Αντικείμενα

ΤΙ ΘΑ ΔΕΙ ένας εκ γενετής τυφλός τη στιγμή που θα αποκτήσει για πρώτη φορά την αίσθηση της όρασης; Η απάντηση δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο θα περίμενε κανείς: τον κόσμο, τα πράγματα, τους ανθρώπους! Και το ίδιο το ερώτημα είναι πολύ πιο παλιό απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Πρωτοδιατυπώθηκε, με τη μορφή νοητικού πειράματος, από τον William Molyneux και συζητήθηκε από τον John Locke ήδη από τον 17ο αιώνα. Και συνεχίζει, βέβαια, να απασχολεί τις βιοεπιστήμες, την ψυχολογία και τη φιλοσοφία μέχρι τις μέρες μας. Με τη διαφορά ότι τώρα το νοητικό πείραμα έχει γίνει, πλέον, πραγματικό πείραμα, κυρίως χάρη στις επιτυχημένες επεμβάσεις αφαίρεσης του συγγενούς καταρράκτη.

Ένα άτομο που θα αποκτήσει για πρώτη φορά όραση πιθανότατα θα κατακλυστεί από χρώματα, από μια πλημμύρα εντυπώσεων που θα παραλύσουν όλες τις αισθήσεις του. Ο κόσμος πονάει! Δεν θα είναι σε θέση να αναγνωρίζει αντικείμενα, αποστάσεις, όρια. Ο κόσμος είναι ενιαίος! Δεν θα μπορεί να διακρίνει την κίνηση από την ποιοτική μεταβολή των αντικειμένων στον βαθμό που και οι δύο εκδηλώνονται ως χρωματικές ροές. Ο κόσμος είναι ρευστός! Το πρώην τυφλό άτομο πρέπει να μάθει να βλέπει. Όπως όλοι μας, εξάλλου, από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, η όραση δεν αρκεί για να μας πληροφορήσει για το πώς έχει ο κόσμος.

Πολλοί σύγχρονοι φιλόσοφοι, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας κι η καθεμιά, θα ισχυριστούν ότι η όραση προϋποθέτει τη γλώσσα. Η γλώσσα δεν ταξινομεί απλώς αυτό που αντιλαμβάνεται η όραση. Κάνει πολύ περισσότερα: Δίνει τη δυνατότητα στην όραση να λειτουργήσει χαράσσοντας όρια ανάμεσα στα αντικείμενα και οργανώνοντας τον κόσμο βάσει των σχέσεων ομοιότητας. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τον κόσμο εκτός, αλλά και την ασίγαστη βουή των δεδομένων που κατακλύζουν την ανθρώπινη μνήμη σαν ένας αδιαφοροποίητος ωκεανός πληροφορίας.

Αυτό σημαίνει ότι το βλέμμα γνωρίζει πριν δει; Ασφαλώς όχι. Σημαίνει όμως ότι το να βλέπουμε είναι μια διαδικασία μέσω της οποίας οικειοποιούμαστε ενεργητικά τον κόσμο – είναι μια πράξη. Τα αντικείμενα είναι «εγχειρήματα οριοθέτησης», έγραφε η Donna Haraway. Δεν προϋπάρχουν της οπτικής (και της αισθητηριακής, εν γένει) οικειοποίησής τους. Εμφανίζονται στα σημεία που διασταυρώνονται δύο ροές δεδομένων. Η μία ροή αφορά την ασύγχρονη μεταβλητότητα του κόσμου· η άλλη τη βιολογικά και κοινωνικά συγχρονισμένη μεταβλητότητα του ανθρώπινου υποκειμένου, που αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως εξωτερικότητα. Τα αντικείμενα που αναδύονται σε αυτές τις διασταυρώσεις συγκροτούν τον κόσμο για το συγκεκριμένο υποκείμενο, τον ανθρώπινο κόσμο δηλαδή. Μόνο που «οι άνθρωποι» δεν αποτελούν μια ενιαία κατηγορία. Υπάρχουν φυλές, φύλα, τάξεις και κάθε είδους κοινωνικές και πολιτισμικές διακρίσεις. Βλέπουν άραγε όλοι οι άνθρωποι τα ίδια αντικείμενα και με τον ίδιο τρόπο; Κατοικούμε όλοι στον ίδιο κόσμο;

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 62, στις 20 Απριλίου 2019.