να επικρατήσει ο πραγματισμός. Η πίτα πρέπει να μοιραστεί διαφορετικά και η ελευθερία των επιλογών πρέπει να περιοριστεί δραστικά. Λέγαμε παλιά ότι αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν το καθεστώς, θα είχαν κηρυχθεί παράνομες. Αυτό δεν απέχει πολύ από τη realpolitik που εφαρμόστηκε από τους αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα χρόνια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Juncker, Merkel, Schäuble, Dijsselbloem και η αλήστου μνήμης τρόικα είχαν διακηρύξει σε όλους τους τόνους, απευθυνόμενοι στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου: Μπορείτε να ψηφίσετε ό,τι θέλετε στις εθνικές εκλογές σας. Όμως, η οικονομική πολιτική που πρέπει να εφαρμόσετε προκειμένου να παραμείνετε στην «ευρωπαϊκή οικογένεια» είναι μία. Αριστερά ή δεξιά (σοσιαλισμός ή φασισμός, θα πρόσθετα εγώ, βλέποντας τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων) δεν θα παίξει κανένα ρόλο. Η «ορθολογική» οικονομική πολιτική είναι μία και μοναδική: There Is No Alternative. Κι αν η εφαρμογή αυτής της πολιτικής απαιτεί την υποχρεωτική συμμόρφωση σε συγκεκριμένα πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς, την υποχρεωτική αποδοχή της φτωχοποίησης και του περιορισμού των δικαιωμάτων σας, μην ξεχνάτε ότι όλα αυτά γίνονται για το καλό σας και για τη διασφάλιση της συνοχής της μεγάλης «ευρωπαϊκής οικογένειας»: EU is You!

Συνεπώς, η ύπαρξη επί ευρωπαϊκού εδάφους φασιστικών κυβερνήσεων, οι οποίες είναι πρόθυμες να εφαρμόσουν τις αυταρχικές πολιτικές που ενεργοποιεί το τέλος της αποικιοκρατίας, βρίσκεται σε πλήρη σύμπνοια και όχι σε σύγκρουση, όπως υποκριτικά δηλώνεται, με τους σχεδιασμούς της ευρωπαϊκής τεχνογραφειοκρατίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοκρατία μετατρέπεται σε πρόσχημα και οι εκλογές σε μηχανισμό αποποίησης ευθύνης για όσους αρνούνται να δουν το σκοτάδι που πλησιάζει.

Καλή ψήφο!

 Αναφορές
Aimé Césaire (1956). Discours sur le colonialisme, Παρίσι: Présence Africaine.
Frantz Fanon (2008). The so-called dependency complex of colonized peoples. Στο Black Skin, White masks, μτφρ. Charles Lam Markmann, εισαγωγή Ziauddin Sardar και Homi K. Bhabha. Λονδίνο: Pluto Press.

Φιλοσοφία και Τεχνολογία

ΣΥΝΗΧΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ

ΣΤΙΣ 30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2023 πραγματοποιήθηκε στα Ιωάννινα εκδήλωση με θέμα «Φιλοσοφία και Τεχνολογία: Μια σχέση αμοιβαίας προκατάληψης ή αμφίδρομου εμπλουτισμού;». Την εκδήλωση οργάνωσε το Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στο πλαίσιο της σειράς εκδηλώσεων «Η φιλοσοφία ως τέχνη του βίου», που συνδιοργανώνει με το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωαννιτών. Αφορμή για τη συγκεκριμένη εκδήλωση ήταν η έκδοση του βιβλίου Φιλοσοφία της Τεχνολογίας. Μια κριτική επισκόπηση σε επιμέλεια Χαράλαμπου Κόκκινου και Μανώλη Πατηνιώτη. Το πάνελ αποτελούνταν από την Γκόλφω Μαγγίνη, τον Ορέστη Παλέρμο, τον Γιάννη Περπερίδη και τον Μανώλη Πατηνιώτη. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η απομαγνητοφωνημένη και ελαφρά επιμελημένη εκδοχή της ομιλίας μου.

Θέλω να εκφράσω τη χαρά μου που βρίσκομαι εδώ μαζί σας. Χαίρομαι πάντα όταν βρίσκομαι στα Γιάννενα, στο πλαίσιο τέτοιων εκδηλώσεων, γιατί η συνομιλία που έχει ανοίξει το τμήμα Φιλοσοφίας με την πόλη και την ακαδημαϊκή κοινότητα είναι εξαιρετικά γόνιμη και επίκαιρη. Ευχαριστώ πολύ την Γκόλφω, τον Ορέστη και τον Γιάννη για τις εισηγήσεις τους και για την ανάδειξη της θεματικής του βιβλίου που επιμεληθήκαμε με τον Μπάμπη Κόκκινο. Εγώ θα μιλήσω για κάτι λίγο πιο παραδοσιακό, το οποίο συνδέεται με το εκδοτικό μας εγχείρημα, αλλά έχει πιστεύω και ένα γενικότερο ενδιαφέρον.

