Γνώση και Αντιγνώση

Γνώση
Τι σημαίνει γνωρίζω; Η ερώτηση είναι, ασφαλώς, παλιά. Ο πλατωνικός Θεαίτητος αποτελεί ίσως την πρώτη συστηματική προσπάθεια εξέτασης του ζητήματος. Η έννοια με την οποία τίθεται εδώ, όμως, είναι διαφορετική: Σε μια εποχή που η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους πέρα από κάθε αμφιβολία, η γνώση μας για τον κόσμο είναι εγγυημένη από τις επιστημονικές και τεχνολογικές μεθόδους έρευνας. Ό,τι θεωρούμε πως γνωρίζουμε, το γνωρίζουμε χάρη στο πείραμα, τους αδιάβλητους μαθηματικούς υπολογισμούς και τις αλάνθαστες τεχνολογικές διατάξεις, που είναι σε θέση να επικυρώσουν ή να διαψεύσουν τις θεωρητικές μας εικασίες. Βάση όλης της γνώσης είναι η εμπειρία.

Ο εμπειρισμός του 17ου αιώνα κληροδότησε στην επιστήμη τη σιγουριά του: Η εμπειρία διορθώνει την εμπειρία, ισχυριζόταν ο John Locke. Τα πράγματα διαθέτουν πρωτογενείς και δευτερογενείς ιδιότητες. Οι δεύτερες εξαρτώνται από την αλληλεπίδραση με τον παρατηρητή, γι’ αυτό αποτελούν επισφαλείς δείκτες της πραγματικότητας. Οι πρώτες, όμως, εξαρτώνται μόνο από το αντικείμενο της μελέτης μας και, το σημαντικότερο, είναι μετρήσιμες. Αν τις παραβλέψουμε ή τις παρανοήσουμε θα μας επιβάλουν την αλήθεια τους με το ζόρι. Θα εισβάλουν στην αντίληψή μας για τον κόσμο, ανατρέποντας τις καθησυχαστικές και αυτοεπιβεβαιωτικές θεωρίες μας, όπου αυτές δεν συμφωνούν με τον κόσμο των αντικειμένων.

Ας αφήσουμε, όμως, προς στιγμήν κατά μέρος το ερώτημα της αντικειμενικότητας κι ας εστιάσουμε στο υποκείμενο της γνώσης. Ποιος γνωρίζει;

Continue reading

Μετα-αλήθεια

Post-truth
Ο Harry Gordon Frankfurt είναι αμερικανός φιλόσοφος και ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Princeton. Το 1986 δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο On Bullshit, του οποίου η επανέκδοση σε βιβλίο το 2005 έγινε bestseller. Το επιχείρημα που αναπτύσσει εκεί ο Frankfurt στηρίζεται στην αντιδιαστολή του bullshitter με τον ψευδόμενο. Και στους δυο καταλογίζει πρόθεση εξαπάτησης. Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντικότατη διαφορά, κατά την άποψή του: Ο ψευδόμενος δεσμεύεται από την αλήθεια. Ξέρει τι είναι αλήθεια, γνωρίζει τους αντικειμενικούς περιορισμούς που επιβάλλει η πραγματικότητα και αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι να ξεγελάσει το θύμα του ως προς την ύπαρξη αυτών των περιορισμών. Αντίθετα, ο bullshitter δεν ενδιαφέρεται ούτε να πει ούτε να συγκαλύψει την αλήθεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο λόγος του είναι αναρχικά παρορμητικός, αλλά ότι τα κίνητρά του δεν έχουν να κάνουν με το πώς έχουν όντως τα πράγματα. Το έργο του δεν είναι ευκολότερο, αλλά είναι δημιουργικότερο από εκείνο του ψευδόμενου. Ρέπει προς την επινοητικότητα και την κατασκευή και ενέχει περισσότερες δυνατότητες αυτοσχεδιασμού, χωρίς να δεσμεύεται από την αναλυτική και διαβουλευτική αυστηρότητα που απαιτείται από τον ψευδόμενο.

