Επί παντός

ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ 2020 έγραφα για την αλαζονεία των experts, που θεωρούν τον εαυτό τους ειδικό όχι μόνο στο επιστημονικό ή τεχνολογικό πεδίο που υπηρετούν, αλλά σε κάθε ζήτημα που απασχολεί την κοινωνία. Τότε το παράδειγμά μου ήταν το φιλοσοφικά αμφιλεγόμενο βιβλίο του απερχόμενου προέδρου της Δημοκρατίας Από την Επαλήθευση στην Επιλάθευση, καθώς και συγκεκριμένοι συνάδελφοί μου από το πανεπιστήμιο που παρουσιάζονται ως επαΐοντες σε όλα τα πιθανά θέματα επιστημονικής πολιτικής, από την πολεοδομία μέχρι τις βιοϊατρικές επιστήμες. Τόλμησα επίσης να υπαινιχθώ ότι αρκετοί από αυτούς τους συναδέλφους μου αντλούν την ειδημοσύνη τους από την εργασία αφανών υποψηφίων διδακτόρων οι οποίοι, μη διαθέτοντας κοινωνικό κύρος και αναγνωρισιμότητα, χάνονται στον συνωστισμό ονομάτων που συνοδεύουν τις επιστημονικές δημοσιεύσεις. Εν πάση περιπτώσει, αναφερόμουν στα κακώς κείμενα και τις μικροπολιτικές του πανεπιστημίου. Αλλά ήταν Μάρτιος.

Αυτό που ακολούθησε δεν μπορούσε να το φανταστεί κανείς. Η διαχείριση της πανδημίας COVID-19 (που είχε ήδη ξεσπάσει, αλλά οι συνέπειές της έγιναν εμφανείς στα καθ’ ημάς μετά τις ειδούς του Μαρτίου) αποτέλεσε το μεγαλύτερο πείραμα βιοπολιτικής στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και το πλαίσιο στο οποίο έλαμψαν οι experts. Η κοινωνία, κυριολεκτικά, παραδόθηκε στα χέρια των ειδημόνων, οι οποίοι ανέλαβαν να διαχειριστούν όλα τα ζητήματα, από τη διάγνωση και τη νοσηλεία των πασχόντων μέχρι τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, την αστική κινητικότητα, την εκπαίδευση και την οικονομία. Κάποιοι και κάποιες ίσως ισχυριστούν ότι δεν θα έπρεπε να μας ξενίζει η ηγεμονική παρουσία των ειδημόνων στη δημόσια σφαίρα, εφόσον επρόκειτο για έκτακτη συνθήκη. Ωστόσο, από πουθενά δεν συνάγεται ότι στις έκτακτες συνθήκες (που όλο και πληθαίνουν, τελευταία) οι δημοκρατικές διαδικασίες οφείλουν να παραχωρούν τη θέση τους στον άτεγκτο και μονοδιάστατο ορθολογισμό της επιστήμης. Το ζήτημα είναι άλλο, όμως. Οι ειδήμονες που ανέλαβαν de facto την καθοδήγηση της κοινωνίας ήταν, στην πλειονότητά τους, γιατροί. Γιατροί ήταν αυτοί που στελέχωναν τις συμβουλευτικές επιτροπές του κράτους, γιατροί ήταν αυτοί που έβγαιναν στα τηλεοπτικά παράθυρα και κούναγαν το δάχτυλο στον κόσμο, γιατροί ήταν αυτοί που έκαναν εκτίμηση κινδύνου στις διάφορες σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Δεν κλήθηκαν, για παράδειγμα, φυσικοί για να κάνουν εκτίμηση του κινδύνου μετάδοσης του ιού μέσω αερολυμάτων, ψυχολόγοι για να εκτιμήσουν τις πιθανές ψυχολογικές επιπτώσεις του εγκλεισμού, επιστήμονες της εκπαίδευσης για να βρουν τρόπους να συνεχιστεί η λειτουργία των εκπαιδευτικών θεσμών, κοινωνιολόγοι, επιτέλους, για να γνωμοδοτήσουν γι’ αυτό που ήταν πάνω απ’ όλα μια πρωτόγνωρη κοινωνική κρίση… Κλήθηκαν γιατροί, επιδημιολόγοι (αρκετοί από τους οποίους, ομολογουμένως, δεν ήταν γιατροί) και λίγοι χημικοί που έτυχε να ασχολούνται με ζητήματα δημόσιας υγείας. Και, όπως διαπιστώσαμε σε μια πρόσφατη έρευνα, αυτοί οι άνθρωποι πιέστηκαν να λειτουργήσουν ως ερασιτέχνες κοινωνικοί επιστήμονες – ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι και ανθρωπολόγοι (όπως θυμόμαστε από τις εξορμήσεις ιατρικών ομάδων σε δομές μεταναστών και σε καταυλισμούς Ρομά).

