Γυμνή ζωή

ΟΤΑΝ ΠΡΩΤΟΕΦΤΑΣΕ στον πλανήτη ήταν όλο χαρά. Ήταν ο πρώτος γήινος που θα ερχόταν σε επαφή με τους ανθρωπόμορφους κατοίκους ενός πλανήτη εκτός ηλιακού συστήματος. Η ατμόσφαιρα ήταν εξαιρετική, πράγμα που σήμαινε ότι θα μπορούσε να κυκλοφορήσει χωρίς σκάφανδρο. Ευτυχώς, είχε φέρει μερικές αλλαξιές ρούχα τα οποία, όπως διαπίστωσε, δεν διέφεραν ιδιαίτερα από τα ενδυματολογικά πρότυπα του πλανήτη. Το αντηλιακό θα του χρειαζόταν σίγουρα γιατί η ένταση της ηλιακής ακτινοβολίας ήταν ιδιαίτερα υψηλή, αν και για κάποιο περίεργο λόγο η θερμοκρασία κυμαινόταν όλες τις εποχές μεταξύ 26 και 30ο C. Καλά έκανε κι έφερε καλοκαιρινά, σκέφτηκε.

Η φύση και το δομημένο περιβάλλον τού δημιουργούσαν, επίσης, μια αίσθηση οικειότητας. Κάτι γνώριμο που απλώς είχε καιρό να το επισκεφτεί. Δρόμοι και κτίσματα τακτοποιημένα με ορθολογικό τρόπο εν γένει, αν και όσο ήταν σε τροχιά είχε δει και περιοχές που έμοιαζαν με τερατώδη ριζώματα μανγκρόβιας. Στην πόλη που προσγειώθηκε μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει τα συγκροτήματα κατοικιών, τους χώρους εργασίας, τους χώρους διασκέδασης και τα συγκροτήματα φύλαξης (φυλακές ή σχολεία, άραγε;). Υπήρχαν, επίσης, συγκοινωνιακές υποδομές – υπέργεια τραίνα, χρωματιστά οχήματα γεμάτα κόσμο που κινούνταν πάνω-κάτω στους δρόμους και πτητικές συσκευές που κάθε τόσο διέσχιζαν με θόρυβο τον «αέρα».

… τον «αέρα», σκέφτηκε. Ώρα να βγει από την κάψουλα, να προσπαθήσει να προσεγγίσει τα όντα που κατοικούν στον πλανήτη. Η επικοινωνία θα ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Σίγουρα θα είχαν κάποια γλώσσα, αλλά θα μπορούσαν αν βρουν κάποιον κώδικα επικοινωνίας μαζί του; Και η νοηματική σε τέτοιες περιπτώσεις –σε τόσο απομακρυσμένους πολιτισμούς– δεν βοηθάει. Έπρεπε να ξεκινήσει την προσπάθεια.

Παραξενεύτηκε όταν συνειδητοποίησε ότι είχε ήδη περπατήσει πολλές ώρες στους δρόμους, αλλά δεν είχε καταφέρει να έρθει σε επαφή με κανένα από τα πλάσματα του πλανήτη. Πρέπει να είχε δει μερικές εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες από αυτά. Άντρες και γυναίκες – ήταν σίγουρος γι’ αυτό, υπήρχαν τα ίδια φύλα και ανάλογα ενδυματολογικά και συμπεριφορικά πρότυπα με τη Γη. Ωστόσο, δεν είχε καταφέρει να πλησιάσει κανέναν και καμία. Ήταν σαν να τους χώριζε μια λεία, διαφανής επιφάνεια που του επέτρεπε να αντιλαμβάνεται την παρουσία τους, αλλά τον κράταγε έξω από τη ζωή τους. Τους έβλεπε να γελούν, να συνομιλούν, να αγκαλιάζονται, αλλά εκείνος βρισκόταν μονίμως στην άλλη πλευρά του κόσμου τους. Περπάτησε χιλιόμετρα, μπήκε και βγήκε σε κτήρια, έτρεξε λαχανιασμένος μέχρι τα όρια της πόλης και πέρα από αυτά, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να διαπεράσει το αόρατο πέτασμα. Ώσπου εξουθενωμένος κατάλαβε: Ο πλανήτης ήταν μια ταινία Moebius, μια ταινία όπου όσο κι αν κινούνταν θα βρισκόταν πάντοτε στην ίδια πλευρά. Το διαπλανητικό ταξίδι του τον είχε φέρει σε μια δίδυμη Γη όπου οι επισκέπτες ήταν καταδικασμένοι να μένουν για πάντα στην έρημη πλευρά της ζωής τους.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 103, στις 13 Φεβρουαρίου 2021.