Θα σας πω από την αρχή για τι πρόκειται να μιλήσω και θα το κάνω με πολύ αδρές πινελιές, επειδή προφανώς αυτά τα ζητήματα, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, είναι πολύ μεγάλα. Σηκώνουν πολλή συζήτηση, την οποία ελπίζω ότι θα έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε μετά το τέλος των εισηγήσεων. Θα ισχυριστώ, λοιπόν, τρία πράγματα. Το πρώτο είναι ότι φιλοσοφία και τεχνολογία ήταν ανέκαθεν συγκοινωνούντα δοχεία. Προσέξτε, όχι φιλοσοφία της τεχνολογίας, φιλοσοφία και τεχνολογία ήταν ανέκαθεν συγκοινωνούντα δοχεία – και θα το εξηγήσω. Το δεύτερο που θα πω είναι ότι κάποια στιγμή, κάτι συνέβη σε αυτή τη σχέση και τέθηκε σε αναστολή. Και θα δούμε, πάλι με πολύ αδρές πινελιές, πότε συνέβη αυτό. Τι ήταν αυτό που συνέβη και τι σημαίνει το γεγονός ότι τέθηκε σε αναστολή αυτή η σχέση. Ακούγοντας τη Γκόλφω να μιλάει στην αρχή αυτής της εκδήλωσης συνειδητοποίησα ότι τότε ήταν και η στιγμή που αναδύθηκε η φιλοσοφία της τεχνολογίας. Όταν δηλαδή η σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και τεχνολογίας τέθηκε σε αναστολή, τότε ήταν που αναδύθηκε η φιλοσοφία της τεχνολογίας. Και το τρίτο πράγμα που θα ισχυριστώ είναι ότι υπάρχουν πολύ σοβαροί λόγοι για ουσιαστική επανενεργοποίηση αυτής της σχέσης. Με κάποιον τρόπο θα απευθύνω ένα κάλεσμα όχι για κινητοποίηση της φιλοσοφίας της τεχνολογίας, αλλά για υπέρβαση της φιλοσοφίας της τεχνολογίας· όχι για κατάργησή της, αλλά για το πέρασμα σε ένα επόμενο επίπεδο, που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε για τα πολύ επείγοντα ζητήματα του καιρού μας.