Αν εξαιρέσουμε τα άτομα για τα οποία η πανδημία λειτούργησε ως ευκαιρία για τα 15 λεπτά παγκόσμιας αναγνώρισης που είχε προβλέψει ο Andy Warhol, η πλειονότητα του υγειονομικού προσωπικού πιέστηκε από το κράτος να αναλάβει αυτό το ευρύ φάσμα ανοίκειων καθηκόντων. Ποια ήταν η λογική πίσω από αυτή την απαίτηση; Η απάντηση βρίσκεται στο παρελθόν και συγκεκριμένα στη διαδικασία συγκρότησης της σύγχρονης επιστήμης, η οποία έλαβε χώρα τον 19ο αιώνα. Έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα ότι το διάστημα μεταξύ 1830 και 1900 διαμορφώνεται σταδιακά η έννοια και η κοινωνική φιγούρα του επιστήμονα. Επιστήμονας είναι κάποιος όχι επειδή ασχολείται με ένα συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο, αλλά επειδή το κάνει με έναν συγκεκριμένο τρόπο: Με αμεροληψία και αντικειμενικότητα. Επιστήμονας είναι ο άνθρωπος που μπορεί να προσεγγίζει τη φυσική αλήθεια ανεπηρέαστος από συναισθήματα, αισθητικές προτιμήσεις και ηθικές αναστολές (επιστήμονες ήταν αυτοί που έκαναν τις ζωοτομές). Το αν η φυσική αλήθεια αφορά τους ζωντανούς οργανισμούς, το γήινο ανάγλυφο, τις τροχιές των ουρανίων σωμάτων ή την ανθρώπινη ευφυΐα είναι δευτερεύον. Το σημαντικό είναι ότι οι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτά τα ζητήματα είναι σε θέση να χρησιμοποιούν έναν μαθηματικό τρόπο σκέψης και να προβαίνουν στη μεθοδική εκτέλεση πειραμάτων, προκειμένου να αποκαλύπτουν την αντικειμενική δομή του κόσμου. Γι’ αυτό και πάγια απαίτηση του (λίγο μεταγενέστερου) λογικού θετικισμού ήταν η εφαρμογή του μεθοδολογικού μονισμού: Όλες οι επιστήμες οφείλουν να ακολουθούν την ίδια μέθοδο (τη μέθοδο των φυσικών επιστημών) προκειμένου να θεωρούνται επιστήμες.

Από αυτή την κουλτούρα αναδύεται και η φιγούρα του επιστήμονα ως ειδήμονα. Το να είναι κάποιος επιστήμονας, και δη επιστήμονας με μεγάλη εξειδίκευση στο πεδίο του (άρα, με μεγάλη μεθοδολογική εμβάθυνση και εμπειρία), τον καθιστά κατάλληλο να εκφέρει άποψη και σε κάθε άλλο επιστημονικό πεδίο. Αυτό που του λείπει είναι τα δεδομένα. Αν του δοθούν οι απαραίτητες πληροφορίες, ο expert σε ένα πεδίο μπορεί να γίνει expert και σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο ή, έστω, να συνομιλήσει ως ίσος προς ίσον με τους ανθρώπους που είναι ειδήμονες σε αυτό: Μία φορά ειδήμων, πάντα (και παντού) ειδήμων.

Δεν είναι παράξενο, επομένως, που το κράτος απαίτησε από τους λοιμωξιολόγους, τους πνευμονολόγους και τους αιματολόγους να λειτουργήσουν ως ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι και ψυχολόγοι. Ευθύνη του ίδιου του κράτους ήταν να εξασφαλίσει τις ροές πληροφορίας που θα εφοδίαζαν αυτούς του ειδήμονες με τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να φέρουν εις πέρας το ετερογενές έργο τους. Το γεγονός, μάλιστα, ότι συνδύαζαν την ιατρική ιδιότητα με εκείνες που απαιτούνταν για τη διαχείριση της κοινωνικής κρίσης έκανε το συγκεκριμένο μοντέλο ιδιαιτέρως ελκυστικό (και οικονομικό). Κι έτσι επήλθε η ιατρικοποίηση μιας από τις μεγαλύτερες κοινωνικές κρίσεις που γνώρισε η χώρα.

Το μοντέλο αυτό δεν εφαρμόστηκε μόνο στην Ελλάδα ούτε μόνο στην πανδημία. Αποτελεί ένα καθολικό πρότυπο. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτό το πρότυπο θεμελιώνεται σε μια αφελή θετικιστική αντίληψη, η οποία πηγάζει από τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε ο κοινωνικός ρόλος του επιστήμονα τον 19ο αιώνα. Παρά τη συχνή επίκληση της ανάγκης για διεπιστημονικότητα, η φιγούρα του ειδήμονα, που αντιπροσωπεύει περισσότερο έναν καθολικό τρόπο σκέψης παρά την εξειδικευμένη γνώση ενός συγκεκριμένου επιστημονικού ή τεχνολογικού πεδίου, παραμένει ελκυστική. Πολλές φορές, μάλιστα, η επίκληση της ανάγκης για διεπιστημονικότητα υπονοεί, ακριβώς, τη δυνατότητα των ειδημόνων να είναι ειδήμονες σε όλα. Όμως, οι κρίσεις με τις οποίες ερχόμαστε, πλέον, όλο και συχνότερα αντιμέτωποι είναι πρωτίστως κοινωνικές. Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα μιας συγκεκριμένης ομάδας ειδημόνων, αλλά ολόκληρης της κοινωνίας. Και αυτό, με τη σειρά του, καθιστά επιτακτική τη ανάγκη για επιστημολογική ταπεινότητα: Αν πρόκειται να διαχειριστούμε αποτελεσματικά και δημοκρατικά τις επερχόμενες κρίσεις, οι ειδήμονες οφείλουν αφενός να αναγνωρίσουν τους επιστημολογικούς και μεθοδολογικούς περιορισμούς των γνωστικών τους πεδίων και, αφετέρου, να αποδεχτούν το γεγονός ότι η πιθανολογούμενη ειδημοσύνη τους δεν προσδίδει στον πολιτικό τους λόγο μεγαλύτερο κύρος από τον λόγο των υπόλοιπων κοινωνικών υποκειμένων.

