Διακριτότητα

Ακολουθει τεχνικο κειμενο· δειξτε υπομονη.


ΕΝΑ ΒΑΣΙΚΟ χαρακτηριστικό της ψηφιακότητας είναι η διακριτότητα. Στη θεωρία των δυναμικών συστημάτων, η εξέλιξη ενός συστήματος διέπεται από έναν κανόνα, ο οποίος με τη βοήθεια ενός μικρού αριθμού παραμέτρων περιγράφει την τροχιά του συστήματος στον χώρο των φάσεων, δηλαδή τις διαδοχικές θέσεις που καταλαμβάνει το σύστημα, με την πάροδο του χρόνου, στον χώρο όλων των πιθανών καταστάσεών του. Αυτό σημαίνει ότι αν γνωρίζουμε τον κανόνα (ας πούμε τη σχέση όγκου, πίεσης και θερμοκρασίας) και τις αρχικές συνθήκες του συστήματος, είναι θεωρητικά δυνατό, επιλύοντας τη σχετική διαφορική εξίσωση («ολοκληρώνοντας»), να βρούμε όλες τις μελλοντικές καταστάσεις του συστήματος. Τα διακριτά δυναμικά συστήματα είναι μια ειδική κατηγορία δυναμικών συστημάτων. Αποτελούνται από ψηφίδες που παραμένουν διακριτές και η κατάσταση του συστήματος κάθε χρονική στιγμή αναπαρίσταται από τη μορφή και τη διάταξη (configuration) όλων των ψηφίδων του. Οι κανόνες που διέπουν την εξέλιξη ενός διακριτού δυναμικού συστήματος ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο κάθε ψηφίδα θα περάσει στην επόμενη ακέραια κατάστασή της· η μετάβαση όλων των ψηφίδων στην επόμενη ακέραια κατάστασή τους ορίζει τη νέα κατάσταση του συστήματος. Η χρονική αλληλουχία, στην περίπτωση των διακριτών συστημάτων, έχει τη μορφή του συνόλου των ακέραιων αριθμών (1, 2, 3, …), γι’ αυτό και τα συγκεκριμένα συστήματα εξελίσσονται με ασυνεχή τρόπο. Μιλώντας για ψηφιακότητα, το μυαλό μας πάει, φυσικά, στη μηχανή Turing. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια ολόκληρη οικογένεια τέτοιων συστημάτων που είναι γνωστά ως «κυτταρικά αυτόματα». Το πιο γνωστό από αυτά είναι «Το παιγνίδι της ζωής» του Conway, το οποίο μάλιστα έχει αποδειχθεί ότι είναι ισοδύναμο με καθολική μηχανή Turing.

ΜΑΘΗΜΑ Πληροφορικής; Όχι, εργαλείο για την κατανόηση του παρόντος. Πώς αλλάζει την κοινωνία το social distancing; Τι σημαίνει ότι επιστρέφουμε στην κανονικότητα, αλλά κρατάμε αποστάσεις μεταξύ μας, ότι φράζουμε τα στόματά μας για να μην ανακατωθούν οι ανάσες μας, ότι εγκαταλείπουμε οριστικά τη χειραψία ως έκφραση κοινωνικής αβρότητας, ότι ξεχνάμε τις αγκαλιές και τα φιλιά ως έκφραση εγκαρδιότητας; Τι σημαίνει ότι αντικαθιστούμε τη μετάδοση του συναισθήματος μέσω της σωματικής επαφής με την ανταλλαγή σημάτων από απόσταση;

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η συνέχεια του κοινωνικού σώματος αντικαθίσταται από τη διακριτότητα. Στη νέα συνθήκη, τα άτομα αποτελούν αυτόνομες ψηφίδες που μπορούν να είναι ή να μην είναι, να έχουν ή να μην έχουν, να αλλάζουν ή να παραμένουν ίδια, να κινδυνεύουν ή να είναι ασφαλή – το καθένα για τον εαυτό του, χωρίς καμία σύνδεση με τα υπόλοιπα άτομα και, εν τέλει, ούτε με τον εαυτό του. Κοινωνία, σε αυτή την περίπτωση, είναι η μήτρα που συντίθεται κάθε στιγμή από τις επιμέρους καταστάσεις αυτών των αυτόνομων ψηφίδων. Το social distancing συνεπάγεται την ψηφιοποίηση της κοινωνίας. Ποιος και με ποιους όρους επέλεξε αυτή την κρίσιμη μετάβαση; Ο ιός;

image credit: Henry Moore, Seated figures, λιθογραφια.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 90, στις 11 Ιουλίου 2020.