Λοιπόν, το πρώτο ζήτημα, η φιλοσοφία και η τεχνολογία ως συγκοινωνούντα δοχεία. Σε ένα από τα κείμενα που έχουμε στον τόμο, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι η τεχνολογία έχει δώσει στη φιλοσοφία –σε πολλές περιπτώσεις, όχι πάντα και όχι αποκλειστικά–  τον τρόπο να μιλάει. Τη γλώσσα, τις λέξεις και αν θέλετε τις μεταφορές – αν και θα ήθελα να αποφύγω αυτή τη λέξη, γιατί δεν είναι ακριβώς μεταφορές, αλλά βολεύει για να καταλάβουμε τι θέλω να πω. Έχει δώσει λοιπόν τις μεταφορές που επιτρέπουν στη φιλοσοφία να καλλιεργήσει τον στοχασμό της. Αναφέρω εν τάχει κάποια παραδείγματα. Ξεκινάω από τα πιο πρόσφατα και θα πάω στα πολύ-πολύ παλιά. Ο υπολογιστής έχει χρησιμοποιηθεί ως υπόδειγμα για να σκεφτούμε τον άνθρωπο με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Έχουμε αρχίσει εδώ και πολλές δεκαετίες να σκεφτόμαστε τον νου και τις νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου ως λειτουργίες του υπολογιστή. Και όχι μόνο αυτό. Ο υπολογιστής και τα προγράμματα που τρέχουν στον υπολογιστή έχουν χρησιμοποιηθεί από τους βιολόγους, για παράδειγμα, για να μιλήσουν για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το DNA. Θα μου πείτε, οι βιολόγοι δεν είναι φιλόσοφοι. Ναι, αλλά συμμετέχουν στη δημιουργία μιας γενικής αναπαράστασης του κόσμου, την οποία χρησιμοποιεί στη συνέχεια η φιλοσοφία. Δεν επεκτείνομαι περισσότερο, καταλαβαίνετε και νομίζω συμφωνείτε ότι ο υπολογιστής είναι κάτι που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον ως μεταφορά από τη φιλοσοφία. Πάω λίγο πιο πίσω σε αυτόν από τον οποίο ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία. Ο Alan Turing χρησιμοποίησε τις μηχανές για να λύσει δύο ειδών φιλοσοφικά προβλήματα. Το ένα είναι το πρόβλημα της υπολογισιμότητας, το οποίο έθεσε ο David Hilbert στις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι πρόβλημα μαθηματικών, αλλά είναι πρόβλημα φιλοσοφικής θεμελίωσης των μαθηματικών. Αντί να χρησιμοποιήσει μαθηματικά για να το λύσει, όπως έκανε ο Gödel ή όπως έκανε ο δάσκαλός του ο Church, ο Turing είπε: εγώ θα χρησιμοποιήσω μια μηχανή για να λύσω αυτό το πρόβλημα – τη μηχανή Turing. Ούτε εδώ επεκτείνομαι – περισσότερα στη συζήτηση που θα ακολουθήσει. Κάποια χρόνια αργότερα, δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, όταν δημοσιεύει το περίφημο άρθρο όπου εξετάζει αν μπορούν να σκεφτούν οι μηχανές, πάλι ξεκινάει με τη διαπίστωση ότι  δεν μπορεί να ασχολείται με τις ασάφειες του φιλοσοφικού λόγου για να απαντήσει τι σημαίνει σκέψη, τι σημαίνει μηχανή, τι σημαίνει σκέφτομαι κλπ., γι’ αυτό προτιμά να χρησιμοποιήσει το παιχνίδι της μίμησης, που στην ουσία είναι μια τεχνολογική διάταξη. Ο Turing χρησιμοποιεί κυριολεκτικά τις μηχανές. Κατασκευάζει μηχανές, κατασκευάζει τεχνολογικές διατάξεις για να κάνει φιλοσοφία. Πάμε πιο πίσω, πολύ πιο πίσω, στον 17ο αιώνα. Όλες και όλοι είμαστε εξοικειωμένοι και εξοικειωμένες με τον όρο Μηχανοκρατία. Τι είναι η Μηχανοκρατία; Είναι ο τρόπος να σκεφτόμαστε τον κόσμο στο πλαίσιο της φυσικής φιλοσοφίας. Είναι φιλοσοφία, λοιπόν, είναι ο τρόπος να σκεφτόμαστε τον κόσμο χρησιμοποιώντας τις μηχανές ως υπόδειγμα, αλλά και ως υπόστρωμα της φυσικής πραγματικότητας. Υπάρχουν, δηλαδή, μηχανισμοί χάρη στους οποίους ενεργεί ο μαγνήτης, χάρη στους οποίους η Γη γυρίζει γύρω από τον Ήλιο, χάρη στους οποίους δεχόμαστε εμπειρίες από τον εξωτερικό κόσμο· υπάρχουν διάφορα ρευστά, τα οποία τρέχουν σε κανάλια μέσα στο σώμα μας κλπ. Άρα, οι μηχανές έχουν χρησιμοποιηθεί ως οντολογικό υπόδειγμα στην πρώιμη νεότερη φιλοσοφία. Την ίδια εποχή, οι μηχανικές μεταφορές χρησιμοποιούνται και γνωσιολογικά. Το να κτίσουμε το κτίριο της γνώσης, αυτό είναι μια αναφορά η οποία επανέρχεται από τα τέλη του 16ου μέχρι τα μέσα του  18ου αιώνα. Από τον Bacon μέχρι τον Diderot επανέρχεται συνεχώς αυτή η ιδέα του οικοδομήματος της γνώσης, με τους κτίστες που έχουν συγκεκριμένες δεξιότητες και χρησιμοποιούν διάφορες τεχνικές, για να κάνουν το κτίριο ισορροπημένο, για να βγάλουν τις πέτρες μέσα από τη γη και να τις βάλουν στη σειρά, για να χτίσουν κλπ. Ακόμα πιο πίσω, στον Πλάτωνα, ο Δημιουργός είναι κι αυτός τεχνίτης, που δίνει μορφή στο αρχέγονο χάος. Και φυσικά η Βίβλος αντλεί από την τεχνολογία των νεολιθικών πολιτισμών που ψήνουν τα κεραμικά τους: Ο Θεός φτιάχνει τον άνθρωπο από πηλό· και η Δημιουργία ολόκληρη, ασφαλώς, είναι μια τεχνολογική κατασκευή. Και ακόμα όχι πιο πίσω, αλλά ανατολικότερα για όσες και όσους είναι εξοικειωμένοι με την κινέζικη σκέψη, την κινέζικη φιλοσοφία (υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το πώς πρέπει να τη λέμε), η ιδέα ότι το ανθρώπινο σώμα αλλά και ο φυσικός χώρος διαπερνώνται από μεσημβρινούς μέσα στους οποίους ρέει το τσι (η ζωτική ενέργεια) είναι προϊόν ενός αγροτικού πολιτισμού που εμπνέεται από το αρδευτικό σύστημα για να αναπαραστήσει τον κόσμο.