Image Credits: Henri Matisse, Femme au tabouret, 1914 | Umberto Boccioni, Head Against the Light, 1912

Τα θεμέλια της επιστήμης

ΕΓΡΑΦΑ ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα ότι η φύση είναι το μεγάλο τεχνούργημα. Αν απομονώσει κανείς αυτόν τον ισχυρισμό, θα μπορούσε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η φύση είναι μια «κοινωνική κατασκευή» – μια θεώρηση του κόσμου που προέκυψε ως πολιτισμικό επιφαινόμενο από ένα σύνολο κοινωνικών διεργασιών. Η γραμμή σκέψης που επιχειρεί να αναγάγει το φυσικό στο κοινωνικό είναι γνωστή στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες ως κοινωνική κατασκευασιοκρατία. Μολονότι σε πολλές περιπτώσεις η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα παραγωγική, η χρήση της για την κατανόηση των διεργασιών που οδήγησαν στη διαμόρφωση της φύσης μπορεί να οδηγήσει σε μια σοβαρή παρανόηση: Στην ιδέα ότι η κοινωνία προϋπήρχε της φύσης. Στην πραγματικότητα, αυτό που προσπάθησα να δείξω στο προηγούμενο σημείωμα είναι ότι η δημιουργία της φύσης ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς ιστορικών διεργασιών που σηματοδότησαν τη μετάβαση από έναν ενεργητικό και περιεκτικό κόσμο σε μια διχοτομία, η οποία τοποθετεί στον ένα της πόλο τον έλλογο και ενεργητικό άνθρωπο και στον άλλο την παθητική και διαθέσιμη φύση. Υπό αυτή την έννοια, η φύση και η κοινωνία αναδύονται ταυτόχρονα, είναι προϊόντα της ίδιας ιστορικής διαδικασίας και η μία αποτελεί το περιβάλλον της άλλης. Μάλιστα, επειδή η σχέση τους είναι ιεραρχική με κριτήριο το ποιος διαθέτει ικανότητα εμπρόθετης δράσης (agency) και ποιος όχι, ο ρόλος του αυτεξούσιου έλλογου όντος αποδίδεται στην κοινωνία, ενώ στη φύση αποδίδεται ο ρόλος της απρόσωπης και άλογης δύναμης.

Αυτό είναι και το πλαίσιο στο οποίο γεννιέται η σύγχρονη επιστήμη. Η επιστήμη είναι ο θεσμός που αναλαμβάνει να διατηρήσει την αναγκαία ένταση μεταξύ φύσης και κοινωνίας, ώστε να συνεχίσουν να υφίστανται ως διακριτές οντότητες. Για να το πετύχει αυτό κανονικοποιεί τη διάκριση φύσης-κοινωνίας και αναπτύσσει πρακτικές μέσω των οποίων επικυρώνεται η ιεραρχική σχέση που τις συνδέει. Για λόγους που δεν μπορούμε να εξετάσουμε εδώ, η εδραίωση αυτού του θεσμού δεν είναι εύκολη. Θα διαρκέσει από τον 17ο μέχρι τον 19ο αιώνα και σε αυτό το διάστημα η επιστημονική κοσμοθεώρηση θα γραφτεί και θα ξαναγραφτεί αρκετές φορές. Αλλά σε αυτό το διάστημα συγκροτείται, επίσης, το εννοιολογικό και μεθοδολογικό πλαίσιο που θα καταστήσει την επιστήμη κεντρικό πυλώνα της νεοτερικότητας. Το πλαίσιο αυτό θεμελιώνεται σε τρεις βασικές παραδοχές.

ΥΛΗ

Η πρώτη παραδοχή αφορά την παθητικοποίηση της ύλης. Μπορεί να ακούγεται παράξενο σήμερα, αλλά η ύλη δεν ήταν πάντοτε αυτή η αδρανής και ανενεργή ουσία που έχουμε συνηθίσει να διαχειριζόμαστε με τα μέσα που θέτει στη διάθεσή μας η επιστήμη. Στους περισσότερους προνεοτερικούς πολιτισμούς (και σε αρκετούς σύγχρονούς μας) οι οντότητες του φυσικού κόσμου διαθέτουν ικανότητα εμπρόθετης δράσης και ένα πρόγραμμα ζωής που τους επιτρέπει να χαράσσουν τη δική τους διαδρομή στον κόσμο. Στην Ιστορία της Επιστήμης μιλάμε για την αντικατάσταση του «αναγεννησιακού ανιμισμού» από τη μηχανοκρατία, από την αντίληψη δηλαδή ότι ο κόσμος αποτελείται από συναρμογές αδρανούς ύλης, οι οποίες λειτουργούν σαν μηχανικά αυτόματα. Πριν την έλευση της μηχανοκρατίας, όμως, τα άτομα που ασχολούνταν με τον έλεγχο των φυσικών δυνάμεων, ήξεραν ότι οι φυσικές οντότητες δεν παραδίδονται παθητικά στις προθέσεις των ανθρώπων. Αντιθέτως, οι άνθρωποι ήταν μέρος ενός έμβιου και ενεργητικού κόσμου, όπου για να πετύχουν τους σκοπούς τους έπρεπε να συνδιαλλαγούν ενεργητικά με τις βουλήσεις και τα προγράμματα ζωής ενός πλήθους μη ανθρώπινων δρώντων. Για αιώνες, η μεγάλη επιδίωξη της ανθρώπινης γνώσης ήταν να αποκρυπτογραφήσει τις προθέσεις των μη ανθρώπινων δρώντων και να διαμορφώσει μια γλώσσα μέσω της οποίας θα μπορούσε να συνομιλήσει με αυτούς.

