Long Covid

ΑΝΤΙΓΡΑΦΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ του Υπουργείου Υγείας της 26.7.2021: «Όσον αφορά τους αντιεμβολιαστές […] δεν είναι θέμα Ελευθερίας, ούτε Δημοκρατίας, ούτε η ελεύθερη έκφραση της άποψης οποιουδήποτε. Κάποιος ο οποίος είναι υγειονομικός είναι επιστήμονας. Είναι υποχρεωμένος, με βάση την ιατρική δεοντολογία και με βάση της νομοθεσία της Ελληνικής Δημοκρατίας, αλλά και σε οποιαδήποτε ευνομούμενη χώρα του κόσμου, να ακολουθεί διάφορους κανόνες. […] Η διαφορετική άποψη σε ένα επιστημονικό πεδίο που δεν είναι ούτε πολιτικό, δεν έχει κανένα έρεισμα, κανένα δημοκρατικό δικαίωμα ή ελευθερία έκφρασης. Είναι υποχρέωση του συνταγμένου οργάνου της Πολιτείας, είτε είναι Δημόσια Διοίκηση, είτε είναι Ιατρικοί Σύλλογοι να περιθωριοποιήσουν και να τιμωρήσουν τους γιατρούς.» Τάδε έφη Μάριος Θεμιστοκλέους, Γραμματέας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Σοβαρά, λοιπόν, στην επιστήμη δεν χωρούν διαφορετικές απόψεις! Υπάρχει μια εδραιωμένη αντίληψη για το πώς έχουν τα πράγματα, την οποία περιφρουρούν οι επιστημονικοί θεσμοί και τα όργανα της Πολιτείας και όποιος/α αποκλίνει από αυτή πρέπει να παταχθεί. Όλοι ξεφουρνίζουμε βλακείες στον προφορικό λόγο, σε συνεντεύξεις, στην προσπάθειά μας να απαντήσουμε δύσκολες ερωτήσεις κ.λπ. Εδώ, όμως, δεν πρόκειται περί αυτού. Πρόκειται για «συστημική» αντίληψη, η οποία έχει εκφραστεί κατ’ επανάληψη στο παρελθόν από τους διάφορους γιατρούς που λυμαίνονται τον τηλεοπτικό χρόνο παίζοντας τις Κασσάνδρες και διαπαιδαγωγώντας το κοινό στην «ορθή» επιστημονική πρακτική. Εξάλλου, όπως εύγλωττα σημειώνει ο Ιατρικός Σύλλογος Λάρισας, «ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η [αντιεμβολιάστρια] γιατρός [που κατηγορείται για παράβαση του κώδικα ιατρικής δεοντολογίας] εξέφρασε μια “άποψη”, αυτή έχει ξεχωριστή σημασία καθώς δύναται να επηρεάσει πολίτες “οι οποίοι δεν είναι υψηλού μορφωτικού επιπέδου” και δεν έχουν δυνατότητα να φιλτράρουν τον μεγάλο όγκο πληροφοριών που δέχονται καθημερινά στα ψηφιακά μέσα» (Καθημερινή 3.8.2021). Η επιστήμη απέναντι στους ιθαγενείς: Καλύτερα να μην τους μπερδεύουμε με πολλές πληροφορίες γιατί θα πάθουν σύγχυση!

Είναι σαφές ότι το πρόβλημα με τις απόψεις των ανθρώπων που αμφισβητούν την αναγκαιότητα χορήγησης των εμβολίων είναι περίπλοκο. Είναι, όμως, περίπλοκο γιατί κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να διακρίνει τους διαφορετικούς λόγους για τους οποίους διαφορετικές ομάδες ανθρώπων αντιδρούν στον εμβολιασμό. Είναι όλοι ψεκασμένοι· και όσοι δεν είναι, καλά θα κάνουν να μην δημοσιοποιούν τις διαφωνίες τους, γιατί η επιστήμη πρέπει να παρουσιάζεται στους αμύητους με ενιαίο πρόσωπο – το πρόσωπο της αδιαμφισβήτητης αλήθειας και αυθεντίας.

Αυτή η πανδημία θα μας αφήσει πολλά κουσούρια. Ένα από αυτά –όχι το μικρότερο– είναι μια σακατεμένη επιστήμη, ανίκανη να επωφεληθεί από τις επιστημονικές διαμάχες και τον οργανωμένο σκεπτικισμό που αποτέλεσαν το έμβλημά της από τα χρόνια της Επιστημονικής Επανάστασης. Η επιστήμη μολύνθηκε από τον SARS-CoV-2 όπως μολύνθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο. Μόνο που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η νόσηση δεν φαίνεται να της πρόσφερε ικανοποιητική ανοσοποίηση απέναντι στη διανοητική αλαζονεία, την αυταρχικότητα και τον πατερναλισμό.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 117, στις 25 Σεπτεμβρίου 2021.