Άρα, εδώ έχουμε μια σχέση συμβίωσης, η οποία ξεκινάει από πολύ παλιά, από τότε που ακόμα δεν έχουμε τεχνολογία, αλλά τεχνική και φτάνει μέχρι τις μέρες μας, μέχρι τον υπολογιστή. Θα περάσω τώρα στο δεύτερο ζήτημα: Κάποια στιγμή αυτή η σχέση χαλάει. Πότε γίνεται αυτό; Αυτό γίνεται τον 19ο αιώνα, όταν η τεχνική υπάγεται ουσιωδώς στον καπιταλισμό. Όταν η τεχνική γίνεται κομμάτι των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Τότε αυτή η συμπόρευση φιλοσοφίας και τεχνολογίας αρχίζει να υφίσταται μια δοκιμασία. Δεν έχουμε προφανώς χρόνο να μπούμε στις λεπτομέρειες αυτού του διαζυγίου, αλλά σίγουρα μπορείτε να καταλάβετε ότι συνδέεται με την υπαγωγή της τεχνικής στον βιομηχανικό καπιταλισμό και τη μετατροπή της τεχνικής σε τεχνολογία (κανονικά για τεχνολογία μιλάμε από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά – αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση, την οποία επίσης μπορούμε να κάνουμε αργότερα). Έχουμε λοιπόν τη μετατροπή της τεχνικής σε τεχνολογία και τη χρήση της τεχνικής που έχει γίνει πλέον τεχνολογία για την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, τη δημιουργία της μισθωτής σχέσης, την οικειοποίηση του προϊόντος της ανθρώπινης εργασίας από τον καπιταλισμό και την αντικειμενοποίηση αυτού του προϊόντος απέναντι στην εργατική δύναμη που το παράγει. Εξού και η έννοια της αλλοτρίωσης στη μαρξική θεωρία. Εκείνη είναι, λοιπόν, η εποχή που εμφανίζεται ένας φιλοσοφικός λόγος ο οποίος βλέπει την τεχνολογία κριτικά. Και αυτή η κριτική στάση της φιλοσοφίας απέναντι στην τεχνολογία έχει τρία χαρακτηριστικά, τα οποία συνοδεύουν τη φιλοσοφία της τεχνολογίας μέχρι σήμερα.

Ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά; Το ένα είναι ότι η φιλοσοφία βλέπει την τεχνολογία ως διαμεσολάβηση. Αυτό είναι κάτι που φτάνει μέχρι σήμερα: θεωρείται περίπου αυτονόητο ότι η τεχνολογία είναι διαμεσολάβηση. Πρέπει όμως να έχουμε επίγνωση ότι αυτή η ιδέα αναδύεται τον 19ο αιώνα. Δεν υπήρχε η ιδέα ότι η τεχνική είναι διαμεσολάβηση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Ή ανάμεσα σε κάτι και κάτι άλλο. Η ιδέα ότι η τεχνική είναι διαμεσολάβηση, άρα ότι είναι εν δυνάμει αποξενωτικός παράγοντας ή ένα πεδίο στο οποίο ενεργοποιούνται χειριστικές πρακτικές εμφανίζεται τότε, τον 19ο αιώνα, και φυσικά φτάνει μέχρι τις μέρες μας, αλλά κορυφώνεται στις αρχές του 20ού αιώνα με την πρώτη κρίση της νεωτερικότητας. Άρα, το ένα στοιχείο είναι αυτό, ότι η τεχνολογία είναι διαμεσολάβηση.