Αυτός ήταν ο κόσμος της μαγείας. Η τέχνη του ελέγχου των φυσικών δυνάμεων σε έναν πυκνοκατοικημένο κόσμο που έσφυζε από ζωή ήταν το αντικείμενο των φυσικών μάγων, των αλχημιστών, των αστρολόγων και των θεραπευτών. Η εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης ήρθε να κλονίσει τη συγκεκριμένη αντίληψη και να απονομιμοποιήσει τις πρακτικές που θεμελιώνονταν σε αυτή. Η μηχανοκρατία μετέτρεψε τον κόσμο σε ένα σύνολο από άβουλες οντότητες, οι οποίες ελέγχονται μηχανικά από τους νόμους που έχει θέσει ο Δημιουργός. Ο άνθρωπος, λόγω της προνομιακής θέσης που κατέχει στην τάξη των πραγμάτων, είναι σε θέση να γνωρίσει αυτούς τους νόμους και, μέσω της γνώσης του, να θέσει την ύλη στην υπηρεσία του. Η μετάβαση από τον ανιμισμό στη μηχανοκρατία σηματοδοτεί και τη μετάβαση από τη μαγεία στην επιστήμη· από έναν κόσμο όπου η ενεργητικότητα των μη ανθρώπινων οντοτήτων λαμβάνεται υπόψη για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος σε έναν κόσμο όπου το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται μέσω της ψυχρής χειραγώγησης της ύλης και των νόμων που διέπουν τις αλληλεπιδράσεις των φυσικών σωμάτων.

Και, φυσικά, αυτή η μετάβαση συνοδεύεται και από μια διαδικασία μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Οι άνθρωποι που συνομιλούσαν με την ύλη και τις μη ανθρώπινες οντότητες απαξιώνονται και δυσφημίζονται ως μυστικιστές, αποκρυφιστές και όργανα σκοτεινών δυνάμεων. Ο Robert Boyle θα απαρνηθεί την αλχημεία και θα μετατραπεί σε «αξιοπρεπή» πειραματιστή, ενώ ο Νεύτων θα ενσωματώσει προσεκτικά τις αλχημιστικές του πεποιθήσεις στο επίμετρο της Οπτικής του υπό τη μορφή θεωρητικών στοχασμών. Κάθε αναφορά σε «απόκρυφες ποιότητες» απεμπολείται από τον λόγο της νέας φυσικής φιλοσοφίας. Παρά ταύτα, η γνώση που κατείχαν όλες αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων δεν εξαϋλώνεται. Απορροφάται από τους φυσικούς φιλοσόφους και μετατρέπεται σε «έγκυρη» γνώση, θεμελιωμένη στον λόγο και την εμπειρία. Οι φορείς της γνώσης δεν είναι πλέον άτομα από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα που κατέχουν την τέχνη της διαπραγμάτευσης με την ενεργητική και ευμετάβλητη ύλη, αλλά εκπρόσωποι της ανερχόμενης αστικής τάξης, που χρησιμοποιούν τη φυσική γνώση για να εξουσιάσουν την άβουλη και παθητική ύλη. Αυτή η μεταφορά κοινωνικού κύρους είναι και το πλαίσιο στο οποίο πραγματοποιείται η δαιμονοποίηση της μαγείας: Το κυνήγι των μαγισσών, δηλαδή η φυσική εξάλειψη των εκπροσώπων της προνεοτερικής φυσικής γνώσης που αφομοιώνεται και εξορθολογίζεται από τη μηχανοκρατία, είναι η άλλη όψη της Επιστημονικής Επανάστασης.

ΠΕΙΡΑΜΑ

Η δεύτερη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι η ιδέα ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο με τη βοήθεια του πειράματος. Το πείραμα είναι η ελεγχόμενη δοκιμασία της φύσης, η οποία έχει στόχο να μας αποκαλύψει όψεις και διαδικασίες, οι οποίες είναι απροσπέλαστες από την απλή παρατήρηση. Επί αιώνες οι άνθρωποι προσπαθούσαν να κατανοήσουν τις κρυμμένες πλευρές της φύσης μέσω του συνδυασμού δύο μεθόδων: της παρατήρησης και του συλλογισμού. Η παρατήρηση είχε στόχο να συλλάβει την αυθόρμητη έκφραση της φύσης και ο συλλογισμός να παρουσιάσει έναν εύλογο τρόπο σύνδεσης των «πρώτων», μεταφυσικών αρχών με τα παρατηρούμενα αποτελέσματα. Το πείραμα είναι μια πολύ πιο αυστηρή διαδικασία. Δεν αρκείται στην παρατήρηση της αυθόρμητης έκφρασης της φύσης, αλλά την καθηλώνει στο εργαστήριο και της υποβάλλει ερωτήσεις. Και, όπως γίνεται πάντα στη διαδικασία της ανάκρισης, προκειμένου να την υποχρεώσει να αποκαλύψει τα μυστικά της, την αποκόπτει από όλο το εύρος των επιλογών μέσω των οποίων αυτή εκφράζει την αυτενέργειά της και την περιορίζει σε μια μονοδιάστατη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Υπό αυτή την έννοια, ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ερώτημα καθορίζει και το είδος της απάντησης: Η φύση καλείται να επιβεβαιώσει ότι είναι μονοδιάστατη, ντετερμινιστική και μηχανιστική. Αυτή ήταν εξαρχής και η αντίρρηση όσων αντιτάχθηκαν στην πειραματική μελέτη της φύσης: Η φύση δεν πρόκειται να μας αποκαλύψει τις κρυμμένες αλήθειες της με τη βία. Κι αν φανεί ότι το κάνει, οι απαντήσεις που θα μας δώσει θα είναι, στην πραγματικότητα, παραπλανητικές.