Φόβος

Φιλοσοφία και φύση
Όταν ο θηρευτής κυνηγά τη λεία του, τι αισθάνεται η λεία; Η απάντηση είναι προφανής: Αισθάνεται ότι κινδυνεύει η ζωή της και κάνει ότι μπορεί για να μη συλληφθεί από το ζώο που την επιβουλεύεται: κρύβεται, μεταμφιέζεται, τρέχει, υποκρίνεται ότι είναι ήδη νεκρή… Ενεργεί, με άλλα λόγια, όπως της υπαγορεύει αυτό που ονομάζουμε «ένστικτο της επιβίωσης». Αυτή η απολύτως τετριμμένη περιγραφή, ωστόσο, κρύβει ορισμένες παραδοχές που είναι ιδιαίτερα συζητήσιμες. Αν η λεία – ο λαγός, η κατσαρίδα, η πέστροφα– τρέχει για να σώσει τη ζωή της, αυτό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ότι γνωρίζει πως έχει ζωή. Επίσης, ότι γνωρίζει πως αυτό που την απειλεί είναι το τέλος της ζωής. Άρα γνωρίζει και τι είναι τέλος – το μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα της βίας που θα ασκηθεί επάνω της. Επίσης, γνωρίζει ότι αυτό είναι κακό ή, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν είναι επιθυμητό. Άρα, είναι σε θέση να κάνει επιλογές για τη ζωή της με βάση το τι είναι επιθυμητό και τι όχι. Μπορούμε να πάμε ακόμα βαθύτερα, αν θέλουμε. Η λεία έχει αίσθηση της ατομικότητάς της: Γνωρίζει ότι είναι κάτι διαφορετικό από τον θηρευτή και ότι το συμφέρον της συνίσταται στην ενεργητική διατήρηση αυτής της διαφορετικότητας και όχι στην παραίτηση και την υποταγή της στις ανάγκες του θηρευτή.

Είναι μάλλον απίθανο να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω. Όχι επειδή τα ζώα και τα φυτά είναι κατώτερες μορφές ζωής (τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται πολύ περισσότερο χρόνο από εμάς στον πλανήτη κι αυτό θα πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα προσεκτικούς στη διατύπωση τέτοιων ισχυρισμών), αλλά επειδή είναι πολύ ανθρωπομορφικά για να είναι αληθινά. Στο κάτω κάτω, δεν περιστρέφεται όλος ο κόσμος γύρω από τις αξίες και τις νοητικές παραστάσεις του είδους στο οποίο τυχαίνει να ανήκουμε! Θα πρέπει να συμβαίνει κάτι άλλο, πιο στοιχειώδες. Αυτό που προσπαθεί να αποφύγει η λεία είναι ο πόνος. Γνωρίζει ότι όταν θα νιώσει τα δόντια του θηρευτή να σκίζουν τις σάρκες της ή το βάρος του σώματός του να τη συνθλίβει ή την παρατεταμένη επιθανάτια αγωνία της ασφυξίας να στραγγίζει τη ζωτική της δύναμη θα υποστεί ένα εφιαλτικό μαρτύριο. Πώς το γνωρίζει, όμως, αυτό αφού δεν το έχει υποστεί στο παρελθόν; Η απάντηση είναι απλή: Επαγωγικά. Γνωρίζοντας τι είναι ο πόνος και έχοντας μια αδρή έστω εικόνα της κλίμακας του πόνου, μπορεί να συμπεράνει ότι αυτό που την απειλεί είναι η κορύφωση ενός δυσάρεστου αισθήματος. Άρα, η λεία είναι ικανή για επαγωγικό συλλογισμό και μάλιστα με ποσοτικά χαρακτηριστικά, εφόσον η φρενήρης προσπάθειά της να αποφύγει τον θηρευτή δείχνει ότι προβάλλει στο μέλλον μια τιμή ανώτερη από αυτές που έχει γνωρίσει στο παρελθόν. Ομολογώ ότι δεν είμαι πεισμένος σε τέτοιο βαθμό για την οικουμενικότητα του επαγωγικού συλλογισμού ώστε να δεχτώ αβασάνιστα τη συγκεκριμένη εξήγηση. Στο κάτω κάτω, αν ίσχυε κάτι τέτοιο ίσως θα έπρεπε να βάλουμε τον Hume να συζητήσει με μια πέστροφα για να του εξηγήσει πώς να χειριστεί το πρόβλημα της επαγωγής.