Το δεύτερο στοιχείο που απορρέει από αυτό είναι ότι η τεχνολογία είναι αλλοτριωτική. Αλλοτριώνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του, από τη φύση του – από μια φυσική ατομικότητα. Ούτε αυτό ήταν ανέκαθεν δεδομένο. Δηλαδή, η ιδέα ότι η τεχνολογία μάς αποξενώνει από τον εαυτό μας είναι κάτι το οποίο εμφανίζεται εκείνη την εποχή, ενώ μέχρι τότε δεν υπήρχε καθόλου αυτός ο προβληματισμός – η αντιδιαστολή φυσικού εαυτού και τεχνολογικοποιημένου εαυτού. Και το τρίτο στοιχείο είναι ότι η τεχνολογία είναι αποξενωτική, αποξενώνει το ανθρώπινο υποκείμενο από τα άλλα ανθρώπινα υποκείμενα, απομονώνει τον άνθρωπο και τον κάνει να μην αναγνωρίζει την ύπαρξη των άλλων υποκειμένων, τον εξατομικεύει σε τέτοιον βαθμό που καταλήγει να ενεργεί με τρόπο καταστροφικό για την κοινωνία και τον πολιτισμό.

Αν το καλοσκεφτείτε, αυτές είναι οι κριτικές οι οποίες αποτελούν τον πυρήνα της φιλοσοφίας της τεχνολογίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε στη διάρκεια του 20ού αιώνα και όλες αυτές οι ιδέες εμφανίστηκαν με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο, όπως ήδη είπα, στην πρώτη κρίση της νεωτερικότητας. Η πρώτη κρίση της νεωτερικότητας αρχίζει πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά εντείνεται μετά από αυτόν, γιατί ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος κάνει αυτά τα πράγματα να φαίνονται ακόμα πιο τρομακτικά. Ακόμα πιο αληθινά και ακόμα πιο τρομακτικά, επειδή η τεχνολογία δεν έχει υπαχθεί μόνο στον καπιταλισμό, αλλά και στις δυνάμεις ενός απόλυτα καταστροφικού πολέμου, του πιο καταστροφικού που έχει γνωρίσει μέχρι εκείνη την εποχή η ανθρωπότητα. Η πρώτη κρίση της νεωτερικότητας, λοιπόν, χαρακτηρίζεται από το στοιχείο, της «εκτός ελέγχου τεχνολογίας» και η κριτική που γίνεται από τη φιλοσοφία –από την οποία κριτική γεννιέται η φιλοσοφία της τεχνολογίας– είναι ότι επειδή ακριβώς η τεχνολογία έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, λειτουργεί καταστροφικά απέναντι στον ανθρώπινο πολιτισμό. Και σημειώνω εδώ ότι, φυσικά, έχει δίκιο η φιλοσοφία της τεχνολογίας, επειδή μιλάει για μια τεχνολογία η οποία έχει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που της δίνει η υπαγωγή της στον καπιταλισμό.