Αρχαιότερη από τη Βαβέλ

ΣΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ σημείωμα έγραφα για τη διεπαφή ως τεχνολογικό τόπο όπου επιτελείται η επικοινωνία, όχι μεταξύ ενός εσωτερικού και ενός εξωτερικού, αλλά μεταξύ δύο λειτουργιών – μιας μηχανής και ενός χρήστη. Ωστόσο, η διεπαφή δεν είναι μόνο τεχνολογικός τόπος. Μπορεί να είναι και πολιτισμικός τόπος, όπου επιτελείται η επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών διανοητικών πλαισίων. Η μετάφραση, ή ακριβέστερα η μεταφραστική εργασία είναι μια τέτοια και ίσως η σημαντικότερη πολιτισμική διεπαφή. Και όπως κάθε καλή διεπαφή, οφείλει να παραμένει αφανής.

Το 2008 κυκλοφόρησε η αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου του Lawrence Venuti, The translators invisibility, το οποίο παρακολουθεί τις διαφορετικές μορφές μεταφραστικής εργασίας στη διάρκεια της Ιστορίας. Η «καλή» μεταφράστρια είναι η αόρατη μεταφράστρια: ο άνθρωπος που παύει να υπάρχει τη στιγμή ακριβώς που ολοκληρώνει την εργασία του και αφήνει τον αναγνώστη να έρθει σε «απευθείας» επαφή με το έργο της συγγραφέως. Μόνο που αυτός ο άνθρωπος δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία. Η μεταφραστική εργασία, όπως κάθε εργασία, μετασχηματίζει το αντικείμενό της. Υπό αυτή την έννοια, η μετάφραση είναι μια δημιουργική εργασία η οποία παράγει ένα νέο προϊόν. Επίσης, η πρώτη ύλη αυτής της εργασίας δεν είναι μόνο το έργο, η εκφρασμένη με μοναδικό τρόπο σκέψη της συγγραφέως, αλλά και ολόκληρο το διανοητικό πλαίσιο στο οποίο συγκροτείται αυτή η σκέψη, καθώς και το διανοητικό πλαίσιο που την υποδέχεται. Συνεπώς, η μετάφραση αποτελεί τη διεπαφή μέσω της οποίας ένα διανοητικό πλαίσιο αλληλεπιδρά με ένα άλλο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η πρόσληψη του συγκεκριμένου έργου. Και, όπως κάθε διεπαφή, αποκρυσταλλώνει συγκεκριμένες αισθητικές, αξιακές, εννοιολογικές και γλωσσικές συμβάσεις. Γι’ αυτό και στη διάρκεια της Ιστορίας, η μετάφραση πήρε πολύ διαφορετικές μορφές.

Ακόμα, λοιπόν, κι αν ο αναγνώστης επιλέγει να ζήσει με την ψευδαίσθηση ότι η μετάφραση τού εξασφαλίζει απευθείας πρόσβαση στη σκέψη της συγγραφέως, αυτό δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι του εξασφαλίζει πρόσβαση στην ίδια τη μεταφραστική εργασία, η οποία εμπλουτίζει το εννοιολογικό και γλωσσικό του σύμπαν με νέες έννοιες, νέα μέσα και, ως εκ τούτου, νέες εκφραστικές και δημιουργικές δυνατότητες. Υπό αυτή την έννοια, η μετάφραση δεν περιορίζεται στη μεταφορά ενός έργου στο πλαίσιο υποδοχής, αλλά συμβάλλει στον μετασχηματισμό αυτού του πλαισίου. Το ίδιο συμβαίνει και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το μετάφρασμα επιστρέφει στο αρχικό έργο διευρύνοντας το εννοιολογικό του σύμπαν με τις ερμηνείες και τις ανανοηματοδοτήσεις που δέχτηκε κατά τη διέλευσή του από τη διεπαφή της μετάφρασης. Μετά την μετάφρασή του ούτε το αρχικό έργο ούτε η σκέψη που το γέννησε είναι πλέον ίδια.

Η μετάφραση είναι αρχαιότερη από τη Βαβέλ, επειδή βλέπει τη διαφορετικότητα, όχι ως τιμωρία, αλλά ως προϋπόθεση για τη δημιουργία των νοημάτων που συνέχουν έναν κοινό ανθρώπινο κόσμο.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 112, στις 18 Ιουνίου 2021.