IMAGE CREDIT: Franz Wilhelm Seiwert, Χωρίς τίτλο, 1922

Σκοτάδι

Η ΕΛΕΥΣΗ κάθε καινούργιας μέρας πλημμυρίζει τον κόσμο με φως. Ηλιόλουστη ή συννεφιασμένη, ζεστή ή κρύα, πολύβουη ή σιωπηλή, κάθε μέρα μάς επιστρέφει αυτό που μας στέρησε η αναχώρηση της προηγούμενης: Έναν κατακλυσμό από φωτεινές ακτίνες που αντανακλώνται σε όλες τις επιφάνειες χαρίζοντας χρώμα και ευκρίνεια στα πράγματα. Το φως μειώνει τον φόβο και τη μοναξιά. Διευκολύνει την επικοινωνία, δημιουργεί την αίσθηση της ασφάλειας και ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα.

Υπάρχει σκοτάδι μέσα στο φως, όμως. Η ευφορία της φωταύγειας δεν μας αφήνει να το σκεφτούμε, αλλά μεγάλο μέρος του κόσμου παραμένει στο σκοτάδι ακόμα και στη μέση της μέρας. Το άλλο μισό της Γης, θα πείτε. Η μέρα ποτέ δεν λάμπει πάνω σε όλο τον κόσμο ταυτόχρονα – το φως και το σκοτάδι συνυπάρχουν συμπληρωματικά, το γιν και το γιανγκ. Όμως, δεν πρόκειται γι’ αυτό. Πρόκειται για τη νύχτα μέσα στη μέρα, για το σκοτάδι που κατοικεί μέσα στο φως. Για ό,τι παραμένει κλειστό και καλυμμένο ενώ το περίβλημά του λούζεται στις ακτίνες του Ήλιου.

Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των πραγμάτων παραμένει διαρκώς στο σκοτάδι, ανεξάρτητα από τον κύκλο της μέρας και της νύχτας. Τα όμορφα τακτοποιημένα τρόφιμα δεν είναι το πολύχρωμο υπερθέαμα που ατενίζουμε ικανοποιημένοι όταν ανοίγουμε το ψυγείο μας, αλλά οι άψυχες μορφές που περνούν τον περισσότερο χρόνο τους στο σκοτεινό, σιωπηλό και κρύο εσωτερικό μιας μηχανής συντήρησης. Οι σελίδες δισεκατομμυρίων βιβλίων δεν εκπέμπουν κανένα μήνυμα όσο αυτά παραμένουν κλειστά· είναι άψυχοι όγκοι τυπωμένου χαρτιού που περνούν τον χρόνο τους προσδοκώντας ένα βλέμμα να τις ζωογονήσει μέσω μιας στιγμιαίας πράξης επικοινωνίας. Στο εσωτερικό των μηχανών συνωστίζονται άπειροι μικροσκοπικοί μηχανικοί εργάτες, οι οποίοι δουλεύουν ακατάπαυστα κάθιδροι, όπως οι αόρατοι σκλάβοι στα κάτεργα των πλοίων που κινούσαν τον κόσμο χωρίς ποτέ να φανερώνονται για να μη διαρρήξουν το περίβλημα της αστικής ευπρέπειας.

Το σκοτάδι είναι παντού και διαρκώς. Το κουβαλάμε πάνω μας. Το σώμα μας ζει στο σκοτάδι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Τυλιγμένο σε υφάσματα για να προστατευτεί από τα στοιχεία της φύσης, αλλά κυρίως από το βλέμμα των άλλων, αφήνει να φανούν μόνο τα μέλη που δικαιούνται να συμμετάσχουν σε καθωσπρέπει επικοινωνιακές ανταλλαγές με τα αντίστοιχα μέλη των άλλων σωμάτων. Συσκευασμένο σε κομψά (ή casual) περιτυλίγματα που αναλαμβάνουν να συμβολίσουν και να μεταβιβάσουν τις πληροφορίες που το ίδιο αδυνατεί να εκφράσει, περιορίζει όλη την επικοινωνιακή εκφραστικότητά του στο κεφάλι. Ολόκληρο το σώμα ζει στο σκοτάδι διοχετεύοντας το μεγαλύτερο μέρος της εκφραστικότητας στα μάτια και στο στόμα. Μέχρι πρόσφατα. Γιατί τώρα ντύσαμε με σκοτάδι και το χαμόγελό μας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 99, στις 19 Δεκεμβρίου 2020.