Για πολλούς φυσικούς φιλοσόφους της πρώιμης νεοτερικότητας, επομένως, το πείραμα ήταν μια αναξιόπιστη μέθοδος μελέτης της φύσης. Ένας επιπλέον λόγος γι’ αυτό ήταν ότι κατά την πειραματική διαδικασία χρησιμοποιούνταν τεχνουργήματα, κατασκευές και διατάξεις που δεν είχαν καμία «φυσικότητα» οι ίδιες, δεν είχαν δηλαδή καμιά σχέση με όσα υπάρχουν και συμβαίνουν πραγματικά στη φύση. Άρα, με ποιον τρόπο αυτή η επιστημολογικά ανεπαρκής, χειροτεχνική και σχεδόν παιγνιώδης διαδικασία αντικατέστησε την ασφαλή και επί αιώνες δοκιμασμένη σύνθεση παρατήρησης και συλλογισμού;

Ένας παράγοντας που συνέβαλε στη νομιμοποίηση της πειραματικής διαδικασίας ήταν η σύνδεσή της με το Επιχείρημα του Σχεδιασμού. Όπως έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα, το Επιχείρημα του Σχεδιασμού απορρέει από την πεποίθηση ότι ο τρόπος με τον οποίο σκέφτηκε ο Θεός για να δημιουργήσει τον κόσμο είναι αδιαπέραστος από την πεπερασμένη ανθρώπινη νόηση: Ο Θεός έπραξε σύμφωνα με την απολύτως ελεύθερη, απεριόριστη και ανεξιχνίαστη βούλησή του. Άρα, αν θέλουμε να συλλάβουμε, έστω μερικώς, τη σοφία, τη δύναμη και την πρόνοια με την οποία έδρασε ο Δημιουργός, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μελετήσουμε το ίδιο το δημιούργημά του. Όμως, η απλή παρατήρηση δεν αρκεί, γιατί για να συλλάβουμε το μεγαλείο της Δημιουργίας πρέπει να φέρουμε στο φως τους κρυμμένους μηχανισμούς με τους οποίους εφοδίασε το σύμπαν ο «μεγάλος ωρολογοποιός». Έτσι, από πολύ νωρίς, το πείραμα τίθεται στην υπηρεσία του Επιχειρήματος του Σχεδιασμού. Η εμπειρική μελέτη του κόσμου αποκαλύπτει τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίο έδρασε ο Θεός, χωρίς να υποβιβάζει τη διάνοιά του στο ανθρώπινο επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο από αυτή την άποψη ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι πειραματικές επιδείξεις, πέρα από την καθαυτό ευρετική τους λειτουργία, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά για την ενίσχυση της πίστης των λαϊκών ακροατηρίων και την επιβεβαίωση της θεολογικής αποστολής της νέας φυσικής φιλοσοφίας.

Ο δεύτερος παράγοντας που συνέβαλε στη νομιμοποίηση της πειραματικής διαδικασίας είναι ταξικός. Όταν ο Robert Boyle πραγματοποιούσε τα πειράματά του για να κατανοήσει τη συμπεριφορά της ύλης κάτω από διάφορες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας, η πειραματική διαδικασία τελούσε ακόμα υπό αμφισβήτηση. Έτσι, ο ιρλανδός πειραματιστής κατέφυγε σε ένα σύνολο στρατηγικών που θεωρούσε ότι θα προσδώσουν αξιοπιστία στα πειραματικά του ευρήματα. Ο κοινός παρονομαστής αυτών των στρατηγικών συνοψίζεται στη λέξη «μαρτυρία». Δεν προσπάθησε να δείξει ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα επειδή το πείραμα αποτελεί έγκυρη μέθοδο μελέτης της φύσης, αλλά το αντίθετο, ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα και γι’ αυτό το πείραμα αποτελεί έγκυρη μέθοδο μελέτης της φύσης. Και για να πείσει ότι τα πειραματικά του ευρήματα είναι αξιόπιστα επιστρατεύει τη μαρτυρία αξιόπιστων πολιτών. Παρόντες στις πειραματικές επιτελέσεις του Boyle είναι gentlemen, οι οποίοι, με το κύρος που τους προσδίδει η ταξική τους θέση, επιβεβαιώνουν την ακρίβεια των αναφερόμενων στις δημοσιευμένες πειραματικές αναφορές του. Ο Boyle έχει μείνει στην Ιστορία της Επιστήμης ως ένας σχολαστικός πειραματιστής, ο οποίος συνέβαλε στην κατανόηση των ιδιοτήτων της ύλης. Η σημαντικότερη συμβολή του, όμως, έχει να κάνει με την επιστημολογική νομιμοποίηση της ίδιας της πειραματικής διαδικασίας. Επιστρατεύοντας μια ευφυή κοινωνική στρατηγική, συνέδεσε την αξιοπιστία του πειράματος με την αξιοπιστία της ανερχόμενης αστικής τάξης. Και αυτό κατέστησε το πείραμα έναν από τους πυλώνες της νεοτερικής επιστήμης.