Άρα, εδώ ζούμε το διαζύγιο της σχέσης φιλοσοφίας και τεχνολογίας και το ζούμε με έναν δραματικό τρόπο, γιατί παράγεται ένας πληθωρικός και γοητευτικός, θα έλεγα, λόγος γύρω από αυτά τα ζητήματα, ο οποίος συνδυάζεται με μια σειρά από πολύ δύσκολες εμπειρίες που είχε η ανθρωπότητα από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το τρίτο και τελευταίο σημείο που θέλω να αναφέρω και που θα είναι αναγκαστικά το συντομότερο είναι ότι σήμερα το ζητούμενο είναι η φιλοσοφία και η τεχνολογία να ξαναβρούν τον κοινό βηματισμό τους. Και γιατί αυτό είναι αναγκαίο; Επειδή έχουμε επειγόντως ανάγκη από την παραγωγή νέων νοημάτων. Αυτό το οποίο εξαρχής χαρακτήριζε την σχέση της φιλοσοφίας με την τεχνική ήταν ότι μοιράζονταν ένα βασίλειο λόγου, εντός του οποίου παρήγαγαν νοήματα. Αυτά τα νοήματα μπορεί να αποτυπώνονταν σε λέξεις – να ήταν έννοιες· μπορεί να αποτυπώνονταν στην ύλη – να ήταν τεχνουργήματα. Αλλά ήταν νοήματα που έκαναν τον κόσμο βιώσιμο. Έκαναν τον κόσμο κατανοητό και ανθρώπινο. Αυτό το πράγμα χάθηκε στη διάρκεια του διαζυγίου και αυτό που ισχυρίζομαι τώρα είναι ότι έχουμε ανάγκη από την ανασύνθεση της σχέσης φιλοσοφίας-τεχνολογίας, διότι μπαίνουμε σε μια περίοδο που έχουμε απελπιστικά ανάγκη την παραγωγή νέων νοημάτων. Θα αναφέρω δύο μόνο όρους και νομίζω θα καταλάβετε σε τι αναφέρομαι. Ο ένας είναι η ψηφιακή συνθήκη και όλα αυτά που ανέφερε ο Ορέστης προηγουμένως, η γενική τεχνητή νοημοσύνη, οι μη ανθρώπινες οντότητες, το έξυπνο λογισμικό, τα ψηφιακά τεχνουργήματα. Πώς συμβιώνουμε σε αυτό το περιβάλλον; Ποιες είναι οι σχέσεις, ποιες είναι οι αξίες, ποιες είναι οι ιδέες που θα καθοδηγήσουν τον ανθρώπινο βίο σε αυτό το νέο πλαίσιο; Και ο άλλος όρος που θέλω να αναφέρω είναι η ανθρωπόκαινος. Εδώ, οι μη ανθρώπινες, μη έμβιες οντότητες μας αντιμιλάνε. Οντότητες, από τις οποίες είχαμε στερήσει την ικανότητα εμπρόθετης δράσης (agency), έχουν αρχίσει να μας αντιμιλάνε, να αντιμιλάνε σε ποιους, σ’ εμάς που είμαστε τα μοναδικά όντα σε αυτόν τον πλανήτη που διαθέτουν ικανότητα εμπρόθετης δράσης! Και αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι ο κόσμος είναι πιο περίπλοκος απ’ ό,τι νομίζαμε. Χρειαζόμαστε νέα εργαλεία, και όταν λέω νέα εργαλεία εννοώ όργανα και έννοιες, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε αυτόν τον κόσμο και να τον βιώσουμε με ολοκληρωμένο τρόπο. Που μπορεί και να μην είναι ανθρώπινος αυτός ο τρόπος, να είναι μετανθρώπινος. Άρα, έχουμε μεγάλη ανάγκη τη συμπόρευση, την εκ νέου συμπόρευση της φιλοσοφίας με την τεχνολογία, προκειμένου να μπούμε σε μια διαδικασία παραγωγής νέων νοημάτων.

Τα τρία πράγματα που κατά τη γνώμη μου μπορούν να γίνουν σε αυτή τη φάση που βρισκόμαστε είναι: Πρώτον, η φιλοσοφία και η τεχνολογία να υπερβούν την ανταγωνιστική σχέση που προκλήθηκε από την υπαγωγή της τεχνολογίας στον καπιταλισμό και να δημιουργήσουν ένα κοινό πεδίο συζήτησης. Και για να υπερβούν αυτή την ανταγωνιστική σχέση, πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε τα πράγματα που συμβαίνουν και που θα συμβούν με ανοιχτό μυαλό. Να πάψει να υψώνεται μπροστά μας ως απαγορευτικό τείχος η τεχνοφοβία, η οποία παραλύει τη σκέψη μας. Άρα, πρέπει να βρούμε τρόπους έντιμους και εγκάρδιους, ώστε η τεχνολογία και η φιλοσοφία να μπορέσουν να συνομιλήσουν. Νομίζω, και αυτή θα είναι και η μόνη μου αναφορά στο βιβλίο, ότι τα κείμενα που έχουμε περιλάβει στον τόμο είναι σε αυτή τη λογική. Δεν αναφέρονται καθόλου σε ψηφιακά ζητήματα ή στην ανθρωπόκαινο, αλλά είναι ακριβώς σε αυτή τη λογική της ανάκτησης μιας εγκάρδιας σχέσης μεταξύ των δύο πεδίων.