Continue reading

Ψευδοεπιστήμες

ΣΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ σημειώματα ασχοληθήκαμε με τις θεωρίες συνωμοσίας και τους μύθους στην ιστορία της επιστήμης. Η τρίτη διάσταση που ορίζει το σύμπαν της «παρεκκλίνουσας» επιστήμης είναι οι ψευδοεπιστήμες. Οι ψευδοεπιστήμες είναι θεωρίες που ισχυρίζονται ότι διαθέτουν επιστημονική εγκυρότητα, αλλά στην πραγματικότητα είναι επινοήσεις ανθρώπων που αγνοούν ή παρακάμπτουν τις διαδικασίες επικύρωσης της επιστημονικής γνώσης. Ή είναι συστήματα γνώσης που θεωρούνται ισοδύναμα με τομείς της δυτικής επιστήμης και ενίοτε έχουν καλύτερα αποτελέσματα από εκείνους.

Από τις τρεις διαστάσεις του σύμπαντος της «παρεκκλίνουσας» επιστήμης, οι ψευδοεπιστήμες είναι αυτές που εγείρουν τα περισσότερα προβλήματα όσον αφορά τη φύση και την κοινωνική οργάνωση της επιστήμης. Το πιο γενικό ερώτημα αφορά, ασφαλώς, τα κριτήρια βάσει των οποίων ξεχωρίζουμε την επιστήμη από την ψευδοεπιστήμη. Μολονότι θεωρητικά ο έλεγχος της μεθοδολογίας μπορεί να αποτελέσει τη λυδία λίθο, στην πράξη αυτό αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο: Η Επιστημονική Επανάσταση, η ιδρυτική πράξη της νεότερης επιστήμης, χρωστάει τις εκλεπτυσμένες αστρονομικές θεωρίες της στην εργασία των αστρολόγων που θεωρούσαν ότι μπορούσαν να ανιχνεύσουν το ανθρώπινο πεπρωμένο στους ουρανούς, με τη χρήση μαθηματικών εργαλείων. Η εισαγωγή του πειράματος και η υιοθέτηση του ατομισμού, που πραγματοποιούνται την ίδια εποχή, χρωστάνε πολλά στο έργο των αλχημιστών, οι οποίοι αναζητούσαν τις μυστικές αρχές που κυβερνούσαν τη συμπεριφορά της ύλης. Πού σταματάει η ψευδοεπιστήμη και πού αρχίζει η επιστήμη; Ποιος ορίζει και με ποια διαδικασία το κρίσιμο σημείο μετά το οποίο η γνώση απαλλάσσεται από τις υποτιθέμενες στρεβλώσεις της και μετατρέπεται σε «έγκυρη» επιστημονική θεώρηση του κόσμου;

Στις αρχές του 20ού αιώνα έχουμε ένα φαινόμενο που μοιάζει με αντεστραμμένο είδωλο της παραπάνω διαδικασίας. Σε μια εποχή που η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν κυριαρχήσει ανεπίστρεπτα, κάνει την εμφάνισή του ένα ευρύ και πολύμορφο ρεύμα υπερβατικών αντιλήψεων για τον άνθρωπο και τον κόσμο, που έγινε γνωστό ως Θεοσοφία. Πλήθος λογίων και επιστημόνων προσχωρούν σε αυτό φέρνοντας μαζί και την επιστημονική και φιλοσοφική σκευή τους. Αυτό που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι ότι βασική έγνοια όλων αυτών των ανθρώπων είναι να αποδείξουν ότι η εξωαισθητηριακή αντίληψη, η επικοινωνία με τα πνεύματα των νεκρών και η πρόγνωση του μέλλοντος είναι επιστημονικά τεκμηριωμένα γεγονότα. Ο θετικισμός της εποχής φτάνει στο απόγειό του όχι στα εργαστήρια των επιστημόνων, αλλά στα σαλόνια των θεοσοφιστών.

Αν βγάλουμε από το κάδρο έννοιες όπως «προκαταλήψεις», «ιδεοληψίες», «στρεβλώσεις» κ.λπ., που εξάλλου δηλώνουν και οι ίδιες μια θετική προκατάληψη υπέρ της επιστήμης, η σχέση των ψευδοεπιστημών με τις επιστήμες είναι ένα πολύ δύσκολο θεωρητικό πρόβλημα. Η διερεύνησή του μπορεί, μεταξύ άλλων, να συμβάλει στην κατανόηση του είδους της κοινωνικής εργασίας που απαιτείται για τη διατήρηση της επιστήμης στη θέση του μοναδικού εγγυητή της αλήθειας.

Δημοσιεύτηκε στο Πρίσμα αρ. 27, στις 4.11.2017.