Είπαμε παραπάνω ότι η δεύτερη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο με τη βοήθεια του πειράματος. Τώρα μπορούμε να δούμε ότι η παραδοχή αυτή, όπως συνέβη και στην περίπτωση της παθητικοποίησης της ύλης, θεμελιώθηκε μέσω μιας διαδικασίας μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για τη μεταφορά κοινωνικού κύρους από ένα πρότυπο γνώσης σε ένα άλλο, αλλά από ένα πλαίσιο εδραιωμένης κοινωνικής εξουσίας σε έναν τρόπο μελέτης της φύσης. Το πείραμα ποτέ δεν απέδειξε με αδιαμφισβήτητο τρόπο την γνωσιολογική του υπεροχή έναντι του συνδυασμού παρατήρησης και μεταφυσικού συλλογισμού. Συνδέθηκε, όμως, με το κύρος της χριστιανικής θρησκείας, η οποία στράφηκε στην εμπειρική μελέτη της φύσης για να ανιχνεύσει το Σχέδιο της Δημιουργίας, και με το κύρος της ανερχόμενης αστικής τάξης, η οποία είδε σε αυτό έναν χρήσιμο τρόπο δημιουργίας συναινέσεων μεταξύ ομοτίμων.

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ

Η τρίτη παραδοχή που σηματοδοτεί την εδραίωση της νεοτερικής επιστήμης είναι η πεποίθηση ότι η γλώσσα της επιστήμης είναι τα μαθηματικά. Όλα τα βιβλία Ιστορίας της Επιστήμης επαναλαμβάνουν τη φράση του Γαλιλαίου ότι «η φιλοσοφία είναι γραμμένη στο βιβλίο της φύσης στη γλώσσα των μαθηματικών». Ωστόσο, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ότι από την Αρχαιότητα τα μαθηματικά και οι μαθηματικοί ήταν τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Οι μαθηματικοί ήταν οι χειρώνακτες της σκέψης και το έργο τους, που περιοριζόταν σε μετρήσεις και υπολογισμούς, δεν θεωρούνταν ισότιμο με τα διανοητικά επιτεύγματα των φιλοσόφων. Ακόμα χειρότερα, η εξέλιξη της γλώσσας των μαθηματικών δεν τα έφερνε πλησιέστερα στον κόσμο της εκλεπτυσμένης γνώσης, αλλά στον κόσμο της φαντασίας και του παιχνιδιού. Ακόμα και τον 18ο αιώνα, όταν πλέον το έργο του Νεύτωνα (Οι Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας) έχει κερδίσει ευρεία αναγνώριση, ακούγονται φωνές από τον χώρο της φιλοσοφίας που διαμαρτύρονται για τη θεμελίωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας σε τόσο επισφαλή θεμέλια. Το επιχείρημα είναι απλό και στέρεο: Τα μαθηματικά, στην καλύτερη περίπτωση, μπορούν να αναπαραστήσουν σχέσεις· αδυνατούν, όμως, να συλλάβουν τις αιτίες των φαινομένων. Τα μαθηματικά περιγράφουν, δεν εξηγούν. Άρα, η γνώση που μας προσφέρουν είναι ατελής και, για να ολοκληρωθεί, χρειάζεται την υποστήριξη του μεταφυσικού συλλογισμού, ο οποίος οδηγεί στις αιτίες των φαινομένων.

Πώς κατάφεραν, λοιπόν, τα μαθηματικά να αναγνωριστούν ως η κατεξοχήν γλώσσα της σύγχρονης επιστήμης; Όταν ο Κοπέρνικος έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου με το οποίο εισήγαγε το ηλιοκεντρικό σύστημα πως ό,τι είναι μαθηματικά ορθό είναι και φυσικά αληθές, έκανε μια τεράστια υπέρβαση, η οποία προκάλεσε την αντίδραση της Καθολικής Εκκλησίας και πολλών σχολαστικών φιλοσόφων που είδαν τη θέση τους στην ιεραρχία της γνώσης να υπονομεύεται. Παρ’ όλα αυτά, εγκαινίασε τη μετάβαση σε ένα νέο πρότυπο φυσικής γνώσης, το οποίο νομιμοποιήθηκε, και πάλι, μέσω μιας διαδικασίας μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Η σταδιοδρομία του Γαλιλαίου αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας. Μαθηματικός και υποστηρικτής του ηλιοκεντρικού συστήματος ο ίδιος, επιχειρεί να εισαγάγει μια νέα φυσική, η οποία βασίζεται στη μαθηματική θεώρηση της φύσης. Τα φυσικά φαινόμενα, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, υπακούν σε νόμους οι οποίοι έχουν μαθηματική μορφή και συγκροτούν τον πυρήνα της πραγματικότητας, ανεξάρτητα από τους ενδεχομενικούς παράγοντες που επηρεάζουν κατά περίπτωση την έκφρασή τους. Η προσπάθεια του Γαλιλαίου δεν θα είχε καλύτερη τύχη από την προσπάθεια του Κοπέρνικου. Όμως, ο Γαλιλαίος είχε καλύτερη στρατηγική: Εκμεταλλευόμενος τα δίκτυα πατρωνίας της εποχής του, καταλήγει στην αυλή των Μεδίκων με τον τίτλο του «πρώτου μαθηματικού και φιλόσοφου». Αυτό που επιτυγχάνει είναι συμβολικό, αλλά έχει μεγάλη σημασία: Φέρνει τα μαθηματικά στο ίδιο επίπεδο με τη φιλοσοφία ή, για να το πούμε διαφορετικά, προσδίδει στα μαθηματικά το ίδιο επιστημολογικό κύρος με τη φιλοσοφία. Τα μαθηματικά έχουν δικαίωμα να αποφαίνονται για την ουσία της πραγματικότητας, όπως έκανε μέχρι τότε κατ’ αποκλειστικότητα η φιλοσοφία.