Το δεύτερο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι ότι πρέπει να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση μεταξύ φιλοσοφίας και τεχνολογίας. Θα καταλάβετε τι αφορά η έμφαση στη λέξη «σοβαρή» μόλις πω την επόμενη φράση. Η μόνη χρήση μέχρι σήμερα της φιλοσοφίας για την κατανόηση των τεχνολογικών εξελίξεων και μεταβάσεων που βιώνουμε είναι μέσω της ηθικής. Παντού ακούμε για ηθική: Ηθική για την τεχνητή νοημοσύνη, ηθική για τα ζώα, ηθική για το περιβάλλον… Λες κι όλες οι διαστάσεις του φιλοσοφικού λόγου έχουν απορροφηθεί από την ηθική. Δεν διαφωνώ με τη χρήση της ηθικής, αλλά θεωρώ ότι πρέπει να ενεργοποιηθούν και οι άλλες μεγάλες δυνάμεις της φιλοσοφίας, που είναι η οντολογία και η γνωσιολογία. Αναφέρω πολύ γρήγορα δύο παραδείγματα: Πώς μαθαίνει η τεχνητή νοημοσύνη; Και τι μαθαίνουμε για τους τρόπους μάθησης, παρακολουθώντας την τεχνητή νοημοσύνη; Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για τεράστια συζήτηση. Δεύτερον, τι είναι η πληροφορία και τι είναι το πληροφοριακό υπόβαθρο της ύπαρξης; Τι σημαίνει ότι μοιραζόμαστε τον κόσμο με άλλες μη ανθρώπινες οντότητες, οι οποίες συμμετέχουν στο κοινό πληροφοριακό υπόβαθρο της ύπαρξης; Μεγάλες συζητήσεις, αλλά πρέπει να τις ανοίξουμε και να μην καταναλωνόμαστε αποκλειστικά στην ηθική. Καλή η ηθική, μας χρειάζεται οπωσδήποτε, αλλά η αποκλειστική έμφαση στην ηθική οδηγεί σε μια στενή κανονιστική αντίληψη. Για να το πω διαφορετικά, χρειαζόμαστε την πλήρη ενεργοποίηση της φιλοσοφίας.

Και το τρίτο στοιχείο, με το οποίο θα κλείσω αυτή την παρουσίαση, είναι το εξής: Ναι, η φιλοσοφία και η τεχνολογία θα πρέπει να το πάρουν απόφαση ότι θα βαδίσουν σε έναν κοινό δρόμο, αλλά αυτός δεν θα είναι ο κοινός δρόμος του παρελθόντος. Θα είναι ένας νέος δρόμος και –άλλη μια αναφορά στο βιβλίο– θα είναι ο δρόμος της πολιτικής. Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με κείμενα του Langdon Winner. Ο Winner είναι από τους ανθρώπους που ξεκίνησαν την εμπειρική στροφή στη φιλοσοφία της τεχνολογίας με το περίφημο άρθρο του «Do artifacts have politics?» που δημοσιεύτηκε το 1980. Mε αυτό το κείμενο ξεκινάει και το βιβλίο. Kαι τελειώνει με το «Facing the Plague: Economic and Political Inequality», άρθρο του 2014, όπου ο Winner μιλάει ως πολιτικός επιστήμονας, χωρίς όμως να αποποιείται την ταυτότητα του φιλοσόφου της τεχνολογίας. Ο νέος κοινός δρόμος, τον οποίο θα βαδίσουν η φιλοσοφία και η τεχνολογία, είναι ο δρόμος της πολιτικής. Είναι ο δρόμος ενός οράματος που έρχεται από το μέλλον. Για να χρησιμοποιήσω μια τεχνολογική αναλογία, η συνεργασία μεταξύ τεχνολογίας και φιλοσοφίας δεν πρέπει να αποβλέπει σε έναν εξηγητικό, αλλά σε έναν κατασκευαστικό λόγο. Φιλοσοφία και τεχνολογία καλούνται να επεξεργαστούν από κοινού τις αρχές ενός σχεδίου για τον κόσμο που θέλουμε να χτίσουμε, για τον κόσμο που θέλουμε να φτιάξουμε με όλες αυτές τις δυνάμεις που έχουμε ενεργοποιήσει. Θα πρέπει να αποφασίσουμε, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι αν πρόκειται να αναπτυχθεί ένας γόνιμος διάλογος μεταξύ φιλοσοφίας και τεχνολογίας, αυτός θα έχει αναγκαστικά στη βάση του τη διάσταση του σχεδιασμού. Κι αυτή η διάσταση δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική. Δεν είναι βέβαιο ότι θα πετύχει, αλλά είναι το καλύτερο που έχουμε.

Σας ευχαριστώ!

Image credits: Athanasius Kircher, Mundus subterraneus, quo universae denique naturae divitiae, 1665 | Daragh Walsh Kennedy, Adrift in a sea of beings.