Σκέψεις

ΠΟΥ ΠΑΝΕ οι σκέψεις όταν δεν τις σκεπτόμαστε; Θα πείτε ότι πρόκειται για ρητορικό ερώτημα. Ή, ακόμα χειρότερα, για ένα από εκείνα τα ερωτήματα που μπορούν να διατυπωθούν επειδή το επιτρέπει η γλώσσα, αλλά που δεν έχουν κανένα πραγματικό νόημα – μια από τις κατάρες της φιλοσοφίας, κατά τον Wittgenstein και άλλους. Ωστόσο, σκεφτείτε: Χρησιμοποιούμε εκφράσεις στη γλώσσα μας που δηλώνουν ότι οι σκέψεις είναι κάτι, ότι είναι πράγματα. Λέμε: Πέρασε μια σκέψη από το μυαλό μου· έκανα μια σκέψη· με κατακλύζουν σκέψεις. Επίσης, τις αριθμούμε: Λίγες σκέψεις, μερικές σκέψεις, πολλές σκέψεις. Και, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα γλωσσικά ήθη, τις μοιραζόμαστε: «Θα μοιραστώ μερικές σκέψεις μαζί σας».

Ίσως πρόκειται για τρόπους του λέγειν, που έχουν εδραιωθεί στη γλώσσα, όπως συμβαίνει και με άλλες μεταφορικές αναφορές στη φυσική πραγματικότητα: Το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θερμική χωρητικότητα, το κρύο που μπαίνει από το ανοικτό παράθυρο. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν πρόκειται για μεταφορές. Στην ιστορία της φιλοσοφίας, το συγκεκριμένο ερώτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικού στοχασμού. Στη φιλοσοφία του Σπινόζα, ο ανθρώπινος νους μπορεί να γνωρίσει δύο από τα άπειρα κατηγορήματα της υπόστασης κι αυτά είναι η σκέψη και η έκταση. Αν στην έκταση υπάρχουν αντικείμενα, στη σκέψη υπάρχουν ιδέες – νοητικά αντικείμενα που είναι ένας από τους δυνατούς τρόπους ύπαρξης των πραγμάτων.

Ανθρωπολογικά μιλώντας είναι ακόμα πιο δύσκολο να συλλάβουμε τη σκέψη. Σκεφτείτε: Η σκέψη είναι μια φωνή που ακούγεται μέσα στο κεφάλι μας. Χρησιμοποιεί λέξεις και παράγει δομημένο λόγο. Και, το σπουδαιότερο, μιλάει τη γλώσσα μας. Μάλιστα, αν αφομοιωθούμε σε ένα νέο γλωσσικό περιβάλλον, η σκέψη μας θα αρχίσει σιγά-σιγά να υιοθετεί τη νέα γλώσσα. Γιατί άραγε; Από ποιους περιμένει να ακουστεί και να γίνει κατανοητή; Μήπως σκοπεύει να βγει από το κεφάλι μας και να απευθυνθεί, χωρίς τη δική μας μεσολάβηση, στις σκέψεις των συνομιλητών μας;

Ίσως τελικά όλα αυτά δείχνουν ότι η σκέψη έχει όντως μια εξωτερικότητα ως προς το υποκείμενο που σκέπτεται. Θεωρούμε αυτονόητο ότι οι σκέψεις πηγάζουν από «μέσα μας». Μήπως, όμως, η έδρα της σκέψης δεν ταυτίζεται με το σκεπτόμενο υποκείμενο, αλλά με κάτι ευρύτερο – μια επικράτεια που η σπινοζική αυστηρότητα αντιλήφθηκε ως ένα από τα κατηγορήματα της υπόστασης; Μήπως η σκέψη δεν είναι κάτι που κάνουμε, αλλά μια διαδικασία στην οποία συμμετέχουμε – η έκφραση της πραγματικότητας διαμέσου του εκάστοτε σκεπτόμενου υποκειμένου;

Θα μου πείτε, γιατί να τα σκεφτόμαστε όλα αυτά, τώρα; Επειδή είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που φτιάχνουμε μηχανές που σκέφτονται. Και αφελώς πιστεύουμε ότι θα σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόμαστε κι εμείς. Ενώ ακόμα δεν έχουμε καταλάβει τι είναι σκέψη.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 97, στις 21 Νοεμβρίου 2020.