Από τον Γαλιλαίο μέχρι τον Νεύτωνα και κατόπιν μέχρι τη φυσική φιλοσοφία του 18ου αιώνα, τα μαθηματικά καταλαμβάνουν όλο και πιο κεντρική θέση στο νέο πρότυπο φυσικής γνώσης. Αυτό δεν συμβαίνει, όμως, επειδή με κάποιον αδιάβλητο τρόπο απέδειξαν τη γνωσιολογική τους υπεροχή. Συμβαίνει επειδή οι ίδιοι οι μαθηματικοί κερδίζουν κοινωνική αναγνώριση και γίνονται δεκτοί (όχι χωρίς δυσκολίες, φυσικά) στον κόσμο της φιλοσοφίας. Αυτή την αναγνώριση, όμως, δεν την κερδίζουν από τους φιλοσόφους, αλλά από τους ηγεμόνες που τους φιλοξενούν στις αυλές τους (αυτή είναι η περίπτωση του Kepler και του Γαλιλαίου) ή τους υποστηρίζουν οικονομικά για να μπορέσουν να φέρουν εις πέρας το έργο τους (αυτή είναι η περίπτωση πολλών Γάλλων μαθηματικών και φυσικών φιλοσόφων του 18ου αιώνα). Οι ηγεμόνες –είτε πρόκειται για φιλόδοξους τοπικούς άρχοντες, είτε για τον βασιλιά της Γαλλίας, είτε για τον Φρειδερίκο της Πρωσίας και την Αικατερίνη Β’ της Ρωσίας– περιβάλλουν με το κοινωνικό τους κύρος τους μαθηματικούς, οι οποίοι, από την πλευρά τους, φροντίζουν να τους δείχνουν ότι το έργο τους είναι χρήσιμο για την στήριξη και την επέκταση της επιρροής τους. Μέσω αυτής της συναλλαγής, η οποία οδηγεί στην κοινωνική αναβάθμιση των μαθηματικών [ανθρώπων] επέρχεται και η επιστημολογική αναβάθμιση των μαθηματικών [γνωστικού πεδίου].

Όμως, τα μαθηματικά έχουν βεβαρυμμένο παρελθόν. Όσο αποτελεσματικά κι αν περιγράφουν τις κανονικότητες που διέπουν τα φυσικά φαινόμενα, αδυνατούν να φτάσουν στις αιτίες που τα προκαλούν· αδυνατούν, δηλαδή, να τα εξηγήσουν. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη επιστημολογική μετατόπιση στην οποία θεμελιώνεται η νεοτερική επιστήμη. Λόγω του κοινωνικού κύρους που έχουν αποκτήσει τα μαθηματικά, η νέα φυσική φιλοσοφία ενσωματώνει την πεποίθηση ότι η φυσική γνώση ισοδυναμεί με τη μαθηματική περιγραφή της πραγματικότητας. Έτσι, παραιτείται οριστικά από την αναζήτηση των αιτίων και υιοθετεί ένα νέο πρότυπο γνώσης που αρκείται στην εύρεση των φυσικών νόμων.

***

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ είναι ο θεσμός που αναλαμβάνει να επικυρώσει τη διάκριση φύσης-κοινωνίας και να θεμελιώσει τις πρακτικές που αποτυπώνουν τη μεταξύ τους ιεραρχική σχέση. Οι παραδοχές που συγκροτούν το γνωσιολογικό υπόβαθρο της νεοτερικής επιστήμης είναι τρεις:

  • Η ύλη είναι παθητική και αδρανής
  • Ο καταλληλότερος τρόπος για να γνωρίσουμε τη φύση είναι το πείραμα
  • Η γλώσσα της επιστήμης είναι τα μαθηματικά

Καμία από αυτές τις παραδοχές δεν είναι αυταπόδεικτη. Και καμία δεν απέδειξε με αδιαμφισβήτητο τρόπο τη γνωσιολογική της υπεροχή έναντι των παραδοχών που στήριζαν την προνεοτερική φυσική γνώση. Η νομιμοποίηση αυτών των παραδοχών και, κατ’ επέκταση, η θεμελίωση της νεοτερικής επιστήμης έγινε με διαδικασίες μεταφοράς κοινωνικού κύρους. Στην περίπτωση της παθητικοποίησης της ύλης, οι άνθρωποι που κατείχαν την τέχνη της διαπραγμάτευσης με μια ενεργητική και ευμετάβλητη ύλη παραχώρησαν τη θέση τους στους εκπροσώπους της ανερχόμενης αστικής τάξης, οι οποίοι είδαν στη νέα φυσική φιλοσοφία το μέσο που θα τους επέτρεπε να εξουσιάσουν μια άβουλη και παθητική ύλη. Στην περίπτωση του πειράματος, μια γνωσιολογικά έωλη διαδικασία, η οποία φέρει στον πυρήνα της τη βία του κατακτητικού αστικού βλέμματος, κερδίζει τη νομιμοποίησή της αντλώντας κοινωνικό κύρος αφενός από το θεολογικό υπόβαθρο της φυσικής φιλοσοφίας και, αφετέρου, από τη δικαιοπρακτική αξιοπιστία των εκπροσώπων της αστικής τάξης. Στην περίπτωση των μαθηματικών, μια φιλοσοφικά ανεπαρκής μορφή αναπαράστασης της φυσικής πραγματικότητας εδραιώνεται στον πυρήνα της νέας φυσικής φιλοσοφίας χάρη στην αναβαθμισμένη κοινωνική θέση που καταλαμβάνουν οι μαθηματικοί στα δίκτυα πατρωνίας της πρώιμης νεοτερικότητας.