 

Επιστήμη και διακινδύνευση

ΤΟ 1986, Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ κοινωνιολόγος Ulrich Beck δημοσίευσε το εμβληματικό βιβλίο Κοινωνία της Διακινδύνευσης. Η βασική ιδέα γύρω από την οποία αναπτύσσεται η σκέψη του Beck ήταν ότι, σε αντίθεση με τις νεοτερικές κοινωνίες, οι οποίες ήταν προσανατολισμένες στην παραγωγή πλούτου, οι κοινωνίες του όψιμου καπιταλισμού είναι προσανατολισμένες στην παραγωγή διακινδυνεύσεων. Οι διακινδυνεύσεις αντιπροσωπεύουν κινδύνους οι οποίοι υπερβαίνουν την προσωπική ή τοπική κλίμακα και απειλούν ολόκληρα συστήματα ή την κοινωνία στο σύνολό της: Περιβαλλοντικές απειλές, κινδύνους από τη χρήση πυρηνικών, επιδημίες, αλλά και αποσάθρωση των κοινωνικών θεσμών της νεοτερικότητας εξαιτίας της ακραίας εξατομίκευσης.

Η μελέτη του Beck στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη δύο παραδόξων. Το πρώτο από αυτά αφορά το γεγονός ότι η εμφάνιση των διακινδυνεύσεων δεν είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας των τεχνοεπιστημονικών προγραμμάτων της νεοτερικότητας, αλλά της επιτυχίας τους. Η μόλυνση και η έκτη μαζική εξαφάνιση των ειδών δεν είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας της επιστήμης να εμποδίσει την επερχόμενη καταστροφή, αλλά της δυνατότητας της επιστήμης και της τεχνολογίας να υλοποιούν προγράμματα που υπερβαίνουν τις αντοχές του περιβάλλοντος στο οποίο είχε αναπτυχθεί μέχρι τότε η ανθρωπότητα, και του καπιταλιστικού συστήματος να νομιμοποιεί τις συνέπειες αυτών των προγραμμάτων ως το αναπόφευκτο «τίμημα της ανάπτυξης».

ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΚΟ, τα προβλήματα αυτά χρήζουν αντιμετώπισης. Ποιος είναι καταλληλότερος να αναλάβει αυτό το έργο, αν όχι η ίδια η επιστήμη; Κι αυτό είναι το δεύτερο παράδοξο: Τα προβλήματα που δημιουργούν η επιστήμη και η τεχνολογία τις υπερβαίνουν με την έννοια ότι αφορούν το σύνολο της κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί προσπαθούν να πείσουν ότι οι μοναδικοί που μπορούν να τα διαχειριστούν είναι οι ίδιοι. Οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι φορείς δεν δικαιούνται να εκφέρουν γνώμη (πέραν ίσως κάποιων περιορισμένων γνωμοδοτικών παρεμβάσεων), επειδή δεν διαθέτουν την απαιτούμενη «κατάρτιση». Και αυτό παρά το γεγονός ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των διακινδυνεύσεων του όψιμου καπιταλισμού συνίσταται ακριβώς στην ανάδυση δυναμικών που απειλούν εξίσου τη λειτουργία ανθρώπινων συνόλων, φυσικών συστημάτων και κοινωνικών θεσμών. Οι ειδικοί προσπαθούν να κρατήσουν τη διαχείριση των προβλημάτων που υπερβαίνουν την τεχνοεπιστήμη εντός της τεχνοεπιστήμης.

Τα παράδοξα αυτά παύουν να είναι παράδοξα, όμως, αν δούμε την επιστήμη ως πολιτικό θεσμό. Αν εγκαταλείψουμε, δηλαδή, την αφελή ιδέα περί αντικειμενικής και αμερόληπτης επιστήμης, που είναι ιδεαλιστικά ταγμένη στην εξυπηρέτηση του κοινού καλού, και τη δούμε ως ένα πεδίο δράσης, όπου οι δρώντες επωφελούνται από την πρόσβαση στη γνώση για να διευρύνουν και να νομιμοποιήσουν την κοινωνική επιρροή τους. Συνεπώς, αν η επιστήμη πρόκειται να συμβάλει στην αντιμετώπιση των διακινδυνεύσεων που την υπερβαίνουν, θα πρέπει να υπερβεί και η ίδια τον εαυτό της· να αναθεωρήσει τις δεσμεύσεις της στα εδραία συστήματα εξουσίας και να βρει τρόπους να κινηθεί πέρα από τα θετικιστικά στερεότυπα, στα οποία θεμελιώνει το παρωχημένο νεοτερικό πρότυπο λειτουργίας της.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 164, στις 14 Οκτωβρίου 2023.

Αναφορά
Ulrich Beck (2015). Κοινωνία της Διακινδύνευσης, μτφρ. Ηρακλής Οικονόμου, επιμ. Nικήτας Πατινιώτης. Αθήνα: Πεδίο.

Image Credit: Walter Tandy Murch, Carburetor, 1957.