IMAGE CREDIT: Pieter Bruegel ο πρεσβυτερος, Ο Πυργος της Βαβελ,1563.

Παράδοξο Goodman

ΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ των μεγάλων δεδομένων. Και της τεχνητής νοημοσύνης, ασφαλώς, η οποία μπορεί να διαχειρίζεται τεράστιους όγκους δεδομένων και να αναγνωρίζει μοτίβα μέσα σε αυτούς. Επίσης, ζούμε μια πανδημία, η οποία έχει πάρει πρωτοφανείς  διαστάσεις γι’ αυτό και εποπτεύεται συστηματικά από όλα τα κράτη, τις υγειονομικές υπηρεσίες, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ινστιτούτα. Η πανδημία μάς τροφοδοτεί με απίστευτες ποσότητες δεδομένων – τόσο πολλά που ενίοτε είναι αδύνατο να συγκεντρωθούν και να ενοποιηθούν. Ποιος είναι ο λόγος που μετά από ενάμιση χρόνο παρακολούθησης της πανδημίας και συγκέντρωσης τόσο πολλών δεδομένων δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε τη φύση της νόσου και να προβλέψουμε την εξέλιξη της διάδοσής της;

Το 1955, ο Nelson Goodman εξέδωσε ένα μικρό βιβλιαράκι με τον τίτλο Fact, Fiction & Forecast. Εκεί παρουσίασε τον “νέο γρίφο της επαγωγής”. Η βασική ιδέα είναι η εξής: Ας υποθέσουμε ότι εισάγουμε δύο νέα κατηγορήματα, το πράκινο και το κόσινο. Το πράκινο αναφέρεται σε σώματα που αν παρατηρηθούν πριν από μια καθορισμένη χρονική στιγμή t είναι πράσινα και αν παρατηρηθούν οποιαδήποτε άλλη στιγμή είναι κόκκινα. Αντίστοιχα το κόσινο. Η πρακτική συνέπεια αυτής της ιδέας είναι ότι αν υπάρχουν κατηγορήματα αυτής της μορφής δεν μπορούμε να διατυπώσουμε γενικεύσεις με τη βεβαιότητα που θα το κάναμε αν όλα τα κατηγορήματα ήταν της μορφής πράσινο και κόκκινο. Εάν συγκεντρώσουμε επαρκή δεδομένα για ένα σώμα πριν τη χρονική στιγμή t μπορεί να πειστούμε ότι αυτό είναι πράσινο και, ως εκ τούτου, όποτε κι αν το συναντήσουμε στο μέλλον θα είναι πράσινο. Ωστόσο, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν τα δεδομένα που συγκεντρώσαμε δείχνουν ότι το σώμα είναι πράσινο ή πράκινο. Αντίστοιχα, αν βρισκόμαστε μετά τη χρονική στιγμή t, δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε αν ένα σώμα είναι πράσινο ή κόσινο, εφόσον τα διαθέσιμα δεδομένα επιβεβαιώνουν και τα δύο κατηγορήματα.

Ένα χαρακτηριστικό της δυτικής επιστήμης είναι ότι εργάζεται με στατικές κατηγορίες – με ταυτότητες. Οι πίνακες ταξινόμησης και οι κατάλογοι ιδιοτήτων αποτυπώνουν αυτήν ακριβώς τη θεώρηση της πραγματικότητας. Έτσι, ο ιός αντιμετωπίζεται ως οντότητα της οποίας πρέπει να προσδιοριστούν τα ατομικά χαρακτηριστικά, και όχι ως πληθυσμός, του οποίου πρέπει να προσδιοριστεί η δυναμική μετασχηματισμού. Φυσικά, στην πρώτη φάση εμφάνισης ενός νέου ιού, αυτό είναι απαραίτητο. Είναι, όμως, σωστό όλη η στρατηγική αντιμετώπισής του να στηρίζεται σε επισφαλείς επαγωγικές γενικεύσεις; Να στηρίζεται, δηλαδή, στην πεποίθηση ότι αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του ιού και αυτά θα παραμείνουν στο διηνεκές; Η έμφαση που δόθηκε στην παραγωγή εμβολίου και η έκπληξη απέναντι στις μεταλλάξεις δηλώνουν την προσκόλληση σε αυτήν ακριβώς τη γνωσιολογική συνθήκη. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η υγειονομική κρίση δεν δοκιμάζει μόνο τις αντοχές της δημοκρατίας, αλλά και του γνωσιολογικού μοντέλου στο οποίο στηριζόμαστε για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 109, στις 8 Μαΐου 2021.