Continue reading

Resilience

ΣΕ ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΘΡΟ, που δημοσιεύτηκε το 1973, ο C. S. Holling εισήγαγε στη θεωρητική και εμπειρική βιολογία την έννοια του resilience. Αμετάφραστη λέξη στα ελληνικά, θα την αποδίδαμε κατά προσέγγιση ως «προσαρμοστική ανθεκτικότητα». Η ιδέα είναι ότι η σταθερότητα των ζωντανών συστημάτων πρέπει να γίνεται κατανοητή με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι η σταθερότητα των μηχανικών συστημάτων. Αν αυτό που μελετάμε, γράφει ο Holling, είναι μια συσκευή που έχει σχεδιαστεί για να εκτελεί συγκεκριμένες εργασίες σε ένα καθορισμένο πλαίσιο προβλέψιμων εξωτερικών συνθηκών, τότε αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η σταθερή επίδοση της μηχανής και η άμεση διόρθωση των αποκλίσεών της από την προβλεπόμενη συμπεριφορά. Συνεπώς, η προσέγγιση που θα υιοθετηθεί θα πρέπει να είναι ποσοτική και οι παράμετροι που θα πρέπει να ελέγχονται είναι το πλάτος και η συχνότητα των ταλαντώσεων του συστήματος. Αν όμως έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα, η συμπεριφορά του οποίου επηρεάζεται καθοριστικά από τους εξωτερικούς παράγοντες, τότε η σταθερότητα της επίδοσής του παύει να έχει κεντρική σημασία. Η κρίσιμη παράμετρος, σε αυτή την περίπτωση, είναι οι μηχανισμοί χάρη στους οποίους το σύστημα κατορθώνει να διατηρήσει τη συνοχή του σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Συνεπώς, το θεωρητικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τα ποσοτικά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του συστήματος και από τη μετρήσιμη επίδοση στην ίδια τη δυνατότητα της ύπαρξης.

Η πρώτη προσέγγιση, η μηχανική, έλκει την καταγωγή της από την κλασική φυσική. Η δεύτερη, η οργανιστική, από τις ανθρωπιστικές επιστήμες και από τον Ρομαντισμό. Η συμβολή του ίδιου του Holling συνίσταται στην ανάπτυξη μιας συνθετικής μεθοδολογίας που χρησιμοποιεί τη θεωρία συστημάτων για να μελετήσει τη ζωντανά συστήματα με όρους προσαρμοστικής ανθεκτικότητας. Τα μοντέλα διαχείρισης που προκύπτουν από καθεμιά από τις παραπάνω προσεγγίσεις είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Το μοντέλο που προτάσσει τη σταθερότητα της επίδοσης «δίνει έμφαση στην ισορροπία, στη διατήρηση ενός προβλέψιμου κόσμου και στη δυνατότητα συγκέντρωσης φυσικών πόρων με όσο το δυνατόν λιγότερες διακυμάνσεις». Το μοντέλο που εστιάζει στην προσαρμοστική ανθεκτικότητα, αντίθετα, δίνει έμφαση στη διατήρηση και την προαγωγή της ετερογένειας, ώστε να παραμείνουν διαθέσιμες όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές για το σύστημα. Επίσης, επιδιώκει την δημιουργική σύζευξη του συστήματος με το περιβάλλον του και όχι την αυστηρή οριοθέτηση και τον έλεγχο.

Η θεώρηση της προσαρμοστικής ανθεκτικότητας δεν αποβλέπει τόσο στη συγκέντρωση επαρκούς γνώσης, όσο στην αναγνώριση και στη διαχείριση της άγνοιάς μας, γράφει ο Holling. Δεν στηρίζεται στην ελπίδα ότι τα μελλοντικά γεγονότα μπορούν να προβλεφθούν, αλλά στη βεβαιότητα ότι είναι εκ φύσεως απρόβλεπτα. Ως εκ τούτου, σηματοδοτεί μια ριζική αλλαγή προοπτικής, «καθώς δεν απαιτεί ακριβή ικανότητα πρόβλεψης του μέλλοντος, αλλά μόνο την ποιοτική ικανότητα επινόησης συστημάτων που θα μπορούν να απορροφήσουν και να ενσωματώσουν τα μελλοντικά συμβάντα, όσο απρόβλεπτα κι αν είναι αυτά».

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 88, στις 13 Ιουνίου 2020.

Αναφορές
C. S. Holling (1973). Resilience and Stability of Ecological Systems. Annual Review of Ecology and Systematics 4(1): 1-23.