Η επιστήμη αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της νεοτερικότητας. Η εδραίωσή της υποτίθεται ότι σηματοδοτεί την απομάγευση του κόσμου, τη μετάβαση, δηλαδή, από μια παραισθητική αντίληψη της πραγματικότητας σε μια στέρεη φυσική γνώση που θεμελιώνεται στον λόγο και την εμπειρία. Αν δούμε, όμως, την ανάδυση της επιστήμης ως ένα γνωσιολογικό εγχείρημα που υποστηρίζεται από διαδικασίες μεταφοράς κοινωνικού κύρους, τότε η γνωσιολογική της εγκυρότητα μένει έκθετη: Οι παραδοχές στις οποίες θεμελιώνεται μπορεί να είναι έγκυρες μπορεί και όχι· τίποτα δεν έχει αποδειχθεί οριστικά και πέραν πάσης αμφιβολίας, όμως. Συνεπώς, στην τρέχουσα μορφή της η επιστήμη δεν αποτυπώνει τη φυσική τάξη των πραγμάτων, αλλά την τάξη του λόγου μέσω του οποίου ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Άγνοια

ΣΚΕΦΘΕΙΤΕ: Τι δεν γνωρίζετε; Πολλά, είναι η αυθόρμητη απάντηση. Μια λίγο πιο στοχαστική απάντηση θα ήταν ότι αυτά που δεν γνωρίζουμε είναι απείρως περισσότερα από όσα γνωρίζουμε. Ο κόσμος της ανθρώπινης γνώσης είναι απέραντος κι ο καθένας από εμάς έχει πρόσβαση σε ένα απειροελάχιστο μέρος του. Αν σε αυτό προσθέσουμε το γεγονός ότι η ίδια η ανθρώπινη γνώση έχει πρόσβαση σε ένα απειροελάχιστο τμήμα της φυσικής πραγματικότητας, τότε ο καθένας από εμάς γνωρίζει ελάχιστα των ελαχίστων. Ζούμε σε έναν περιορισμένο και επισφαλή κόσμο γνώσης περικυκλωμένο από έναν ωκεανό άγνοιας.

Όμως, σκεφθείτε καλύτερα: Σίγουρα υπάρχουν πράγματα που δεν τα γνωρίζετε; Μπορεί να υπάρχουν πράγματα που δεν γνωρίζουμε την ύπαρξή τους, ή των οποίων δεν μας έχει απασχολήσει ποτέ η σύσταση ή η λειτουργία. Όμως, μόλις ακούσουμε τη λέξη, αμέσως στο μυαλό μας σχηματίζεται μια εικόνα γι’ αυτά. Δεν έχει σημασία αν είναι σωστή ή λάθος, αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή είναι απολύτως επινοημένη. Το πιθανότερο, μάλιστα, είναι αυτό που σκεφτόμαστε να μην έχει την παραμικρή σχέση με το πώς πραγματικά είναι αυτό στο οποίο αναφέρεται. Πώς λειτουργεί το νευρικό σύστημα; Τι μορφή έχει η μούχλα; Τι υπάρχει στον τρίτο γαλαξία αριστερά; Τι σημαίνει gavagai; Για όλα προκύπτει αυθόρμητα μια εικόνα, ένα νόημα, ένας μηχανισμός. Δεν μπορούμε να το εμποδίσουμε – είναι μια φυσιολογική λειτουργία του ανθρώπινου μυαλού, που αρνείται να παραδεχτεί ότι περιβάλλεται από έναν κόσμο χωρίς νόημα.

Υπό αυτή την έννοια, δεν υπάρχει κάτι για το οποίο δεν γνωρίζω τίποτα. Γνωρίζω τα πάντα. Στηριζόμενος σε μια αθεμελίωτη αρχή  ομοιομορφίας, χρησιμοποιώ το οικείο για να σχηματίσω πεποιθήσεις για το ανοίκειο. Ακόμα κι έτσι, βέβαια, η διάκριση ανάμεσα σε έγκυρη γνώση και πεποίθηση είναι σαφής. Γνωρίζω πραγματικά όταν ξέρω γιατί έχω μια συγκεκριμένη πεποίθηση για τον κόσμο και πώς την απέκτησα – όταν «γνωρίζω αιτιολογημένα», για να θυμηθούμε τον πλατωνικό Θεαίτητο. Γνώση και πεποίθηση, όμως, ανήκουν στο ίδιο είδος, με αποτέλεσμα και οι δυο μαζί να συγκροτούν μια συνεχή επικράτεια, ένα αδιάσπαστο γνωστικό plenum. Τι σημαίνει μαθαίνω στο πλαίσιο αυτής της ενιαίας γνωστικής περιοχής;

Αντίθετα από ό,τι συνήθως πιστεύουμε, η γνώση ποτέ δεν έρχεται να καλύψει ένα γνωστικό κενό. Επειδή απλούστατα δεν υπάρχει κανένα τέτοιο κενό. Η γνώση δεν είναι έλευση, προσθήκη ή φωτισμός· είναι  μετασχηματισμός. Είναι πάντα η τροποποίηση μιας πεποίθησης που ήδη έχουμε για τον κόσμο. Γι’ αυτό η γνώση δεν στηρίζεται μόνο στην πειστικότητα των επιχειρημάτων ή στην προφάνεια των εμπειρικών αποδείξεων που αφορούν το αντικείμενό της, αλλά και στον μετασχηματισμό του υποκειμένου της. Για να μάθω πρέπει να απελευθερωθώ από την καθησυχαστική βεβαιότητα του οικείου, να αναστοχαστώ κριτικά αυτό που θεωρώ δεδομένο και να διακρίνω τις ρωγμές από τις οποίες αναδύεται η δυνατότητα μιας διαφορετικής διευθέτησης της πραγματικότητας. Μαθαίνω σημαίνει ξεμαθαίνω.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 155, στις 28 Απριλίου 2023.

Image Credit: Joseph Wright of Derby, The Alchemist Discovering Phosphorus, 1795.